ΤΟ ΑΠΟΛΩΛΟΣ ΠΡΟΒΑΤΟ συλλογή διηγημάτων

Μια απολαυστική συλλογή διηγημάτων, μωσαϊκό μιας 40ετίας.

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

Ο ΑΛΚΙΝΟΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Ο δημοφιλής κύπριος τραγουδοποιός Αλκίνοος Ιωαννίδης, ο οποίος ζει και εργάζεται στην Ελλάδα, κατακεραυνώνει τους κυβερνώντες στην Κύπρο αλλά και τον ίδιο τον λαό της Μεγαλονήσου με ένα κείμενό του που ανήρτησε στην προσωπική του ιστοσελίδα

Στο κείμενό του με τίτλο Ελεύθεροι Κατακτημένοι, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης καταγγέλλει πρωτίστως τον ίδιο τον λαό και τις επιλογές που έκανε τις τελευταίες δεκαετίες, λησμονώντας την ιστορία του και τα μαθήματα του 1974. Το κείμενο του Ιωαννίδη έχει ως εξής.

Δεν θα πω για τους άλλους. Λίγο με ενδιαφέρει η ποιότητα και η στάση τους σε τέτοιες στιγμές. Ούτε και περίμενα καλύτερη αντιμετώπιση. Όσο και να τους βρίσω, χαϊδεύω τα αυτιά μας και τίποτα δεν αλλάζει. 

Θα πω για εμάς, και συγχωρήστε με: Ερχεται η μέρα που η μάσκα τραβιέται βίαια. Η μέρα που το αληθινό μας πρόσωπο φανερώνεται, θέλουμε-δεν θέλουμε, αφτιασίδωτο και τρομακτικά αληθινό. Πρέπει να το κοιτάξουμε, είναι θέμα ζωής και θανάτου. Πρέπει να το ρωτήσουμε, να μας πει ποιοι είμαστε. Γιατί μόνο αυτό γνωρίζει.

Γυρνάμε απότομα, για να αντικρίσουμε μια τρύπα στον καθρέφτη. Πού απουσιάζει το πρόσωπό μας; Το ξεχάσαμε σε μικρά, ταπεινά, εγκαταλελειμμένα σπίτια, στη σκόνη χαμηλών, πλύνθινων ερειπίων, στους τάφους αγράμματων, ακατέργαστα σοφών παππούδων. Εκεί αφήσαμε θαμμένες τις αληθινές καλημέρες, τη συγκίνηση των στίχων, την αλληλεγγύη των ανθρώπων κι ό,τι πολύτιμο δεν μετριέται σε χρήμα. Έκτοτε, προχωρήσαμε στον «σύγχρονο κόσμο» απρόσωποι, γυμνοί, παλεύοντας να κρατήσουμε το νήμα της ύπαρξής μας άκοπο, μέσα σε εποχές δύσκολες, μέσα σε ένα τοπίο που δεν μας μοιάζει. Γίναμε αρχοντοχωριάτες, επενδύοντας στα χειρότερα χαρακτηριστικά των δύο συνθετικών της λέξης. «Εχω γάμο» λέγαμε και στεκόμασταν καλοντυμένοι σε γκαζόν ξενοδοχείων, με φακελάκια στα χέρια, χωρίς αληθινή, από καρδιάς ευχή. «Και οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα, γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας». Ούτε αινίγματα, ούτε τίποτε. Όλα απαντημένα, όλα πεζά. Μεγάλα και άδεια. Απομείναμε αναίσθητοι μπροστά στο ιερό, ζώντας ένα γυαλιστερό, αντιαισθητικό, άχαρο, ανέραστο, ανίερο, ξοδεμένο παρόν. Χωρίς μνήμη, χωρίς όνειρο, διαζευγμένοι από το είναι μας.

Τα καλύτερα παιδιά μας τα πουλήσαμε. Τα αφήσαμε να σπαταλούν τη ζωή τους σε λογιστικά βιβλία, σε γραφεία εταιρειών, σε άψυχους λογαριασμούς. Τα κάναμε σκλάβους με τίτλους διευθυντικού στελέχους. Τα ταΐσαμε χρήματα, τα σπουδάσαμε χρήματα, τα μάθαμε να σκέφτονται χρήματα, να υπηρετούν χρήματα, να ονειρεύονται χρήματα, να παντρεύονται χρήματα, να γεννάνε χρήματα, να είναι χρήματα. Μιλούν άπταιστα τα χειρότερα Αγγλικά (αυτά της δουλειάς) και άθλια τα καλύτερα Ελληνικά (τα Κυπριακά). Όταν τα χρήματα λείψουν, από πού θα κρατηθούν; Αντικαταστήσαμε το γλέντι στην πλατεία του χωριού με το σκυλάδικο. Τον έρωτα με το στριπτιζάδικο. Τα αναγκαία για την επιβίωση, με ένα τζιπ γεμάτο άχρηστα ψώνια. Τον ελεύθερο χρόνο με την υπερωρία. Κάναμε το παιγνίδι των παιδιών υπερπαραγωγή, σε πάρτι γενεθλίων κατά παραγγελία. Ξεχάσαμε ποια είναι τα βασικά συστατικά της ύπαρξής μας, ως ατόμων και ως κοινωνίας, αντικαθιστώντας τα με ό,τι μάς γυάλισε στη βιτρίνα. Γίναμε ό,τι μας έπεισε ο διαφημιστής, η τηλεόραση ή το περιοδικό να γίνουμε. Καταντήσαμε οπαδοί ομάδων, φανατικοί, με μαχαίρια και μίσος. Εφηβος, προτού σιχαθώ όλες τις ομάδες εξίσου, ήμουν με την Ομόνοια. Μια μέρα που έπαιζε με το ΑΠΟΕΛ, αρρώστησε ο τυμπανιστής των αντιπάλων. Ήρθαν στην άλλη κερκίδα και μου ζήτησαν να πάω στη δική τους, για να παίξω το τύμπανο. Πήγα ευχαρίστως.

Πέρασε ο καιρός, αλλάξαμε. Ξεχάσαμε. Χωριστήκαμε σε κόμματα και τα ψηφίσαμε τυφλά, διχαστήκαμε με τρόπο αταίριαστο στην ιστορία και την παράδοσή μας. Σε μια σταλιά τόπο, λέγαμε «οι άλλοι». Πήραμε τα χειρότερα χαρακτηριστικά της Ελλάδας και τα κάναμε αξιώματα. Να πάει στο καλό τέτοιος εαυτός, να μην ξανάρθει. Καθόλου μην τον κλάψουμε, καθόλου μη μας λείψει. Στον αγύριστο! Πέρασαν χρόνια. Το κορίτσι από τις Φιλιππίνες έκλαιγε κρυφά στο κρεβάτι του για το παιδί και τη μάνα που άφησε για να σερβίρει καφέ τον κύριο Πάμπο, που έγινε σερ, για να σιδερώνει τα ακριβά βρακιά της κυρίας Αντρούλλας, που έγινε μάνταμ. Η κοπέλα θα γυρίσει φτωχή στο Μπάγκιο Σίτι ή στη Μανίλα. Θα αγκαλιάσει τη μάνα της, θα φιλήσει το παιδί της. Εμείς, πού επιστρέφουμε;

