ΕΔΩ μπορείτε να δείτε το σχετικό δελτίο τύπου. Μπορείτε να το παραγγείλετε ηλεκτρονικά ή σε βιβλιοπωλείο. Καλή ανάγνωση!
katsanakispanagiotis
ΤΟ ΑΠΟΛΩΛΟΣ ΠΡΟΒΑΤΟ συλλογή διηγημάτων
Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2022
Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2022
Η ακροδεξιά και η αυτολογοκρισία των προοδευτικών
Φιλελεύθεροι δημοκράτες και αριστεροί βρίσκονται, πάλι, υπό την επήρεια σοκ από την επέλαση της ακροδεξιάς στην Ευρώπη.
Νικόλας Σεβαστάκης 17.9.2022
Όλα αυτά, προφανώς, έχουν μερίδιο στην εξήγηση του
φαινομένου. Διαπιστώνει κανείς όμως εδώ και χρόνια έναν διχασμό, ο οποίος
τελικά ωφελεί την ακροδεξιά ερμηνεία των καταστάσεων.
Πολλοί φαίνεται να μη θέλουν να βλέπουν γύρω τους και
απωθούν ενοχλημένοι οποιαδήποτε εικόνα εγκληματικότητας και αθλιότητας σε
δημόσιους χώρους, εκεί όπου ζει, εργάζεται και κυκλοφορεί ο «απλός κόσμος».
Εξωραΐζουν, κρύβουν τη βρομιά και ψάχνουν τρόπους να πουν πως δεν ισχύουν αυτές
οι εικόνες.
Όμως τα πιστολίδια σε ένα εμπορικό κέντρο στο Μάλμε
(που το ξέρουμε και από τον επιθεωρητή Κουρτ Βαλάντερ του Μάνκελ) ή ο πόλεμος
συμμοριών σε ένα προάστιο δεκαπέντε λεπτά από την παλαιά πόλη της Ουψάλας
μπορεί να έχουν τελικά ισχυρότερη επίδραση στις σουηδικές κάλπες απ’ όσο
κάποιες άλλες, αόρατες οντότητες.
Ο ακροδεξιός λόγος αντλεί κατευθείαν από το ορατό, το
άμεσο και βιωμένο. Προχωράει σε άμεσες ‒συχνά χοντροκομμένες‒ συσχετίσεις,
δουλεύει δηλαδή με αυτό που οι περισσότεροι έχουν διαπιστώσει ιδίοις όμμασιν. Όταν,
ας πούμε, το Σουηδικό Εθνικό Συμβούλιο για την Πρόληψη του Εγκλήματος ανιχνεύει
αύξηση σε μια σοβαρή κατηγορία εγκλημάτων (ένοπλες επιθέσεις, βιασμοί, σκληρές
ληστείες κ.λπ.) από το 2014 και έπειτα –ιδίως την τελευταία τετραετία– δεν
μπορεί να απαντά κανείς πως αυτά είναι μύθοι, κατασκευές των μίντια, ηθικός
πανικός ή οτιδήποτε άλλο.
Θα πει κανείς πως οι σοσιαλδημοκράτες αναγνώρισαν αυτή
την πραγματικότητα και δεν έμειναν στην άρνηση. Υπάρχει όμως πάντα μια τάση
στους ανθρώπους της αριστεράς (και στους φιλελεύθερους αριστερούς) να μην
παραδέχονται κάποιες μορφές του ανθρώπινου κακού.
Έχοντας κατά νου τη μελλοντική καλή κοινωνία, δεν
αντέχουν τα δείγματα μικρότητας, σκληρότητας και βαρβαρότητας που εμφανίζονται
και «κάτω» και όχι μόνο στις ελίτ. Αν εξαιρέσουμε το οικονομικό έγκλημα, με
όλες τις άλλες μορφές βίας υπάρχει ένα είδος βουβής αμηχανίας ή και
εκνευριστικής φιλοσοφικής δικαιολόγησης.
Και, φυσικά, από την άλλη πλευρά, υπάρχει ένα δεξιό
υποσύστημα που υπερτονίζει το κακό και την ηθική κατάπτωση των ανθρώπων: επειδή
η κοινωνία είναι γεμάτη αμαρτίες, γι’ αυτό χρειάζεται περισσότερη αστυνομία,
αυτό είναι το επιμύθιο. Περισσότερη «δικαιοσύνη» λένε οι μεν, πιο «αυστηρούς
νόμους» και ποινές απαντούν οι άλλοι.
Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού όμως, ακόμα και από
τους ψηφοφόρους των αριστερών κομμάτων, αναγνωρίζει σιωπηλά (κατ’ ιδίαν) πως
δεν αντέχει άλλο λούμπεν εξαχρείωση και παρακμή του κοινού δημόσιου χώρου. Οι
πολίτες, ιδιωτικά, υποφέρουν και οργίζονται. Δημόσια, όμως, ως μέλη των
προοδευτικών χώρων, πρέπει να επαναλαμβάνουν τις ορθές εξηγήσεις του
φαινομένου, ξορκίζοντας την ίδια την «ατζέντα της εγκληματικότητας» ως
κατασκευασμένη και καθοδηγούμενη από σκοτεινούς αντιπάλους.
Απέναντι, όμως, στην πραγματική άνοδο των εγκληματικών
και λούμπεν συμπεριφορών, η τύφλωση, η υποτίμηση και η αλλαγή θέματος είναι η
χειρότερη συνταγή. Οι άνθρωποι των λαϊκών και μικροαστικών στρωμάτων βλέπουν
και κρίνουν. Δεν μπορεί να τους ζητά κανείς να μη βλέπουν ή και να νιώθουν καλά
με καταστάσεις που τους ταπεινώνουν.
Φυσικά δεν τους ταπεινώνει μόνο ο ντίλερ της γωνίας ή
ο ληστής του διπλανού τετραγώνου. Τους ταπεινώνουν και οι χαμηλοί μισθοί, οι
αναξιοπρέπειες της καθημερινής επιβίωσης, η αλαζονεία κάποιων ελίτ, παλαιών ή
ανερχόμενων.
Όμως δεν μπορεί κανείς, επειδή η ακροδεξιά μιλάει για
τη βρομιά στα πάρκα, να προσποιείται πως αυτά μυρίζουν αγιόκλημα και γιασεμί.
Και αυτό συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό τα τελευταία χρόνια. Στην ωμή, υπερβολική
και ρηχή λογική της νέας δεξιάς, η νέα αριστερά απαντά με λεκτικές περιφράσεις,
ενάρετο λαϊκισμό (που μυρίζει αγιόκλημα και γιασεμί ακόμα και στις κατουρημένες
γωνιές) και αφ’ υψηλού κοινωνικά σχέδια.
Όταν οι δημοκράτες παραδεχτούν πως καμιά ατζέντα δεν
είναι δεύτερης κατηγορίας, πως τα δημόσια προβλήματα πρέπει να συζητούνται
θαρραλέα και δίχως τόνους υποκρισίας, τότε θα στερήσουν από τους αντιδημοκράτες
και αυταρχικούς το πλεονέκτημα της κούφιας δημαγωγίας με το οποίο κερδίζουν
θέσεις και εκλογές. Ποτέ δεν είναι αργά γι’ αυτό, όπως και για όλες τις
αναγκαίες αναθεωρήσεις στην πολιτική και στη ζωή.