Τι μένει όταν ο σερ και η μάνταμ, έκπληκτοι, χάνουν το αυτοκίνητο, την υπηρέτρια, το λούσο και το σπίτι τους; Τι κρατιέται αναλλοίωτο μέσα στον χρόνο, κάτω από την επιφάνεια που βουλιάζει; Πού ακριβώς βρίσκεται ανεξίτηλα χαραγμένος ο βαθύς Χαρακτήρας, που μας επιτρέπει, όταν όλα αλλάζουν, να λέμε ακόμη «Εμείς»; Μπορούμε σήμερα να αποφασίσουμε ξανά, ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι μαζί, ποιοι είμαστε. Τι είναι σημαντικό και τι όχι. Τι αξίζει να προσπαθήσουμε μέχρι τέλους. Ποια λόγια αξίζει να πούμε προτού φύγουμε, πώς αξίζει να σταθούμε και απέναντι σε τι, προτού πεθάνουμε. Κι αυτό, μπορούμε να το κάνουμε, ακόμη και νηστικοί, άνεργοι και άστεγοι. Ήταν όμως αδύνατον να το κάνουμε χορτάτοι και υποταγμένοι, με έναν εαυτό-καταναλωτή, εξαρτημένο και ευχαριστημένο.

Μείναμε σε σκηνές, στο ύπαιθρο, για χρόνια. Χάσαμε για πάντα τα σπίτια, τα χωριά και τις ζωές μας. Περιμέναμε κάθε μέρα, για χρόνια, αγνοούμενους που δεν γύρισαν. Για δεκαετίες, ακούγαμε αεροπλάνο και στρέφαμε έντρομοι τα μάτια στον ουρανό. Χιαστί ταινίες στα παράθυρα, μη σπάσουν από τον βομβαρδισμό που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ξαναρχίσει. Τα παιδιά που έβγαλαν το σχολείο διαβάζοντας με το κερί στα αντίσκηνα, χειμώνες στη σειρά, βρίζονταν στην Ελλάδα από τους Ελλαδίτες, γιατί τους έτρωγαν τις θέσεις στα πανεπιστήμια. Η Μεγάλη Μαμά τίποτα δεν κατάλαβε. Κι ακόμη δεν καταλαβαίνει. Γιατί, μπορεί η Κύπρος να είναι Ελληνική, όμως, πόσο λίγο Κυπριακή είναι η Ελλάδα! Πόσο λίγο Ελληνική είναι η Ελλάδα! Επιτρέψαμε στους μικρούς πολιτικούς ενός αδύναμου και απροστάτευτου τόπου, να συμπεριφέρονται σαν άρχοντες αυτοκρατορίας. Να υπηρετούν κόμματα και τσέπες, σαν να μην υπάρχει απειλή, κίνδυνος και γκρεμός, σαν να είναι αδύνατον από τη μια μέρα στην άλλη να γίνουμε μπουκιά στο στόμα κροκοδείλων. Είδαμε τα τρυφερά, αγνά χαμόγελα των παιδιών του Απελευθερωτικού Αγώνα να χρησιμοποιούνται από βάρβαρους, απαίδευτους «πατριώτες» με ξυρισμένα κεφάλια, φαλακρούς «απ' έξω κι από μέσα». Ζήσαμε την αδικία, την απώλεια, την εγκατάλειψη. Τα ξέρουμε όλα, τα είδαμε όλα, τα ζήσαμε όλα. Τώρα θα φοβηθούμε;

Όταν κλαίγαμε το '74, κλαίγαμε για τα σπίτια μας. Σήμερα θα κλάψουμε για τις επαύλεις μας; Τότε, κλαίγαμε για το χωριό μας. Θα κλάψουμε σήμερα για την τράπεζα; Τότε, για τους τάφους των γονιών μας. Σήμερα για τα χρέη μας; Τότε, για τις ζωές μας. Σήμερα για τις δουλειές μας; Δεν νομίζω...

Η κοινωνία μας, αυτή η διαλυμένη, πιέζοντας ασταμάτητα την όποια επίσημη πολιτική ηγεσία, αλλά και πέρα απ' αυτήν, θα αναπτύξει μηχανισμούς στήριξης των ανέργων, θα φροντίσει τα παιδιά της. Όχι από ελεημοσύνη. Από αλληλεγγύη. Και με τη γνώση πως, αν ο διπλανός δε ζει καλά, κανείς δε ζει καλά. Γιατί, ό,τι ποτέ μας κράτησε σ' αυτόν τον τόπο, ήταν ένας ιδιόμορφος, ποιητικός, παράλογα ωραίος κοινωνικός ιστός, που αυτοπροστατεύεται και που μας προστατεύει. Αυτός είναι που ανάγκασε τους βουλευτές να πουν, για μια έστω στιγμή, «Όχι». Το «Όχι» της Κυπριακής Βουλής, είναι σημαντικότερο απ' ότι κάποιοι χαιρέκακοι μπορούν να υποψιαστούν. Κι ας επιστρέψει η Βουλή εκλιπαρώντας τους Τροϊκανούς, κι ας πέσει στα γόνατα, κι ας τους γλύψει τα πόδια, μετά. Κι ας χάσουμε περισσότερα. Γιατί, για μια στιγμή έστω, έμοιασε η Δημοκρατία να έχει νόημα, ένα νόημα ξεχασμένο εδώ και δεκαετίες. Έμοιασαν, έστω και για μια στιγμή, οι εκπρόσωποι να εκπροσωπούν πράγματι. Η στιγμή καταγράφεται και μένει, δημιουργώντας προηγούμενο, παρά την όποια κατάληξη. Και το γεγονός πως το προηγούμενο δημιουργήθηκε από μισή μερίδα τόπο, αγαπητοί λογικοί λογιστές, το κάνει ακόμη σημαντικότερο. Τίποτα «δικό σας» δεν θα μείνει ποτέ στην Ιστορία, να σηματοδοτεί, να καθορίζει, ή έστω να θυμίζει κάτι υπαρξιακά σημαντικό. Αφήστε μας να το χαρούμε. Δεν μας προσφέρονται συχνά τέτοιες χαρές.

Αυτό το «Όχι», φαίνεται να είχε και χειροπιαστά αποτελέσματα: Εκτός από τη δυνατότητα μη φορολόγησης των μικροκαταθετών, εκτός από το χρονικό περιθώριο που έδωσε για τη νομοθετική ρύθμιση του περιορισμού των συναλλαγών και τη δημιουργία Ταμείου Αλληλεγγύης, που μπορούν να παίξουν σημαντικά θετικό ρόλο στο μέλλον, έδωσε και τη δυνατότητα, έστω σπασμωδικά, έστω την τελευταία στιγμή, έστω με απογοητευτικό αποτέλεσμα, να μετρηθούν οι δυνάμεις και οι «φιλίες», τόσο της Κύπρου, όσο και της Ελλάδας. Βοήθησε να καθαρίσει το τοπίο, να τελειώσουμε με ψευδαισθήσεις, να καταλάβουμε ξανά το πόσο μόνοι είμαστε, το πόση ευθύνη έχουμε. Κι όσοι πιστεύουν πως με ένα «Ναι» θα σώζαμε κάτι, τη Λαϊκή Τράπεζα ή την Κύπρου (αλήθεια, πόσο «δική μας» μπορεί να είναι μια τράπεζα;) και μαζί τις δουλειές, ή τους κόπους μιας ζωής που τους εμπιστευτήκαμε, να μην ξεχνούν πως, όποιο κομμάτι μας έμεινε απροστάτευτο, ούτως ή άλλως, και με τα «Ναι» και με τα «Όχι», θα κατασπαραχθεί.

Δυστυχώς, δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει "plan B". Θα ήταν αδύνατον να έχει εκπονηθεί από ανθρώπους της γενιάς μου και της προηγούμενης, από ανθρώπους βουτηγμένους στην κατανάλωση, στο εφήμερο, στο συμφέρον, στο νεοπλουτισμό και στο τίποτε, μια πολιτική που να έχει βάθος και σοβαρότητα. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς δικλίδες ασφαλείας, χωρίς λογική, είπαν ενστικτωδώς "Όχι". Έστω και για μια στιγμή. Ένα "Όχι" καταστροφικό και λυτρωτικό μαζί, που εσείς, αγαπητοί Ελλαδίτες μνημονιακοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, με πρόσχημα το καλό μας, δεν θα πείτε ποτέ. Θα προτιμήσετε να καταστραφούμε εξίσου, λέγοντας "Ναι".

Οι Κύπριοι προσφυγοποιούμαστε ξανά στην ίδια μας την πατρίδα. Χάνουμε ξανά τη ζωή όπως τη χτίσαμε, όπως νομίζουμε πως τη διαλέξαμε, όπως νομίσαμε πως μας ανήκει. Και φοβόμαστε. Είναι ανθρώπινο. Όμως, τι πραγματικά φοβόμαστε; Ότι θα πεινάσουμε; Πεινάσαμε και παλιότερα. Ότι θα κρυώσουμε; Κρυώσαμε χρόνια. Ότι θα μείνουμε μόνοι; Πάντα μόνοι ήμασταν. Ότι θα πονέσουμε; Από πόνο άλλο τίποτε... Ότι θα μας κατακτήσουν; Πάντα κατακτημένοι υπήρξαμε.

Θα τα καταφέρουμε, το ξέρουμε καλά! Γιατί, τελικά, δεν φοβόμαστε τίποτε. Γιατί, τελικά, το μόνο που φοβόμαστε, είναι το υποχρεωτικό κοίταγμα στον καθρέφτη. Το μόνο που μας φοβίζει, είναι το μόνο που πραγματικά έχουμε: το αληθινό μας πρόσωπο. Ας το ξεθάψουμε, ας το θυμηθούμε, ας το κοιτάξουμε. Ενώ όλοι, φίλοι και εχθροί, μας αγριοκοιτάζουν, ενώ η μάσκα μας πέφτει νεκρή, αυτό θα μας χαμογελάσει.

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

Αντιφασίστες!





ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΠΡΕΤΕΝΤΕΡΗ
 
Αν ο ναζιστικός κίνδυνος που απειλεί την Ελλάδα είναι ο Κατίδης, να το ξέρω για να κοιμάμαι ήσυχος.

Διότι μπορεί να ζούμε στη χώρα της υστερίας και της υπερβολής, αλλά δυσκολεύομαι να εντοπίσω τον νέο Χάιντριχ στο πρόσωπο ενός ολιγόμυαλου ποδοσφαιριστή που κυκλοφορεί γεμάτος στα τατουάζ.

Ακόμη περισσότερο που, για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω πόσο σοβαρός είναι ο φασιστικός (ή ναζιστικός, κατά άλλη εκδοχή...) κίνδυνος που μας απειλεί.

Διαβάζω βεβαίως προκηρύξεις, συνθήματα στους τοίχους ή καταγγελίες στο Διαδίκτυο από πολυάριθμους αγωνιστές που αυτοσυστήνονται ως «αντιφασίστες» («αντιφά» για τους φίλους...) και θέλουν «να διώξουν τους φασίστες από τις γειτονιές» - καμία αντίρρηση!..

Αρκεί να τους βρουν.

Διότι έχω την αίσθηση ότι στη σημερινή Ελλάδα πολύ περισσότερο ευδοκιμούν οι νεο-χαζοί από τους νεο-ναζί. Ο Κατίδης που λέγαμε...

Η έλλειψη φασισμού φυσικά δεν μειώνει την κοινωνική χρησιμότητα του αντιφασισμού. Ως εκ τούτου, όλοι χαιρόμαστε όταν εκδηλώνονται τα δημοκρατικά ανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας.

Η οποία σε ζητήματα αντιφασισμού δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί της, παρ' όλο που κατά τ' άλλα δεν έχει πρόβλημα να καταπίνει καμήλες ολόκληρες.

Η ΕΠΟ, ας πούμε, μπορεί να έχει ξεφτιλίσει κάθε έννοια νομιμότητας, ισονομίας, αξιοπρέπειας ή δικαιοσύνης και να έχει αποδεχτεί κάθε μορφή ίντριγκας ή παρασκηνίου, αλλά μόλις είδε στον ορίζοντα να κατηφορίζουν τα Waffen-SS καθάρισε τον Κατίδη στο άψε-σβήσε.

(Τη στιγμή που, αν δεν απατώμαι, ο Ολυμπιακός Βόλου, «πρώην» του Μπέου, και η Καβάλα, «πρώην» του Ψωμιάδη, επέστρεψαν κανονικά στις αγωνιστικές τους δραστηριότητες...)  

Πράγμα που σημαίνει ότι η ποδοσφαιρική ομοσπονδία μπορεί να μη συγκινείται ιδιαιτέρως με τον υπόκοσμο, αλλά για τον φασισμό δεν σηκώνει κουβέντα.

Πολύ φοβούμαι όμως ότι αυτή είναι γενικά η ελληνική κοινωνία. Βουτηγμένη στην υποκρισία και στην επίφαση.

Ετοιμη να πολεμήσει τον φασισμό, αλλά και να προπηλακίσει όποιον δεν της λέει ακριβώς ό,τι θέλει να ακούσει.

Ατεγκτη με τον απέναντι, αλλά αφάνταστα ανεκτική με τον εαυτό της.

Ανυποχώρητη πολέμιος των συμφερόντων (των άλλων) κι ασυμβίβαστος υπερασπιστής των συμφερόντων (των δικών της).

Και για να είμαι ειλικρινής, είναι αυτή η κοινωνία που παράγει τους πάσης φύσεως Κατίδηδες.

Ανεξαρτήτως τι μυαλό κουβαλάει ο κάθε Κατίδης.