Τρίτη 19 Απριλίου 2022
Εφιάλτης στην Ουκρανία του μεγάλου λιμού
Η κολεκτιβοποίηση των καλλιεργειών και η βαρβαρότητα
07.03.2022 • 23:54
Ουκρανία, Ιανουάριος, 1933. Καθώς
αποβιβάζονται στον σιδηροδρομικό σταθμό στο Χάρκοβο στρατιώτες του Κόκκινου
Στρατού κοιτούν γύρω τους. Οι απέραντοι αγροί είναι ερημωμένοι και τα σπίτια
εγκαταλελειμμένα. Σκυλιά δεν γαβγίζουν, γάτες δεν νιαουρίζουν, οι αγελάδες, τα
γουρούνια και οι κότες έχουν εξαφανιστεί, ακόμα και τα πτηνά στα δέντρα έχουν
σιγήσει.
Καθώς κυλούν οι μέρες, οι στρατιώτες συνειδητοποιούν ότι η ταφική σιωπή
οφείλεται στο ότι πολύς κόσμος έχει πεθάνει είτε μέσα στα σπίτια του είτε έξω
στους αγρούς. Απλώς τα στάχυα κρύβουν τα πτώματα, τα οποία όμως σοβούν από
εκατοντάδες μέτρα μακριά.
Προτού πεθάνουν, οι αγρότες έφαγαν όσα από τα ζωντανά δεν τους είχαν πάρει
οι σοβιετικές αρχές, αγελάδες, γουρούνια και κοτόπουλα. Επειτα έφαγαν τα
σκυλιά, οικόσιτα και αδέσποτα, έπειτα τις γάτες. Αργότερα, κυνήγησαν τα πουλιά
στα δέντρα. Οταν δεν έμεινε ζωντανό ζώο, οι πιο δυνατοί άρχισαν να τρώνε τους
πιο αδύναμους, τους ετοιμοθάνατους και τους πεθαμένους.
Η νέα διαταγή που λαμβάνουν τώρα οι νεοφερμένοι στρατιώτες είναι να
αναρτήσουν μια επίσημη αφίσα του Κόμματος: «Το να τρώει κανείς τα παιδιά του
συνιστά πράξη βαρβαρότητας». Ελέγχουν την κρεαταγορά διότι σχεδόν αποκλειστικά
το κρέας που διακινείται στη μαύρη αγορά είναι ανθρώπινο. Στη χειρότερη μοίρα
είναι όσοι έχουν παιδιά. Κάποιοι γονείς τα προστατεύουν κλειδώνοντάς τα σε
αγροκτήματα για να γλιτώσουν από τις συμμορίες κανιβάλων. Οι στρατιώτες βλέπουν
τους αγρότες –στους οποίους απαγορεύεται να πάρουν οποιοδήποτε τρένο για την
πόλη– να σηκώνουν τα παιδιά τους ψηλά μήπως και φιλοτιμηθεί κάποιος επιβάτης να
τα πάρει μαζί του.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, στα 1937, η Σοβιετική Ενωση διενεργεί απογραφή
όπου υπολογίζεται ότι ο πληθυσμός της έχει μειωθεί κατά οκτώ εκατομμύρια,
κυρίως από τις περιοχές της Ουκρανίας, του Καζακστάν, της Λευκορωσίας και της
Ρωσίας. Ο Στάλιν απαγορεύει κάθε σχετική δημοσίευση και κανονίζει όσοι έκαναν
την απογραφή να εκτελεστούν.
Οι ιστορικοί αποφαίνονται ότι ποτέ δεν θα μάθουμε με ακρίβεια τον ακριβή
αριθμό των θυμάτων του διαβόητου «Χολοντομόρ», όπως αποκαλούν τον λιμό οι
Ουκρανοί. Εκτιμάται όμως πως 3,3 εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν από τον λιμό που
ξέσπασε σταδιακά, μετά την εκπόνηση του Πρώτου Πενταετούς Πλάνου το 1928. Αλλοι
τόσοι Ουκρανοί πέθαναν συνολικά από τις εκτελέσεις και τις εκτοπίσεις στη
Σιβηρία.
Ηταν το αποτέλεσμα της κολεκτιβοποίησης των αγροτικών περιοχών και του
βίαιου εκβιομηχανισμού της Σοβιετικής Ενωσης, προϊόν της μαρξιστικής,
λενινιστικής θεώρησης. Η μεγαλύτερη κοινωνική τάξη στη νεοσύστατη ΕΣΣΔ ήταν η
αγροτική. Για να κυλήσει ο τροχός της Ιστορίας, αυτή η κατάσταση έπρεπε να
ανατραπεί. Ο στόχος λοιπόν ήταν οι προνομιούχοι κουλάκοι. Τον Δεκέμβριο του
1929, ο Στάλιν ανακοίνωσε ότι οι κουλάκοι θα έπρεπε να «εξοντωθούν ως τάξη».
Ετσι, το πρόγραμμα κολεκτιβοποίησης είχε επιπλέον και προγράμματα συλλήψεων και
εκτοπισμού. Μόνο μέσα στο 1930 εκτοπίστηκαν 113.637 άνθρωποι.
Στην Ουκρανία, η πολιτική αυτή έλαβε εφιαλτικές διαστάσεις. Οι κλιμακωτές
αντιδράσεις από τους Ουκρανούς και τις αθρόες διαφυγές στην Πολωνία, ήταν
αρκετές για να πείσουν τον Στάλιν ότι ήταν επιτακτικό να εξουδετερωθούν τα
ύποπτα στοιχεία. Ειδικά στην περίπτωση της Ουκρανίας, η κρατική αντιμετώπιση
έλαβε ανοιχτά τον χαρακτήρα της τιμωρίας. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος για
τον οποίο, στην πρώτη φάση τουλάχιστον, οι Ουκρανοί, αλλά και πολίτες από άλλες
σοβιετικές περιοχές στα δυτικά, θα υποδεχθούν το 1941 τους Γερμανούς σαν
απελευθερωτές.
Ενα από τα εκατομμύρια
θύματα του μεγάλου λιμού.
Σύμφωνα με τον Βρετανό ιστορικό Ορλάντο Φίγκες (Orlando Figes) στο «The
Whisperers. Private Life in Stalin’s Russia», ο οργανωμένος και συστηματικός
λιμός ξεκίνησε την άνοιξη του 1932 για να κορυφωθεί μέσα στο 1933, καλύπτοντας
μια τεράστια αγροτική περιοχή όπου ζούσαν περί τα 70 εκατομμύρια άνθρωποι. Στη
χειρότερη μοίρα βρέθηκαν η Ουκρανία και το Καζακστάν. Ελαβε σταδιακά τέλος από
τα τέλη του 1933 και μετά.