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

Κώστας Βαξεβάνης ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ



Μετά το σοκ, ξεκίνησε η παραγωγή και αναπαραγωγή επιχειρημάτων. «Άλλα μεγέθη στην Κύπρο», «αυτοί έχουν πλάτη τους Ρώσους», «η Κύπρος ψάχνει τώρα πλάνο Β». Από το πρωί της Τρίτης η Αγία Κυβερνητική Τριάδα γνώριζε ποιό θα ήταν το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας στην Κύπρο, αλλά δεν φανταζόταν ότι θα προκύψει μέσα από το κυπριακό ΟΧΙ, τόσο μεγάλη σύνδεση με την ελληνική πραγματικότητα. Οι Ελλαδίτες έγιναν «όλοι Κύπριοι», μέσα από μια διαδικασία που ξεκίνησε ως πολιτική για να καταλήξει ψυχολογική. Πήραν το αίμα τους πίσω από τις συμπεριφορές υποτέλειες και φόβου. Ανακάλυψαν πως υπάρχουν και άλλες φάτσες πολιτικών, που ανεβαίνουν στο βήμα της (Κυπριακής) Βουλής, λένε ό,τι έχουν να πουν, περιγράφουν το εθνικό συμφέρον και καταψηφίζουν. Έφτανε να παρακολουθήσεις 10 λεπτά την συζήτηση στην Κυπριακή Βουλή για να καταλάβεις τι σημαίνει Βενιζέλος, Σαμαράς, Στουρνάρας.
Η ελληνική κυβέρνηση ζει δραματικές στιγμές, οι οποίες είναι αποτέλεσμα της στάσης της. Υπερασπίστηκε στο Eurogroup μαζί με τους Γερμανούς τους δασμούς στις κυπριακές καταθέσεις, αλλά από το πρωί της Τρίτης ξαφνικά υποστηρίζει το κυπριακό «Όχι». Δεν πρόκειται για πολιτικό διπολισμό, αλλά για την καταστροφή μιας ολόκληρης στρατηγικής στην οποία στηρίζει τις επιλογές της. Επί μήνες Σαμαράς και Βενιζέλος συμπορεύονται με τους εκβιασμούς της Γερμανίας, τους εμφανίζουν ως αναγκαία και μοναδική πολιτική λύση, τους επιβάλουν με τον χειρότερο τρόπο (αλήθεια γιατί δεν είχε ΜΑΤ και δακρυγόνα στην Κύπρο;) και στη συνέχεια αυτοχαρακτηρίζονται σωτήρες δείχνοντας όποιον διαφωνεί μαζί τους ως «προδότη» του Έθνους.
Η ανατροπή αυτής της «φυσικής» ροής της πολιτικής τους δια του παραδείγματος της Κύπρου, είναι η μεγαλύτερη καταστροφή για τους κυβερνητικούς εταίρους. Ακόμη και αυτή η κυβέρνηση Αναστασιάδη, έκανε στην άκρη και άφησε τα κυπριακά κόμματα και τον κόσμο να πιέσουν τους ευρωπαίους παράγοντες. Εδώ όσε φορές ο κόσμος βγήκε στο δρόμο, αντί να χρησιμοποιηθεί ως μοχλός πίεσης στους δανειστές, ξυλοκοπήθηκε, ξεφτιλίστηκε, κατηγορήθηκε σε μια προσπάθεια να δειχθεί στη Μέρκελ πως κάνουν τα πάντα για να περάσουν τα μέτρα.
Και ας πάμε στην ουσία. Η Μέρκελ αναζητά εναγωνίως πλάνο Β. Όσο και να προσπαθήσει να τιμωρήσει την Κύπρο, δεν μπορεί να λειτουργήσει πολιτικά όπως πριν. Ξέρει αυτό που οι οπαδοί της στην Ελλάδα κρύβουν. Η κρίση είναι συστημική. Οι αναταραχές σε οποιαδήποτε χώρα, ακόμη και στη μικρή Κύπρο, δημιουργούν κλειδωνισμούς. Αλλά οι αντιδράσεις, απειλούν κυρίως την εικόνα παντοδυναμίας της και επιβολής της.
Μέρκελ και Σόιμπλε έκαναν ένα τραγικό λάθος. Λειτούργησαν με τον εκβιαστικό τρόπο που συνήθιζαν στην Ελλάδα, θεωρώντας πως η επιχειρηματολογία τους θα έβρισκε έναν Κύπριο Βενιζέλο προπαγανδιστή. Έτσι δημιούργησαν οι ίδιοι ένα κακό προηγούμενο και παράδειγμα για όλη την Ευρωζώνη. Πρέπει να «μαζέψουν» τώρα την κυπριακή ευφορία που μεταδίδεται ραγδαία σε Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία.
Το χειρότερο όμως είναι πως άνοιξαν εναλλακτικούς δρόμους για την Κύπρο και ίσως το δρόμο της πρώτης αποχώρησης από την ΕΕ και της επιστροφής στο εθνικό νόμισμα. Ποιά «ενότητα» και «κοινή συμπόρευση» θα επικαλείται τώρα η Μέρκελ, την ώρα που τα θύματά της θα επικαλεστούν την πραγματική ευρωπαϊκή αλληλεγγύη και την Ευρώπη των πολιτών; Την ώρα που ο εκβιασμός δεν θα είναι πια ο “μοναδικός δρόμος” αλλά ένας φανερός εκβιασμός που δεν θα μπορούν να στηρίξουν Βενιζέλοι και Σαμαράδες;
Το χειρότερο είναι πως η Μέρκελ άνοιξε την πόρτα στους Ρώσους και έκλεισε την πόρτα στους Αμερικανούς οι οποίοι δεν θέλουν να δουν μια συμφωνία Ρωσίας -Κύπρου για τους υδρογονάνθρακες υπό την μορφή βοήθειας για την κυπριακή κρίση. Εν ολίγοις η Μέρκελ καλείται να διαχειριστεί σε λίγο ως τσατσά μια Ευρώπη που την έκανε μπορντέλο.
Ναι, ο γερμανικός παράγοντας μπορεί να τιμωρήσει την Κύπρο αλλά διαλύει το προφίλ που έχουν ανάγκη οι υποτακτικοί του για να κυβερνούν την Ευρώπη. Πώς αλήθεια θα κυβερνήσει ο Σαμαράς μια Ελλάδα φωτογραφιζόμενος με τον Αττίλα 3 της Κύπρου; Η Μέρκελ λοιπόν, ψάχνει ένα πλάνο Β, για να ξεφύγει από την παγίδα που έστησε η συμπεριφορά της και οι διαβεβαιώσεις του Αναστασιάδη στο πρόσωπό της, πως όλα θα πάνε καλά.
Η Κύπρος αποδεικνύει πως σε ένα περιβάλλον κρίσης, η οποία δημιουργείται από την ίδια τη δομή της ΕΕ, άσχετα αν ενισχύεται από παρασιτικές λειτουργίες σε κάθε χώρα, πρέπει να ξαναμπεί στο τραπέζι μια άλλη λειτουργία της Ευρώπης. Απαραίτητη προϋπόθεση γι αυτό είναι η διαπραγμάτευση. Οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν το έκαναν. Έλεγαν ψέματα στους Έλληνες, μετέφεραν τους εκβιασμούς στους οποίους οι ίδιες υπέκυπταν ως αναγκαίες πολιτικές. Και ξαφνικά βρέθηκε η μικρή Κύπρος για να βάλει το θέμα της διαπραγμάτευσης λέγοντας “Οχι” στους εκβιασμούς. Πραγματικά είναι μικρά τα οικονομικά μεγέθη της Κύπρου, όπως είναι μικρή και η Κύπρος. Αλλά το μέγεθος δεν μετράει. Αφού όπως λένε οι εγχώριοι μερκελιστές “τα 5,8 δις της Κύπρου δεν είναι τίποτα”, γιατί τόσος ντόρος; Και ο Σαμαράς γιατί τόση βουβαμάρα;
Υ.Γ. Ο Χρυσόστομος Κύπρου δήλωσε πως η Εκκλησία δίνει την περιουσία της για να βγει η Κύπρος απ την κρίση. Στην Ελλάδα ο Άνθιμος ακόμη ράβει άμφια για να στολίσει τη ματαιόδοξη και μισαλλόδοξη φύση του.