Ο Αμερικανός ιστορικός Τίμοθι Σνάιντερ (Timothy Snyder) στο βιβλίο του
«Αιματοβαμμένες χώρες» (εκδ. Παπαδόπουλος) μνημονεύει μια φράση του Ραφαήλ
Λέμκιν, του νομικού που αργότερα θα επινοήσει τον όρο «γενοκτονία» με αφορμή το
εβραϊκό Ολοκαύτωμα, ο οποίος χαρακτήρισε την ουκρανική υπόθεση «κλασικό
παράδειγμα σοβιετικής γενοκτονίας». Ο Φίγκες παραθέτει στο δικό του βιβλίο την
άποψη ενός άλλου ιστορικού, του Ρόμπερτ Κόνκουεστ (Robert Conquest), σύμφωνα με
την οποία ο λιμός «επιβλήθηκε σκόπιμα», ότι ήταν «μια σφαγή ανδρών, γυναικών
και παιδιών», που είχε ως σημείο αφετηρίας την κομμουνιστική ιδεολογία. «Αυτό
δεν είναι απόλυτα ακριβές», γράφει ο Φίγκες. Οπωσδήποτε, τονίζει, βασικός
ένοχος ήταν το καθεστώς, ωστόσο ο λιμός δεν ήταν οργανωμένη γενοκτονία.
Οπως γράφει ο Σνάιντερ, μολονότι υπήρξαν σποραδικά ρεπορτάζ και αναφορές
στον ευρωπαϊκό και αμερικανικό Τύπο, το όλο γεγονός ουδέποτε παρουσιάστηκε ως
κάτι αδιαμφισβήτητο και σίγουρα κανένας δεν πίστεψε ότι ο Στάλιν επέβαλε τον
λιμό στην Ουκρανία. Ακόμα και ο Χίτλερ προτιμούσε να ισχυρίζεται ότι οι
πληροφορίες που έρχονταν από τη Σοβιετική Ενωση απλώς αποδείκνυαν την τραγική
αποτυχία του μαρξιστικού συστήματος. Γενικά, ήταν πολύ λεπτό ζήτημα κατά τη
δεκαετία του ’30 να γράψει κάποιος ότι στην ΕΣΣΔ ακολουθούνταν πολιτική λιμού.
Επρόκειτο για ένα νέο, δυναμικό κράτος που είχε ξεφορτωθεί την τσαρική τυραννία
μέσα από μια ήδη μυθική επανάσταση, κυρίως όμως, μπροστά στον διαρκώς
ανερχόμενο –και διεθνή– κίνδυνο του ναζισμού, ουδείς είχε τη διάθεση να
καταδικάσει το κομμουνιστικό κράτος.
Ενας καρδινάλιος πάντως, ο Θίοντορ Ινιτζερ της Βιέννης, έκανε μια
προσπάθεια να συγκεντρώσει έρανο για τα παιδιά που πεινούσαν στην Ουκρανία. Οι
σοβιετικές αρχές του επιτέθηκαν: «Η ΕΣΣΔ δεν είχε ούτε καρδινάλιους ούτε
κανίβαλους». Δήλωση που, κατά τον Σνάιντερ, ήταν κατά το ήμισυ αληθής…
Η άνοδος και η κάθοδος στην κόλαση του Πούτιν
Yποτίμησε τραγικά τη Δύση - Οι πέντε σταθμοί μιας θητείας γεμάτης
συγκρούσεις
08 ΜΑΡΤΙΟΥ 2022 - 11:42
Γράφει ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου
Oταν ο Βλαντιμίρ Πούτιν αναγνώρισε την ανεξαρτησία των αυτόκλητων «Δημοκρατιών»
του Ντονμπάς, στις 21 Φεβρουαρίου, ο Ντόναλντ Τραμπ τον χαρακτήρισε «ιδιοφυΐα».
Υστερα από δύο δραματικές –πρώτα απ’ όλα για τον ουκρανικό λαό– εβδομάδες, τα
γεγονότα δοκιμάζουν σκληρά την κρίση και των δύο πολιτικών. Το «ιδιοφυές»
σχέδιο του Ρώσου προέδρου μετέτρεψε τον ίδιο σε Γολιάθ στα μάτια της διεθνούς
κοινής γνώμης, χαρίζοντας το φωτοστέφανο του Δαβίδ στον Ουκρανό πρόεδρο
Βολοντίμιρ Ζελένσκι, η δημοτικότητα του οποίου μέχρι τότε βυθιζόταν στα
τάρταρα.
Ο,τι δίκια κι αν έδιναν πολλοί στη Μόσχα για την
περικύκλωσή της από το ΝΑΤΟ και τη θέση των ρωσόφωνων στην ανατολική Ουκρανία,
σαρώθηκαν από τη βροχή των ρωσικών πυραύλων στο Χάρκοβο, στη Μαριούπολη και στο
Κίεβο. Ο οστρακισμός Ρώσων καλλιτεχνών, αθλητών και επιστημόνων από τη Δύση δεν
συγκρίνεται ούτε με τα χειρότερα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου.
Πώς έφτασε ο
Βλαντιμίρ Πούτιν μέχρι εδώ και τι έχει στο μυαλό του για την επόμενη μέρα;
Αντί για την ποθητή φινλανδοποίηση της Ουκρανίας, ο
Βλαντιμίρ Πούτιν πέτυχε την… αποφινλανδοποίηση της ίδιας της Φινλανδίας και της
Σουηδίας, που ήδη χτυπούν την πόρτα του ΝΑΤΟ, αλλά και της Ελβετίας, η οποία
συντάχθηκε με τις κυρώσεις της Δύσης. Μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο, ο
σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος Ολαφ Σολτς διέγραψε την Οστ Πολιτίκ που είχε
θεμελιώσει το κόμμα του επί Βίλι Μπραντ, έστειλε όπλα στην Ουκρανία, ακύρωσε
τον Nord Stream 2 και ξεκίνησε τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας, τερματίζοντας
τη μεταπολεμική, πασιφιστική της παράδοση.
Εντός των τειχών
Στο εσωτερικό της Ρωσίας, το ρούβλι καταβαραθρώθηκε,
οι τράπεζες που εξοστρακίστηκαν από το SWIFT κινδυνεύουν με κατάρρευση, οι
πολίτες κάνουν ουρές πίσω από τα ΑΤΜ, οι ολιγάρχες δυσφορούν και το
διευρυνόμενο αντιπολεμικό κίνημα απειλεί να αποσταθεροποιήσει την αναμφισβήτητη
μέχρι χθες πολιτική κυριαρχία του Ρώσου προέδρου.
Ασφαλώς, είναι νωρίς για να αποπειραθεί κανείς έναν
οριστικό απολογισμό. Πολλά θα εξαρτηθούν από το πόσο γρήγορα, με τι
αποτελέσματα και τι κόστος θα τερματιστεί αυτός ο πόλεμος. Δεν αποκλείεται οι
Ρώσοι να καταφέρουν να κυριαρχήσουν σε όλη τη νότια και ανατολική Ουκρανία,
αφαιρώντας από ένα πολιορκημένο Κίεβο κάθε πρόσβαση στη Μαύρη και στην Αζοφική
Θάλασσα, προτού επιβάλουν τη συνθηκολόγηση ή και την αλλαγή κυβέρνησης. Και
πάλι, όμως, ουδείς μπορεί να διανοηθεί πώς οι εισβολείς και οι τοπικοί σύμμαχοί
τους θα καταφέρουν να εδραιωθούν σε μια μεγάλη χώρα 44 εκατομμυρίων ανθρώπων, η
πλειονότητα των οποίων θα τους βλέπει ως δύναμη κατοχής, και πώς η Ρωσία θα
μπορέσει να αντέξει σε μακρόχρονο καθεστώς οικονομικού πολέμου από τη Δύση. Σ’
αυτό το φόντο, το ερώτημα προβάλλει αβίαστα: Πώς έφτασε ο Βλαντιμίρ Πούτιν
μέχρι εδώ και τι έχει στο μυαλό του για την επόμενη μέρα;
Αρκετοί αρθρογράφοι σοβαρών εντύπων από τις δύο
πλευρές του Ατλαντικού αναζήτησαν απαντήσεις στον ψυχισμό του Ρώσου ηγέτη.
Σύμφωνα με ένα αρκετά διαδεδομένο σενάριο, η πανδημία της COVID-19 οδήγησε τον
Πούτιν στο να απομονωθεί από τον λαό του, από ξένους ηγέτες αλλά και από τους
περισσότερους συνεργάτες του, όπως μαρτυρούν και εκείνα τα γελοία τραπέζια των
15 μέτρων στις πρόσφατες συναντήσεις του. Αποτέλεσμα ήταν να χάσει την αίσθηση
της πραγματικότητας, να αρχίσει να συνομιλεί με την Ιστορία και να αφεθεί σε
μια άκρως ριψοκίνδυνη περιπέτεια με μεσσιανικό πνεύμα και ρεβανσιστικό ζήλο.
Οποιοι από εμάς είναι καχύποπτοι απέναντι στις
ικανότητες των δυτικών υπηρεσιών να ψυχαναλύσουν τον Ρώσο πρόεδρο, δεν έχουν
άλλο δρόμο από το να αναζητήσουν τα αίτια της παράτολμης, ίσως και μοιραίας,
επιλογής του στην πορεία των σχέσεων Δύσης – Ρωσίας κατά τις τελευταίες δύο
δεκαετίες. Μια επεισοδιακή πορεία, με πέντε βασικούς σταθμούς.
Οι πέντε σταθμοί μιας θητείας γεμάτης συγκρούσεις
1. Ανοιξη – καλοκαίρι 1999
Η Ρωσία του Μπόρις Γέλτσιν έχει εγκαθιδρύσει, ύστερα
από «θεραπείες-σοκ» που προκάλεσαν κοινωνική και ανθρωπιστική καταστροφή, έναν
άγριο καπιταλισμό. Τέσσερα χιλιόμετρα δυτικά της Κόκκινης Πλατείας, πάνω στον
Μοσκβά, χτίζεται το Διεθνές Επιχειρηματικό Κέντρο, με περισσότερους
ουρανοξύστες από κάθε άλλη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Ο ίδιος ο Γέλτσιν καταπίνει
αγόγγυστα την προς Ανατολάς διεύρυνση του ΝΑΤΟ και εκδηλώνει την πρόθεση να
ενταχθεί σε αυτό και η Ρωσία. Αλλά ο πόλεμος των Αμερικανών και των Ευρωπαίων
εναντίον της σύμμαχης και ομόδοξης Σερβίας για το Κόσοβο βάζει απότομα τέλος
στην εποχή της αφέλειας.
Στις 23 Μαρτίου, ο Ρώσος πρωθυπουργός Γεβγκένι
Πριμακόφ πετάει πάνω από τον Ατλαντικό, για επίσημη επίσκεψη στις ΗΠΑ, όταν
μαθαίνει ότι το ΝΑΤΟ άρχισε να βομβαρδίζει τη Σερβία. Αμέσως δίνει εντολή στον
πιλότο να γυρίσει πίσω στη Μόσχα. Το γυαλί έχει ραγίσει. Στις 23 του μηνός,
όταν η Σερβία έχει πλέον συνθηκολογήσει, ειδικές δυνάμεις της Ρωσίας
καταλαμβάνουν το στρατιωτικό αεροδρόμιο της Πρίστινας, καθώς οι Ρώσοι έχουν
εξοργιστεί για την άρνηση των Αμερικανών να τους δώσουν δική τους ζώνη ευθύνης
στο Κόσοβο. Για λίγες ώρες, απειλείται ευθεία στρατιωτική σύγκρουση Αμερικής –
Ρωσίας σε ευρωπαϊκό έδαφος.
Η ρήξη τελικά εκτονώνεται, αλλά οι πολιτικές
επιπτώσεις της γίνονται γρήγορα αισθητές. Τον Αύγουστο του 1999, ο Γέλτσιν
διορίζει πρωθυπουργό τον πρώην πράκτορα της KGB Βλαντιμίρ Βλαντιμίροβιτς
Πούτιν, ο οποίος δίνει αμέσως τα πρώτα δείγματα γραφής, στα εσωτερικά μέτωπα.
Με τον ανηλεή, δεύτερο πόλεμο στην Τσετσενία, βάζει φραγμό στις τάσεις
αποσάθρωσης της ίδιας της Ρωσικής Ομοσπονδίας, μη διστάζοντας να μετατρέψει το
Γκρόζνι σε σωρό ερειπίων. «Αποκεφαλίζοντας» πολιτικά τους Ρώσους ολιγάρχες (οι
μη συνεργάσιμοι εκ των οποίων πήγαν εξορία), όπως έκανε ο Ιβάν ο Τρομερός με
τους βογιάρους της εποχής του, αποκαθιστά την ισχύ του ρωσικού κράτους και τα
επόμενα χρόνια καταφέρνει να σταθεροποιήσει την οικονομική και κοινωνική κατάσταση.
2. Περίοδος 2003-2004
Στα πρώτα χρόνια της προεδρίας του, ο Πούτιν αποφεύγει
τη σύγκρουση με τις ΗΠΑ, μάλιστα μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου δίνει
το πράσινο φως, στον ΟΗΕ, για τον πόλεμο στο Αφγανιστάν, ελπίζοντας ότι θα βρει
κοινό παρονομαστή με την Ουάσιγκτον στη μάχη κατά του ισλαμικού εξτρεμισμού.
Αλλά οι νεοσυντηρητικοί του Μπους, που ονειρεύονται έναν «Νέο Αμερικανικό
Αιώνα», υποστηρίζουν την «πορτοκαλί επανάσταση» (τέλος 2004 – αρχές 2005), η
οποία φέρνει στην προεδρία της Ουκρανίας τον ακραιφνώς φιλοαμερικανό Βίκτορ
Γιούσενκο. Είναι η αρχή της μεγάλης στροφής του Πούτιν. Στις 25 Απριλίου, στην
ομιλία του για την Κατάσταση της Ενωσης, ο Ρώσος πρόεδρος χαρακτηρίζει τη
διάλυση της ΕΣΣΔ «τη μεγαλύτερη γεωπολιτική καταστροφή του εικοστού αιώνα»,
κάνοντας μνεία στα «εκατομμύρια των Ρώσων που έμειναν ξαφνικά χωρίς πατρίδα» –
μια σαφής προειδοποίηση ότι θα χρησιμοποιήσει τις ρωσικές μειονότητες σε πρώην
σοβιετικές Δημοκρατίες για να περάσει στην αντεπίθεση. Στις 10 Φεβρουαρίου του
2007 εκφωνεί στη Διεθνή Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου ένα λίβελο εναντίον του
μονομερούς αμερικανικού ηγεμονισμού.