Σάββατο 9 Μαρτίου 2013

Τρεις στρατηγικές για τη νέα σοσιαλδημοκρατία




ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  03/03/2013 05:45  ΒΗΜΑ




Στο προηγούμενο άρθρο μου («Επανεξετάζοντας τη σοσιαλδημοκρατία», «Το Βήμα», 24.2.2013) ασχολήθηκα με τις διαμάχες στο ξεκίνημα της σοσιαλδημοκρατίας, με τη «χρυσή εποχή» της (1945-1970), τη μετέπειτα στροφή της προς τον λεγόμενο σοσιαλφιλελευθερισμό/μπλερισμό, καθώς και με τις μελλοντικές, μεσοπρόθεσμες κυρίως, προοπτικές της. Σήμερα θα εξετάσω πιθανές νεοσοσιαλδημοκρατικές στρατηγικές ικανές να οδηγήσουν στην αναζωογόνηση του κινήματος και στο πέρασμα από τον βάρβαρο νεοφιλελεύθερο σε έναν εξανθρωπισμένο καπιταλισμό - δηλαδή, σε μια νέα σοσιαλδημοκρατική «χρυσή εποχή». Λόγω έλλειψης χώρου θα ασχοληθώ με τρεις μόνο στρατηγικές.

Το ψευτοδίλημμα
Ιδιωτικοποιήσεις ή κρατικοποιήσεις; Το δίλημμα είναι παραπλανητικό. Το να διαλέγει κανείς τη μία ή την άλλη στρατηγική αυτόματα οδηγεί στη φετιχοποίηση των δύο εκδοχών. Ο νέος σοσιαλδημοκρατικός προσανατολισμός πρέπει να απορρίπτει τη μανιχαϊστική, «μαύρο ή άσπρο», προσέγγιση. Για προφανείς λόγους μερικές φορές οι ιδιωτικοποιήσεις υπηρετούν το γενικό συμφέρον. Αλλες φορές οδηγούν στο αντίθετο. Για παράδειγμα, στη θατσερική περίοδο η αποκρατικοποίηση των σιδηροδρόμων αδίκησε τους πολίτες που κατοικούσαν σε απομακρυσμένες περιοχές, ενέτεινε τις κοινωνικές ανισότητες και οδήγησε σε ένα γενικευμένο χάος. Από την άλλη μεριά, η αριστερή, κρατικίστικη κριτική πως με τις ιδιωτικοποιήσεις η χώρα «χάνει τα ασημικά της» δεν ευσταθεί. Οταν τα «ασημικά» είναι σκουριασμένα/διαλυμένα, τότε δημιουργούν ατελείωτες μαύρες τρύπες, τεράστια χρέη που οι φορολογούμενοι καλούνται να πληρώσουν - χρόνος μπαίνει, χρόνος βγαίνει (π.χ., περίπτωση Ολυμπιακής). Η νέα σοσιαλδημοκρατία πρέπει χωρίς προκατασκευασμένες ψευτοθεωρίες να επικεντρώνεται στο γενικό πλαίσιο και να εξετάζει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ποια από τις δύο μορφές οργάνωσης προσφέρει τις φθηνότερες και ποιοτικά καλύτερες υπηρεσίες στο καταναλωτικό κοινό. Βέβαια οι ιδιωτικοποιήσεις πετυχαίνουν όταν υπάρχει αποτελεσματικός κρατικός έλεγχος. Δηλαδή, όταν το κράτος παύει μεν να είναι άμεσα παραγωγός αλλά απαιτεί από τους μη κρατικούς φορείς των μέσων παραγωγής να έχουν όχι μόνο δικαιώματα ιδιοκτησίας αλλά και υποχρεώσεις προς τους καταναλωτές.

Οι παροχές
Η συμβατική σοσιαλδημοκρατία καθώς και ένα μέρος της Αριστεράς σήμερα είναι υπέρ των καθολικών παροχών. Το επιχείρημά τους είναι ότι δημόσια αγαθά όπως π.χ. η Παιδεία πρέπει να παρέχονται δωρεάν σε όλους. Αυτό ακούγεται άκρως δημοκρατικό. Στην πραγματικότητα όμως οδηγεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Οταν τα δημόσια αγαθά παρέχονται δωρεάν σε «όλους», δηλαδή σε φτωχούς και πλούσιους, όπως έχουν δείξει πολλές έρευνες, οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. Για ποιον λόγο, για παράδειγμα, η πανεπιστημιακή παιδεία να είναι δωρεάν όχι μόνο για τα παιδιά που προέρχονται από φτωχές οικογένειες αλλά και για τα παιδιά των μεγαλογιατρών και μεγαλοδικηγόρων, παιδιά που, εκτός από όλα τα άλλα, έχουν πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να μπουν στο πανεπιστήμιο; Η εμμονή στις καθολικές παροχές σε μια κοινωνία που είναι εξαιρετικά άνιση όπως η ελληνική απλώς εντείνει τις ανισότητες. Η νεοσοσιαλδημοκρατική στρατηγική πρέπει να προωθεί στοχευμένες και συγχρόνως γενναιόδωρες παροχές. Στοχευμένες στους μη έχοντες, στους οποίους η πανεπιστημιακή παιδεία πρέπει να είναι πραγματικά δωρεάν. Δηλαδή, οι παροχές να καλύπτουν όχι μόνο τα δίδακτρα αλλά και τα έξοδα διατροφής και κατοικίας.

Η ανεργία
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ανεργία είναι το πιο αποκρουστικό στοιχείο του καπιταλισμού. Κατά πολλούς ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής δεν μπορεί να εξαλείψει την ανεργία - ακόμη και σε περιόδους μη ύφεσης. Αυτό είναι σωστό, αλλά νομίζω ότι  μερικά από τα καταστρεπτικά αποτελέσματα της ανεργίας - οικονομικά, κοινωνικά, ψυχολογικά - μπορούν να αμβλυνθούν σημαντικά με στρατηγικές που εν μέρει έχουν αρχίσει να εφαρμόζονται σε σκανδιναβικές χώρες. Η παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατική πολιτική στο θέμα της ανεργίας (κεϊνσιανά μέτρα για την αναθέρμανση της οικονομίας σε συνδυασμό με μια κοινωνική πολιτική που βασίζεται σε επιδόματα ανεργίας) οδηγεί σήμερα σε μια κατάσταση όπου από τη μια μεριά τεράστιοι πόροι κατασπαταλούνται (αφού ένα μέρος του εργατικού δυναμικού αμείβεται χωρίς να ενεργοποιείται οικονομικά), ενώ από την άλλη πολλές κοινωνικές ανάγκες δεν καλύπτονται από τους μηχανισμούς της αγοράς.