3. Ανοιξη – καλοκαίρι 2008
Αρχιτέκτονας της στρα-τηγικής ανάσχεσης της ΕΣΣΔ στον
Ψυχρό Πόλεμο, ο Τζορτζ Κέναν είχε αποδοκιμάσει έντονα την προς Ανατολάς διεύρυνση
του ΝΑΤΟ, λέγοντας ότι με αυτήν «θα τρίζουν τα κόκαλα των ιδρυτών – πατέρων της
αμερικανικής Δημοκρατίας», παρομοιάζοντάς τη με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών και
προβλέποντας ότι μια ταπεινωμένη Ρωσία δεν μπορεί παρά να αντιδράσει, σε βάθος
χρόνου. Τον Απρίλιο του 2008, η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι
αποφασίζει να καλέσει τη Γεωργία και την Ουκρανία να μπουν στη Συμμαχία. Η
απόφαση αυτή δίνει φτερά στα πόδια του ηγέτη της Γεωργίας, Μιχαήλ Σαακασβίλι, ο
οποίος επιχειρεί, τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, να δώσει στρατιωτική λύση στο
πρόβλημα των δύο ντε φάκτο αυτόνομων, φιλορωσικών «Δημοκρατιών» μέσα στη χώρα
του, της Αμπχαζίας και της Νότιας Οσετίας. Ο Πούτιν τον κατατροπώνει με έναν
αστραπιαίο πόλεμο πέντε ημερών και αναγνωρίζει ως ανεξάρτητα κράτη τις δύο
περιοχές. Αλλά μία ακόμη μεγαλύτερη κρίση βρισκόταν μπροστά του.
4. Τέλη 2013 – αρχές 2014
Η άρνηση του φιλορώσου προέδρου της Ουκρανίας Βικτόρ
Γιανουκόβιτς (ο οποίος, στο μεταξύ, έχει κερδίσει τον Γιούσενκο στις εκλογές)
να ξεκινήσει τη διαδικασία σύνδεσης με την Ε.Ε. πυροδοτεί την εξέγερση του
Μεϊντάν, που εξελίσσεται σε ένοπλη σύρραξη και καταλήγει στην ανατροπή του. Η
Ρωσία απαντά με την προσάρτηση της Κριμαίας και την ντε φάκτο αυτονόμηση
περιοχών στο Ντονέτσκ και στο Λουγκάνσκ της ανατολικής Ουκρανίας, όπου
πλειοψηφούν συντριπτικά οι ρωσόφωνοι. Οι ειρηνευτικές συμφωνίες του Μινσκ, που
προβλέπουν ευρεία αυτονόμηση των εν λόγω περιοχών, δεν εφαρμόζονται ποτέ από το
Κίεβο, με αποτέλεσμα να διαιωνίζεται μια παγωμένη σύγκρουση, με κατά καιρούς
αιματηρές αναφλέξεις μικρής κλίμακας.
5. Απρίλιος 2021
Από τα τέλη Ιανουαρίου, πρόεδρος των ΗΠΑ είναι ο Τζο
Μπάιντεν, ένας πολιτικός που διαμορφώθηκε στον Ψυχρό Πόλεμο, χειρίστηκε
προσωπικά, ως αντιπρόεδρος του Ομπάμα, την ουκρανική κρίση του 2013-2014 και
είχε τον γιο του, Χάντερ, στο διοικητικό συμβούλιο της ουκρανικής ενεργειακής
εταιρείας Burisma. Ο Πούτιν ανησυχεί βάσιμα ότι, με τη στήριξη του Μπάιντεν και
τα τουρκικά drones ΤΒ2, ο Ζελένσκι θα επιδιώξει στρατιωτική λύση στο Ντονμπάς.
Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι έπεσε, πιθανότατα, την Τετάρτη 17 Μαρτίου,
όταν ο Τζο Μπάιντεν, στη διάρκεια συνέντευξής του στο αμερικανικό δίκτυο ABC
και στον Τζορτζ Στεφανόπουλος, χαρακτήρισε τον Πούτιν «φονιά». Ρεπορτάζ της
γαλλικής Le Monde ανέφερε ότι το επόμενο Σαββατοκύριακο ο Ρώσος ηγέτης
απομονώθηκε στην ντάτσα του με τον υπουργό Αμυνας Σεργκέι Σοϊγκού για να
σχεδιάσουν από κοινού την απάντηση. Τον επόμενο μήνα, μεγάλος όγκος ρωσικών
στρατευμάτων, της τάξεως των 100.000 έως 120.000, αναπτύχθηκε σε όλο το μήκος των
συνόρων με την Ουκρανία, ενώ ρωσικά πλοία πρακτικά απέκλεισαν την Ουκρανία στη
Μαύρη Θάλασσα. Ο κόσμος όλος ανησυχούσε για το ενδεχόμενο εισβολής. Τελικά η
κρίση εκτονώθηκε και ο Πούτιν συναντήθηκε τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου με τον
Μπάιντεν στη Γενεύη. Από ό,τι φαίνεται εκ των υστέρων, χωρίς αποτέλεσμα.
Το τελεσίγραφο
Στις 17 Δεκεμβρίου, ο Βλαντιμίρ Πούτιν έστειλε στις
ΗΠΑ το γνωστό του τελεσίγραφο για την ουδετερότητα της Ουκρανίας και τις
εγγυήσεις ασφαλείας που ζητούσε η Μόσχα, γνωρίζοντας ασφαλώς ότι θα
απορρίπτονταν, κάτι που θα τον υποχρέωνε να αναλάβει δράση, αν δεν ήθελε να
χάσει το κύρος του. Το ερώτημα είναι γιατί έκανε τώρα ό,τι δεν έκανε πέρυσι τον
Απρίλιο. Το πιθανότερο είναι ότι, απλούστατα, υπερτίμησε τις δυνάμεις του και
υποτίμησε τραγικά τη Δύση, προβάλλοντας γραμμικά το παρελθόν στο μέλλον.
Η σχετικά ανέξοδη επιτυχία του στη Συρία, η σφήνα που
έβαλε στο ΝΑΤΟ μέσω Ερντογάν ύστερα από το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, η
ταπείνωση των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν το περασμένο καλοκαίρι, η οργή του Μακρόν
εναντίον των Αμερικανών λόγω του σύμφωνου AUKUS και των γαλλικών υποβρυχίων, η
στρατηγική συμμαχία του με την Κίνα, η άνοδος ενός σοσιαλδημοκράτη στη
γερμανική καγκελαρία και η πληθώρα των Δυτικών πολιτικών στο ρωσικό μισθολόγιο
(Γκένσερ, Ρέντσι, Φιγιόν κ.ά.) προφανώς έπαιξαν τον ρόλο τους.
Ολα αυτά ενδεχομένως αιτιολογούν, αλλά σε τίποτα δεν
δικαιολογούν, την απόφαση του Πούτιν για έναν άδικο και ίσως μοιραίο για τον
ίδιο και τη χώρα του πόλεμο.
Στο μακροσκελές και κατά διαστήματα οργισμένο διάγγελμά
του για την αναγνώριση των ρωσόφωνων «Δημοκρατιών», ο Ρώσος ηγέτης καυτηρίασε
τον Λένιν για τις επιλογές του στο ουκρανικό ζήτημα. Ισως, όμως, θα μπορούσε να
ωφεληθεί από τον παροιμιώδη ρεαλισμό του διάσημου προκατόχου του, ο οποίος
συνήθιζε να τραβάει το αυτί των θερμόαιμων συντρόφων του, θυμίζοντας ένα
απόσπασμα από την Παλαιά Διαθήκη, όπου ο βασιλιάς του Ισραήλ λέει: «Μην
καυχιέσαι όταν βάζεις την πανοπλία σου, αλλά όταν τη βγάζεις» – δηλαδή, όχι
όταν πηγαίνεις σε πόλεμο, αλλά όταν γυρίζεις από αυτόν. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν
φόρεσε την πανοπλία του. Η Ιστορία θα τον κρίνει όταν τη βγάλει – ή όταν του τη
βγάλουν.
Ναι μεν αλλά: ανερμάτιστος ισαποστακισμός
17.04.2022 • 20:40
Ειπώθηκε ότι μείζονα γεγονότα, όπως η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, μας
«διχάζουν». Αν και ο όρος δεν κυριολεκτεί, υποδεικνύει ότι η ανοχή στη ρωσική
επιθετικότητα είναι μεγαλύτερη στην Ελλάδα απ’ ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη. Στο
ερώτημα «ποιος πιστεύετε ότι ευθύνεται κυρίως για την εισβολή στην Ουκρανία»,
οι δημοσκοπικές απόψεις σχεδόν ισοκατανέμονται μεταξύ: του επιτιθέμενου, του
αμυνόμενου και των δύο («Τα Νέα», 24/3/2021). Με απλά λόγια, ναι φταίει ο
Πούτιν, αλλά η Ουκρανία και η Δύση πήγαιναν γυρεύοντας. Αλλιώς: φταίει ο
βιαστής, αλλά τα ‘θελε και αυτή.
Η στάση αυτή μας είναι οικεία. Οταν δεν εμπλέκεσαι άμεσα σε μια διαμάχη,
είναι ασφαλέστερο να αποδώσεις τις ευθύνες αμφίπλευρα. Σε πιο σύνθετη γλώσσα:
στο μέτρο που τα προβλήματα παράγονται διαδραστικά, δράσεις και αντιδράσεις
διαμορφώνουν ένα μοτίβο κλιμάκωσης.
Αυτή η αντίληψη φαίνεται εύλογη. Τα προβλήματα δεν είναι αυτοφυή –
εμπλέκουν αλληλεπιδρώντα υποκείμενα. Ωστόσο, η λογιστικού τύπου καταγραφή
δράσεων-αντιδράσεων συσκοτίζει το γεγονός ότι δεν είναι όλες οι πράξεις
ποιοτικώς ισοδύναμες. Αν προσβληθώ με κάτι που είπες και, σε απάντηση, σε
μαχαιρώσω, οι δύο ενέργειες δεν έχουν το ίδιο ηθικό αντίκρισμα.
Η στάση μας σε ένα αποκρουστικό γεγονός (π.χ. βιασμός, φόνος, εισβολή)
είναι, εν πρώτοις, ηθική. Η ηθική στάση είναι ποιοτικώς διαφορετική από την
εξηγητική – η σύγχυση των δύο συνιστά νοητικό ατόπημα. Η ηθική γλώσσα
καταδεικνύει τι είναι κανονιστικά μείζον για τον παρατηρητή (τι θεωρεί σωστό
και λάθος). Η εξηγητική γλώσσα, συνήθως, αντιλαμβάνεται τους δρώντες ως κρίκους
σε μια αιτιακή αλυσίδα – οι επιλογές τους θεωρούνται καθορισμένες· η ευθύνη των
επιλογών απουσιάζει.
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία είναι το ανάλογο του βιασμού. Η ηθική στάση
είναι μία και μοναδική: αποτροπιασμός και καταδίκη. Οποιοδήποτε «ναι μεν αλλά»
σχετικοποιεί το έγκλημα: το «ναι» καταδικάζει την πράξη, αλλά το συνοδευτικό
«μεν αλλά» αποδυναμώνει την ηθική καταδίκη, καθότι πασχίζει να εξηγήσει εκ
καθέδρας το φρικαλέο συμβάν.
Στην καλή του εκδοχή, ο δήθεν αμερόληπτος παρατηρητής θέλει να είναι δίκαιος,
συγχέοντας, όμως, τη δικαιοσύνη με τη μέση οδό. Εκλαμβάνοντας την ευθύνη ως
μετρήσιμο μέγεθος, το οποίο διαιρεί εξηγητικά διά δύο, αδικεί το θύμα. Στην
κακή του εκδοχή, συμπεριφέρεται ιδιοτελώς: αρνούμενος να εκφέρει σαφή ηθική
κρίση, επιδίδεται, όπως γράφει ο Ρολάν Μπαρτ, στη «μικροαστική» κριτική «ούτε
ούτε». Εμφανίζεται ότι ενεργεί ηθικά, ενώ αποφεύγει την ηθική δέσμευση διά της
εξηγητικής οδού. Αυταπατάται και παραπλανά.
Οταν λες, λοιπόν, ότι και η Ρωσία και η Ουκρανία ευθύνονται για τον πόλεμο,
εξισώνεις τον θύτη με το θύμα. Την ίδια εξίσωση θα έκανες αν έλεγες το ίδιο για
την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Αυτός ο τρόπος σκέψης απο-καλύπτει πώς βλέπεις
τον κόσμο – αρνείσαι να μπεις στη βάσανο της δέσμευσης· η ηθική αμεροληψία σου
(«ούτε ούτε») σε απαλλάσσει από σκληρά διλήμματα· αρνείσαι να πάρεις θέση, για
να μη βιώσεις το τρέμουλο της ανα-θεώρησης.
Πέραν της ηθικής ευθύνης, δεν πρέπει να εξηγούμε φαινόμενα όπως η διακρατική
βία; Φυσικά και πρέπει, εφόσον μας ενδιαφέρει η διαυγής κατανόηση. Ενα γενικό
εξηγητικό σχήμα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων: την κοσμοαντίληψη των δρώντων
(περιλαμβανομένων των συμφερόντων τους), τα εμπόδια που τίθενται στη δράση τους
και την αλληλόδρασή τους.