Σε αυτόν τον χώρο χρειάζεται μια νέα εργασιακή κουλτούρα. Η νεοσοσιαλδημοκρατία πρέπει να ξεπεράσει τη δοξασία πως μόνο η αγορά εργασίας δημιουργεί «αληθινή» απασχόληση. Για τη νεοσοσιαλδημοκρατία η κοινωνική απασχόληση (δηλαδή, η απασχόληση σε έναν «τρίτο» τομέα που δεν θα λειτουργεί ούτε με βάση το κέρδος ούτε με βάση τη γραφειοκρατική, κρατικίστικη λογική) είναι τόσο χρήσιμη και αναγκαία όσο και η «αγοραία» απασχόληση. Η πρώτη θα καλύπτει επείγουσες ανάγκες (στον χώρο της τρίτης ηλικίας, της κοινότητας, της οικολογίας κτλ.) που αυτή τη στιγμή αγνοούνται. Αν αυτό γίνει γενική συνείδηση, αν δηλαδή η κουλτούρα περί του τι είναι χρήσιμη απασχόληση αλλάξει, τότε αυτοί που δεν βρίσκουν δουλειά στην αγορά εργασίας, αν βέβαια η υγεία τους το επιτρέπει, θα έχουν να επιλέξουν μεταξύ επαγγελματικής μετεκπαίδευσης και απασχόλησης επί πληρωμή στον «τρίτο» τομέα. Ετσι, κάθε δυνάμενος να εργαστεί πολίτης θα έχει όχι μόνο την υποχρέωση αλλά και το δικαίωμα να μένει  το τέλος της επαγγελματικής το τέλος της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας ενεργοποιημένος στο τρίγωνο αγορά εργασίας - μετεκπαίδευση - κοινωνικός χώρος. Βέβαια το παραπάνω σύστημα απαιτεί σημαντικούς πόρους και γερές υποδομές διά βίου μάθησης. Αυτή τη στιγμή στη χώρα μας δεν υπάρχουν ούτε επιπλέον πόροι ούτε τέτοιου είδους υποδομές. Αλλά σαν ένας γενικός νεοσοσιαλδημοκρατικός προσανατολισμός, η συνεχής κινητοποίηση όλου του εργατικού δυναμικού θα μπορούσε να αμβλύνει τις διαλυτικές επιπτώσεις της ανεργίας.

Τελειώνοντας θέλω να τονίσω ότι η εφαρμογή των παραπάνω τριών στρατηγικών προϋποθέτει την αποδυνάμωση του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού στο επίπεδο της ευρωζώνης. Σε αυτό το επίπεδο μια αλλαγή πολιτικής προς το σοσιαλδημοκρατικότερο είναι πιθανή. Εχει γίνει πια αποδεκτό, ακόμη και εντός της Γερμανίας (συνδικάτα, μέρος της αντιπολίτευσης, προσωπικότητες όπως ο Κολ και ο Σρέντερ κτλ.), ότι η νεοφιλελεύθερη πολιτική της ακραίας λιτότητας που η γερμανίδα καγκελάριος επιμένει να επιβάλλει στον ευρωπαϊκό Νότο εντείνει την ύφεση και άρα φέρνει τα αντίθετα από τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η ιδέα της κυρίας Μέρκελ και των οπαδών της ότι μια τεράστια ευρωπαϊκή αγορά με κοινό νόμισμα μπορεί να επιβιώσει χωρίς σοβαρούς αναδιανεμητικούς μηχανισμούς (τύπου Σχεδίου Μάρσαλ) είναι τελείως παράλογη. Η Ευρώπη ή θα διαλυθεί ή θα προχωρήσει σε μια νεοσοσιαλδημοκρατικού τύπου πολιτικοοικονομική και κοινωνική ενοποίηση. Αν συμβεί το δεύτερο, η ανάπτυξη και εφαρμογή νέων σοσιαλδημοκρατικών στρατηγικών θα έχει σημαντικές πιθανότητες επιτυχίας.

Τέλος, σε ό,τι αφορά το παγκόσμιο σύστημα, δεν υπάρχει αμφιβολία πως, σε έναν μεγάλο βαθμό, η τωρινή κρίση οφείλεται στην κυριαρχία της νεοφιλελεύθερης θεοποίησης της αγοράς. Στην κυριαρχία ενός δόγματος που τονίζει ότι οι δυσλειτουργίες της αγοράς λύνονται αυτόματα από την ίδια την αγορά. Ηταν αυτή η ιδεολογία που οδήγησε στη χρηματοπιστωτική φούσκα, καθώς και η απόφαση της κυβέρνησης Μπους να μη στηρίξει τη Lehman Brothers, η πτώχευση της οποίας ξεκίνησε την κρίση. Η νεοφιλελεύθερη θεολογία περί αγοράς αρχίζει να ξεφτίζει. Ο Kέινς επανέρχεται σταδιακά στο προσκήνιο. Αυτό σίγουρα θα βοηθήσει στη δημιουργία μιας νέας σοσιαλδημοκρατικής κουλτούρας και πρακτικής.

Ο κ. Νίκος Μουζέλης είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας της LSE.

Η Χρυσή Αυγή δεν είναι κόμμα, είναι αίρεση, είναι σέχτα



Ο μοναχός Αββακούμ καλεί την Εκκλησία να πάρει θέση για τον «δούρειο ίππο του αντιχριστιανισμού»
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  03/03/2013 05:45  ΒΗΜΑ





«Oσοι ψήφισαν Χρυσή Αυγή, δεν ψήφισαν κόμμα, αλλά ψήφισαν αίρεση, ψήφισαν... σέχτα, βάσει επισήμως διακηρυγμένων θρησκευτικών τους πεποιθήσεων». Αυτή είναι η άποψη του αγιορείτη μοναχού Αββακούμ, όπως την περιγράφει στο νεοεκδοθέν βιβλίο του με τίτλο «Η Χρυσή Αυγή ως “Δούρειος Ιππος” του Αντιχριστιανισμού». Ο πατέρας Αββακούμ, που κατάγεται από τα Ζαγοροχώρια, δεν είναι ένας συνηθισμένος μοναχός του Αγίου Ορους, αφού γράφει, πάντοτε με το πολυτονικό σύστημα, πολιτικά βιβλία, εκφέρει γνώμη για τα πολιτικά κόμματα και τον Πρωθυπουργό, για τον ΣΥΡΙΖΑ, το μνημόνιο, τον Πάπα, τις αμβλώσεις, το θρήσκευμα στις ταυτότητες, τα ναρκωτικά και κάθε τι που ενδιαφέρει, κατά τη γνώμη του, την κοινωνία και τους χριστιανούς. Δηλώνει πολιτικοποιημένος λέγοντας μάλιστα ότι είναι ένας... δεξιός, «αλλά όχι όπως τους άλλους δεξιούς, τους βασιλόφρονες, απλώς δεξιός». Ηταν, προτού γίνει μοναχός στη Μονή Μεγίστης Λαύρας, δημόσιος υπάλληλος στο υπουργείο Παιδείας, αλλά «μπούχτισε» φαίνεται ο άνθρωπος από την υποσχεσιολογία των πολιτικών, τη στείρα πολιτική, τα χρέη, τα ρουσφέτια και τα ψεύδη και κατέφυγε στο πάντα φιλόξενο Αγιο Ορος για να μονάσει.