Το καθεστώς Πούτιν είναι αφενός απολυταρχικό, αφετέρου διέπεται από την
αναβίωση του ρωσικού μεγαλοϊδεατισμού, ιδιαίτερα έναντι μιας ασθενέστερης
χώρας, η οποία, στη μακρά ιστορική διάρκεια, «δεν έπρεπε να υπάρχει». Η
Ουκρανία, ως νεαρή φιλελεύθερη δημοκρατία, έκανε τα πρώτα, κλυδωνιζόμενα βήματά
της προς τη Δύση και ό,τι αυτή αντιπροσωπεύει. Ρωσική μεγαλοϊδεατική
απολυταρχία και ουκρανική ευρωπαϊκών φιλοδοξιών δημοκρατία συγκρούονται. Οι
σχετικά ήπιες κυρώσεις που επιβλήθηκαν στη Ρωσία μετά την προσάρτηση της
Κριμαίας (2014), σε συνδυασμό με την αυξανόμενη ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης
από τη Ρωσία, μείωσαν τα πιθανά εμπόδια στην ανάληψη στρατιωτικής δράσης από
τον Ρώσο δεσπότη. Τέλος, ο κακός χειρισμός της ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ
από τη Δύση και την ουκρανική ηγεσία (ένα ασαφές ναι) υποτίμησε ιστορικά
εμπεδωμένες ρωσικές ανασφάλειες, χωρίς να παράσχει δεσμεύσεις ασφάλειας στην
Ουκρανία. Αν και ουδείς είχε προβλέψει την εισβολή, οι συνθήκες εκκόλαψής της
είχαν δημιουργηθεί.
Εκ των υστέρων, βεβαίως, τα πάντα μπορούν να υπαχθούν σε ένα σχήμα εξήγησης
– αυτό είναι εύκολο. Το δύσκολο είναι η προδραστική σύνθεση ηθικής διαύγειας
και αναλυτικής οξύνοιας από τους λήπτες αποφάσεων, στις φιλελεύθερες
δημοκρατίες. Ηθική διαύγεια για να μη χάνουν τον αξιακό προσανατολισμό (αίσθηση
σωστού και λάθους) και αναλυτική οξύνοια για να διαχειρίζονται τα προβλήματα
αποτελεσματικά (αίσθηση πραγματικότητας, συγκυρίας και ισχύος). Είμαστε
καταδικασμένοι να προσπαθούμε τη σύνθεση, να αποτυγχάνουμε και να ξαναπροσπαθούμε.
Γι’ αυτό η Ιστορία είναι η ακολουθία επιτευγμάτων και καταστροφών.
* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο
Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.
Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2021
Απόστολος Δοξιάδης: Ο Μητσοτάκης και οι κεντρώοι
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΔΟΞΙΑΔΗΣ*
12.12.2021 • 19:06
Η δημοσκοπική άνοδος του ΚΙΝΑΛ αναζωογόνησε το ζήτημα του κεντρώου χώρου
στη δημόσια συζήτηση.
Βέβαια, ο όρος «Κέντρο» χρειάζεται ορισμό για να προχωρήσει η συζήτηση.
Βασικό πρόβλημα στον ορισμό αποτελεί το ότι το «κεντρώος» σήμερα σπανίζει ως
αυτοχαρακτηρισμός ψηφοφόρων, αφού κάποιοι επιλέγουν το συγγενικό αλλά όχι
ταυτόσημο «κεντροαριστερός», ενώ το ιστορικά καταλληλότερο «φιλελεύθερος» έχει
πέσει θύμα της λαϊκίστικης προπαγάνδας. Παρά ταύτα, το Κέντρο περιγράφει μια
διακριτή πολιτική νοοτροπία, που χαρακτηρίζει στην Ελλάδα ένα μεγάλο σώμα
ψηφοφόρων.
Από τον Ελευθέριο Βενιζέλο έως τη δικτατορία, το Κέντρο οριζόταν κυρίως από
αντιθέσεις: αρχικά στην ανάμειξη του βασιλιά στην πολιτική και αργότερα και
στον κομμουνισμό. Μέσα στην πολύπαθη ιστορία του τόπου, οι αντιθέσεις απέκτησαν
ταυτοτική σημασία, ουσιαστικά ορίζοντας το Κέντρο ως πολέμιο των εχθρών της
δημοκρατίας. Αυτός ήταν και ο λόγος που το Κέντρο ατόνησε μεταδικτατορικά, όταν
αποκτήσαμε μια πρωτόγνωρη για τα μέτρα μας δημοκρατική πολιτεία. Οι
προδικτατορικοί ψηφοφόροι του Κέντρου απορροφήθηκαν εξίσου από τη Νέα
Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ, αλλά με μεγάλο κόστος: οι παλαιοκομματικές και
πελατειακές πολιτικές αυτών των κομμάτων, όπως και η κομματικοποίηση του
κράτους και η διαπλοκή που άνθησαν μεταδικτατορικά, έμειναν χωρίς ουσιαστικό
αντίπαλο.
Το Κέντρο αναστήθηκε στην κρίση, με τα τεράστια προβλήματα των μεγάλων
κομμάτων που ανέδειξε, όπως και την άνοδο του λαϊκισμού και των τερατογενέσεων
που προκάλεσε. Ομως οι άνθρωποι που άναψαν ξανά τη φλόγα που μας επιτρέπει
σήμερα να μιλάμε για κεντρώο χώρο δεν ήταν αυτή τη φορά πολιτικοί, αλλά κάποιοι
σχολιαστές των κοινών, είτε επαγγελματίες δημοσιογράφοι είτε διανοούμενοι, είτε
ενεργοί πολίτες από άλλους χώρους, που ένιωσαν την ανάγκη να υποστηρίξουν δημόσια
τις απόψεις τους. Εκατό μη πολιτικοί, ίσως λίγο περισσότεροι, έδωσαν το οξυγόνο
ώστε να υπάρχει σήμερα ξανά πολιτικό Κέντρο.
Στην τωρινή μορφή, το Κέντρο ορίζεται
από την αντίθεση στον παλαιοκομματισμό, τον πελατειασμό, τον φανατισμό και τον
λαϊκισμό, ενώ απορρίπτει τους παλιούς χαρακτηρισμούς «αριστερός» και «δεξιός»,
που έχουν καταντήσει σήμερα σκέτες ταμπέλες. Ως θετικό πολιτικό όραμα,
υποστηρίζει τη δημοκρατία δυτικού τύπου και το κράτος δικαίου, ως κύριο
εργαλείο ανάλυσης δέχεται τον ορθό λόγο, προσαρμοσμένο στις ανάγκες του
ρεαλισμού, ενώ κύριο κριτήριο επιλογής των πολιτικών θεωρεί την αξιοσύνη.