«Η Χρυσή Αυγή δεν είναι απλώς ένα ακόμη πολιτικό κόμμα, αλλά είναι συνάμα ένα παγανιστικό (νεοειδωλολατρικό) κίνημα με συγκαλυμμένη ιδεολογική βάση και μεθοδολογία διάβρωσης του Χριστιανισμού, σε μια τέτοιου βαθμού συγκρητιστική βάση ώστε να συνιστά πραγματικά έναν επιτηδευμένης εξαπάτησης φορέα αντιχριστιανισμού» 
γράφει ο πατέρας Αββακούμ, στο βιβλίο του.

Τι συμβαίνει, θα πείτε, ξεσηκώθηκαν και οι μοναχοί κατά της Χρυσής Αυγής; Ο πατέρας Αββακούμ λέει «Ναι», ορισμένοι ξεσηκώθηκαν, και καλεί την Εκκλησία να ξεκαθαρίσει τη θέση της ή ορθότερα, όπως αναφέρει, να διατυπώσει την επίσημη θέση της σε σχέση με το θέμα της Χρυσής Αυγής. Αλλωστε, όπως τονίζει, «αν επιφυλάσσεται η Εκκλησία να αγγίξει την πολιτική διάσταση του θέματος, μπορεί να καταπιαστεί, ως αρμοδιοτέρα όλων, με την αποκρυφιστική-παγανιστική διάστασή του».

Δεν παρακολουθεί τηλεόραση, δεν διαβάζει εφημερίδες, απλώς ακούει ραδιόφωνο, διαβάζει βιβλία και έτσι, όπως λέει, δεν είναι επηρεασμένος από κανέναν. Μόνος του διαπίστωσε από την ως τώρα δράση των χρυσαυγιτών, ότι «ο Χριστός της Χρυσής Αυγής δεν είναι ο ίδιος ο Χριστός που λατρεύουμε εμείς. Αν και οι χρυσαυγίτες γιορτάζουν τα Χριστούγεννα, τη γέννηση του Χριστού, ωστόσο ο δικός τους Χριστός δεν είναι άλλος από την ενσάρκωση του Θεού Απόλλωνος ή του (περσικού θεού) Μίθρα, είναι δηλαδή ειδωλολάτρες». Τον Μίθρα τον θεωρούσαν στην αρχαιότητα θεό του φωτός και της σοφίας, τον παρουσίαζαν ως «αγαθοεργό» (γιαζάτα), υπερασπιστή και φύλακα της αλήθειας και της τάξης, ήταν ο μεσίτης μεταξύ ουρανού και ανθρώπων. Κάτι τέτοιο ταιριάζει γάντι, όπως λέει ο αγιορείτης μοναχός, στη Χρυσή Αυγή, για να ξεγελά τους ορθόδοξους χριστιανούς και να υπενθυμίζει παράλληλα ότι την περσική θεότητα «Μίθρας» την περιελάμβανε και η ιδεολογική εθνικοσοσιαλιστική (ναζιστική) «μυθολογία» του Χίτλερ.

Προειδοποιεί, μέσα από το 98 σελίδων βιβλίο του, τους ιεράρχες (κυρίως όσους έχουν ταχθεί υπέρ της Χρυσής Αυγής), αλλά και τους ιερείς, ότι υπάρχει άμεσος κίνδυνος από τα πρεσβεύω της Χρυσής Αυγής, κίνδυνος, όπως λέει, να διασπαστεί η Εκκλησία, αφού οι χρυσαυγίτες επιχειρούν με διάφορα τεχνάσματα περί «πατρίδος, θρησκείας και πίστης» να υποκαταστήσουν τη θρησκευτικότητα της Εκκλησίας με τη θρησκευτικότητα του έθνους, που είναι καθαρά νεοειδωλολατρισμός. Χωρίζει μάλιστα τους ιεράρχες και τους ιερείς σε τρεις κατηγορίες: τους αδιάφορους για τις όποιες αντιχριστιανικές μεθόδους χρησιμοποιεί η Χρυσή Αυγή, τους αντιμαχόμενους τη Χρυσή Αυγή και αυτούς που σήμερα μειδιούν με τη δράση της και προσπαθούν με κάθε τρόπο να κρύψουν το μειδίαμά τους. «Η τελευταία κατηγορία ιεραρχών είναι ίσως και η πιο επικίνδυνη» συμπληρώνει ο πατέρας Αββακούμ.

Χαρακτηρίζει μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του τη Χρυσή Αυγή «δούρειο ίππο του αντιχριστιανισμού»: «Μιλάμε περί επιτηδευμένης παραπλάνησης και εξαπάτησης, καθώς πολλοί και ανυποψίαστοι ορθόδοξοι έλληνες πολίτες θα έχουν παρατηρήσει (και θα έχουν ίσως ενθουσιασθεί, αν όχι γοητευθεί...) με το με πόσο σεβασμό μιλούν στελέχη της Χρυσής Αυγής για τον Χριστό και με πόση θέρμη τον υπερασπίζονται, όπου χρειαστεί, Αυτόν. Μόνο που οι απλοί αυτοί και ανυποψίαστοι πολίτες δεν ξέρουν πως όταν μιλούν για τον Χριστό οι "ιδεολόγοι" της Χρυσής Αυγής, ο "Χριστός" τους δεν είναι ο Χριστός, ο Ενανθρωπήσας Υιός και Λόγος του Θεού στον οποίο πιστεύουμε εμείς οι χριστιανοί».

Παρ' ότι δεξιός, ο πατέρας Αββακούμ ήταν από τους πρώτους, όπως λέει, που χειροκρότησε τον Κωνσταντίνο Καραμανλή όταν νομιμοποίησε το ΚΚΕ. Οσο για τον ΣΥΡΙΖΑ, αναφέρει ότι ναι μεν διαθέτει προσωπικότητες που μπορούν να προσφέρουν στην πατρίδα, αλλά πρέπει τα στελέχη του να αποκτήσουν επιτέλους ιδεολογική ταυτότητα, καθότι, πώς να το κάνουμε, όπως σημειώνει, πάσχουν από... ταυτότητα. Για τον Πρωθυπουργό Αντ. Σαμαρά λέει ότι «με εξέπληξε η πολιτική του, όπως εξέπληξε πιστεύω πολλούς. Ορισμένοι νόμιζαν στην αρχή ότι επρόκειτο για μία μετριότητα, αλλά στην πορεία αποδείχθηκε ότι διαθέτει χαρίσματα και απομένει τώρα να τα επιβεβαιώσει αυτά τα χαρίσματα». Για το μνημόνιο λέει ότι δεν έπρεπε να υπογραφεί ή τουλάχιστον δεν έπρεπε να μετέχει σε αυτό το ΔΝΤ. Και τέλος, η πολιτική του γνώμη για τη Χρυσή Αυγή είναι η εξής: «Λειτουργεί στη συγκυρία αυτή εκλογικώς ωσάν "αναλγητικό". Είναι... μία δόση οπίου που προτίμησε να πάρει μια μερίδα του εκλογικού σώματος για να κάνει υποφερτό τον πόνο του».


«Κατηχητικό»
«Αλλοτρίωση των νέων» 
Για την ιδεολογία της Χρυσής Αυγής, ο πατέρας Αββακούμ αναφέρει στο βιβλίο του:«Είναι εμποτισμένη από "ιδεώδη" εωσφορικά με τα οποία γαλουχεί τη νεολαία της και μάλιστα τούτο εκφράζεται απροκάλυπτα». Παραθέτει το τεύχος 5, του Ιανουαρίου 2000, του περιοδικού «Αντεπίθεση» της Νεολαίας της Χρυσής Αυγής, που μεταξύ άλλων γράφει: «Ο Ανίκητος Ηλιος! Ο Εωσφόρος! Τίθεται εκτός παραδείσου/ Οι ανά τον κόσμο δούλοι υποταγμένοι θα τον πουν Διάβολο, Σατανά και αυτός θα γελά, θα καγχάζει. Μόνος του. Με τους συντρόφους του. Με τους συμπολεμιστές του. Ο Εωσφόρος. Αυτός που φέρνει το Λευκό Φως, την Αυγή κάθε χιλιετία...».

Εμφανίζεται εξοργισμένος με την κατήχηση παιδιών σε... «σχολές» «Διάπλασης των Παίδων», χαρακτηρίζοντας αυτή τη δραστηριότητα «παγανιστικό μόρφωμα με στόχο την αλλοτρίωση της σκέψης των νέων· να υποκαταστήσει το ορθόδοξο χριστιανικό φρόνημα με ένα νέο καλυμμένο ειδωλολατρικό». Παράλληλα καλεί τα παιδιά και κυρίως τους γονείς τους να απέχουν από τέτοιες «επικίνδυνες δράσεις». Επιπλέον ζητεί από τον πνευματικό κόσμο, αλλά και από τους ιερωμένους και από τους αγιορείτες, να «αφυπνιστούν» διότι η δράση της Χρυσής Αυγής εγκυμονεί κινδύνους για τον χριστιανισμό: «Οφείλουμε να επιβεβαιώνουμε παντού και πάντοτε, με τα λόγια και τα έργα μας, ως ορθόδοξοι χριστιανοί πολίτες, ότι η πραγματική ομολογία πίστεως είναι αυτή που εκδηλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις χωρίς υποχωρήσεις ή κατά περίπτωση διαφοροποιήσεις. Καθ' ότι η "επιλεκτική ομολογία πίστεως" δεν μπορεί να λογίζεται ως όντως γνήσια ομολογία πίστεως» σημειώνει στο βιβλίο του.




Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Η αλλοίωση των εννοιών



Η επιβράβευση των αρίστων είναι κοινή πρακτική στις προηγμένες χώρες. Μέσω της επιβράβευσης ανταμείβεται η ευγενής άμιλλα και προσφορά. Αντίθετα, στη χώρα της μετριοκρατίας η αριστεία θεωρείται ελιτίστικη και υπονομεύεται. Οι ικανοί και αφοσιωμένοι λειτουργοί, όταν δεν περιθωριοποιούνται, λοιδορούνται ή διαβάλλονται. Οι οκνηροί, οι ατάλαντοι και οι ιδιοτελείς προσπαθούν να μειώσουν την προσφορά των ικανών και αφοσιωμένων. Την πρακτική αυτή περιέγραψε γλαφυρά ο μεγάλος μας ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης: «Φοβάμαι τους ανθρώπους που με καταλερωμένη τη φωλιά τους πασχίζουν να βρουν λεκέδες στη δική σου».

Η υπονόμευση της αριστείας καθίσταται εφικτή και αποκτά στοιχεία λογικοφάνειας στο μέτρο που έχει επέλθει μια λεπτή πλην ουσιαστική αλλοίωση των εννοιών. Η αλλοίωση αυτή δεν είναι προϊόν κάποιας συνωμοσίας αλλά «εύλογο» παραπροϊόν του τρόπου που λειτουργεί ο δημόσιος βίος στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Ας θυμηθούμε τη διαστρέβλωση μερικών εννοιών που συναντούμε συχνά:

«Αντικοινωνικός»: αυτός που επιζητεί ποιοτικές συντροφιές αλλά αποφεύγει «τη συνάφεια του κόσμου την πολλή» - κοινωνικές συγκεντρώσεις κενότητας ή σκοπιμότητας, εφήμερης επίδειξης και κουτσομπολιού.

«Αντισυνάδελφος»: αυτός που με παρρησία, δίχως προσωπικό όφελος, δημοσιοποιεί  επικρατούσες στον κλάδο του ανήθικες και παράνομες πρακτικές.

«Αυταρχικός»: αυτός που με το παράδειγμά του απαιτεί από συναδέλφους, υφισταμένους ή μαθητές να επιτελούν υπεύθυνα το καθήκον που ανέλαβαν ή τους ανατέθηκε.

«Διάσημος»: αυτός για τον οποίον μιλούν και διαφημίζουν, χωρίς γνώση αλλά συνήθως με ιδιοτέλεια ή άγνοια, πολλά «παπαγαλάκια», συνήθως των ΜΜΕ.

«Ιδιόρρυθμος»: ο μη διαπλεκόμενος, ο ειλικρινής, ο «αντικοινωνικός» (βλ. παραπάνω), αυτός που δεν ακολουθεί κανόνες «πολιτικά ορθής» συμπεριφοράς.

«Κορόιδο» ή «μ...ας»: ο ευσυνείδητος, ο υπεύθυνος, ο τίμιος, ο αφοσιωμένος στη δουλειά του και στο λειτούργημά του.

«Τρελός»: αυτός που «χαλά την πιάτσα» γιατί δεν διαπλέκεται, δεν μιζάρεται ούτε δωροδοκείται, εφαρμόζει αξιοκρατικές πρακτικές και εκφράζει την άποψή του άφοβα χωρίς να υπολογίζει το προσωπικό κόστος.

«Υβριστής»: αυτός που για να υποστηρίξει τον αδύνατο επιτιμά τον παρανομούντα, τον τεμπέλη, τον ανήθικο.

«Χαμηλών τόνων»: αυτός που βλέπει το παράνομο ή το ανήθικο και ενώ διαφωνεί χαμογελά, προσπερνά και σιωπά.

Οταν η αλλοίωση των εννοιών συντελεστεί, μύρια δεινά έπονται. Η κοινωνία χάνει τον μπούσουλα, οι θεσμοί διαστρέφονται, τα άτομα αδυνατούν να επικοινωνήσουν, η συν-εργασία καθίσταται προβληματική ή αδύνατη - τείνουν να κυριαρχούν η ιδιοτέλεια και ο καιροσκοπισμός. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά. Κάθε ομοιότητα, φυσικά, με τα διαδραματιζόμενα στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας είναι εντελώς συμπτωματική.

Ο κ. Χαράλαμπος Μ. Μουτσόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής πανεπιστημίου.