Σε μια χώρα με χρονίζουσες πολιτικές παθολογίες, το Κέντρο είναι από τη
φύση του μεταρρυθμιστικό. Αρα, ως βασική πολιτική αρετή –εφ’ όσον τηρούνται οι
υπόλοιπες προϋποθέσεις– ορίζεται το θάρρος. Και εδώ ακριβώς μπαίνει στη
συζήτηση ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Γιατί οι λιγοστοί πολιτικοί που αξιολογούνταν
θετικά από τους κεντρώους στο διάστημα 2015-2019 κρίνονταν από πράξεις
προγενέστερες, πριν πάρουν την εξουσία οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Ο Μητσοτάκης, αντίθετα,
ξεχώρισε για μια πράξη του στην αρχή της ζοφερής αυτής εποχής: την απόφασή του
να παρακούσει στο κόμμα του και να μην ψηφίσει τον Προκόπη Παυλόπουλο ως
Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ηταν πράξη θαρραλέα, δυνητικά με μεγάλο πολιτικό
κόστος, και άρα εντελώς ασυνήθιστη για φιλόδοξο πολιτικό. Με αυτήν, ο
Μητσοτάκης μπήκε για πρώτη φορά στο περισκόπιο των κεντρώων.
Η νίκη του στις εσωκομματικές εκλογές ήταν αναπάντεχη –θυμίζω ότι οι
δημοσκοπήσεις τον έφερναν αρχικά τελευταίο– αλλά εκ των υστέρων εξηγήσιμη. Ο
βασικός λόγος της ήταν η συμπάθεια των κεντρώων, που έστειλε στις κάλπες
πολλούς ανθρώπους που δεν είχαν έως τότε καν ψηφίσει Νέα Δημοκρατία. Και τους
έστειλε ξανά στις εθνικές εκλογές του 2019, καθώς είδαν στο αναγεννημένο κόμμα
του Μητσοτάκη χώρο για μια νοοτροπία διαφορετική και από τη λεγόμενη «λαϊκή
Δεξιά» αλλά και από το παλαιοκομματικό μόρφωμα που όριζαν τα έως τότε πρώτα
ονόματα της Νέας Δημοκρατίας. Δεν είναι υπερβολικός ο ισχυρισμός ότι οι
κεντρώοι έκαναν τον Μητσοτάκη πρωθυπουργό.
Υστερα από δυόμισι χρόνια διακυβέρνησης αναρωτιόμαστε: σε ποιο βαθμό ο Μητσοτάκης
ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες του κεντρώου χώρου, και άρα αν και σε τι ποσοστό
ο χώρος θα τον στηρίξει στις επόμενες εκλογές;
Δίνω τη δική μου απάντηση, που αν και εμπεριέχει πολλές απόψεις που
διαπιστώνω από διαβάσματα και συζητήσεις με ομόφρονες, παραμένει αυστηρά
προσωπική.
Ο κεντρώος χώρος συνολικά αποτιμά θετικά έως πολύ θετικά την κυβέρνηση
Μητσοτάκη, σε τρεις τομείς: στην αντιμετώπιση των πολλών και σοβαρών
αναπάντεχων κρίσεων που αντιμετώπισε, στη διεύρυνση και ενδυνάμωση των διεθνών
συμμαχιών της χώρας, αλλά και στην ενίσχυση όψεων της οικονομίας που είχαν
πληγεί σοβαρά την τελευταία δεκαετία, αλλά και νωρίτερα, ως θύματα της
διαπλοκής και του παλαιοκομματισμού.
Ταυτόχρονα, υπάρχουν συγκεκριμένες πολιτικές υπουργών του Μητσοτάκη που
έχουν την πλήρη αποδοχή του μεταρρυθμιστικού κέντρου. Αναφέρω τρεις από τις
σημαντικότερες: το έργο του Πιερρακάκη στην ψηφιακή μεταρρύθμιση, του
Χρυσοχοΐδη στη διάλυση απαράδεκτων νησίδων ανομίας αλλά και στον νόμο που –αν
και εφ’ όσον εφαρμοστεί όπως σχεδιάστηκε, που παραμένει αμφίβολο– θα
προστατεύσει επιτέλους τα πανεπιστήμιά μας από την τυραννία της βίας, όπως και
της Κεραμέως με τις ήδη υπαρκτές και εφαρμοσμένες μεταρρυθμίσεις στην παιδεία.
Η τελευταία, σημειωτέον, είναι από τα πιο επιτυχημένα στην πράξη και ταυτόχρονα
το λιγότερο επιτυχημένο στην επικοινωνία στέλεχος της κυβέρνησης – αλλά οι
κεντρώοι προτιμούν την πράξη από την επικοινωνία.
Βέβαια, για το άριστο έργο κάποιων υπουργών του, τους επαίνους δικαιούται
να διεκδικεί ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Αλλά εφ’ όσον το κάνει, πρέπει αναγκαστικά
να χρεωθεί τις ελλείψεις και τις αποτυχίες των υπολοίπων – και υπάρχουν
δυστυχώς πολλές. Εδώ εντοπίζεται η κύρια κριτική των κεντρώων στη μέχρι τώρα
διακυβέρνηση. Πολλά κυβερνητικά στελέχη είναι από μέτρια έως άθλια, παλαιοκομματικοί
πολιτικάντες, ανίκανοι, φαύλοι, με αρκετούς και αρκετές να βάζουν συστηματικά
τρικλοποδιές στα άξια στελέχη, εμποδίζοντας το έργο τους. Με τέτοιο πολιτικό
υλικό, όμως, πώς θα γίνουν οι βαθιές αλλαγές που πρέπει να γίνουν, στην υγεία,
στη Δικαιοσύνη, στα πανεπιστήμια, και σε άλλους ζωτικούς χώρους;
Το λεγόμενο «επιτελικό κράτος» δεν αποτελεί πανάκεια. Αν συντονίζει το έργο
άξιων στελεχών, τους οποίους ο πρωθυπουργός επιλέγει αξιοκρατικά και αφήνει να
λειτουργούν με πρωτοβουλία –γιατί ποιος άξιος άνθρωπος θα δεχθεί να γίνει
μαριονέτα;– μπορεί να κάνει χρήσιμο έργο. Αλλιώς είναι δώρον άδωρον. Με
σκάρτους αξιωματικούς, τι να σου κάνει το επιτελείο; Η αξιοκρατία που σωστά
κηρύσσει ο Μητσοτάκης πρέπει να αρχίσει από την κυβέρνησή του.
Οταν ο συγγραφέας Παναΐτ Ιστράτι γύρισε από επίσκεψη στη Σοβιετική Ενωση το
1927, ενώ ήταν έως τότε κομμουνιστής, αλλαξοπίστησε, με την υπέροχη διαπίστωση:
«Είδα πολλά σπασμένα αυγά, σύντροφοι. Ομελέτα δεν είδα». Κατ’ αντιστροφή, η
κυβέρνηση Μητσοτάκη παρασκεύασε έως τώρα πολλά καλά πολιτικά εδέσματα. Αλλά,
εάν δεν σπάσει αυγά, οι μεγάλες αλλαγές στις οποίες ήλπισε ο κεντρώος χώρος δεν
θα γίνουν. Η τόλμη του Μητσοτάκη, με την οποία γοήτευσε αρχικά το Κέντρο,
πρέπει να αναδειχθεί πάλι ως κυρίαρχη πολιτική αρετή του. Αυτό μόνο κέρδος θα
φέρει και στον ίδιο και στον τόπο.
* Ο κ. Απόστολος Δοξιάδης είναι συγγραφέας.