Το ναυάγιο της ελληνικής
ανώτατης εκπαίδευσης
Του Νικου Μαραντζιδη*
Είναι πολύ πιθανό να έχετε ακούσει πως κάποιος νεαρής ηλικίας
γνωστός σας γιατρός έφυγε από την Ελλάδα για να βρει μία θέση σε νοσοκομείο της
Αγγλίας ή της Γερμανίας. Πιθανόν να έχετε ακούσει επίσης πως κάποιος Ελληνας
μηχανικός βρήκε ή αναζητεί εργασία στο εξωτερικό.
Η συζήτηση έπειτα από μια τέτοια είδηση κινείται δικαίως γύρω από
το ζήτημα της ανεργίας των νέων στη χώρα μας, που αγγίζει πλέον το 50%. Η
ανεργία ή υποπαασχόληση των πτυχιούχων είχε παρατηρηθεί ήδη από τη δεκαετία του
’90, αλλά σήμερα παίρνει τον χαρακτήρα της μάστιγας την ίδια ώρα που η Ελλάδα
παρουσιάζει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά φοιτητών σε όλο τον ανεπτυγμένο κόσμο.
Λιγότερο συχνά, αναρωτιόμαστε πόσο κρίμα είναι να σπαταλώνται οι πολύτιμοι και
όχι τόσο άφθονοι πόροι των φορολογουμένων προκειμένου να διατηρήσουμε μια
υπερβολικά διογκωμένη ανώτατη εκπαίδευση, ιδιαίτερα σε τομείς που είναι
πολυδάπανοι στη συντήρηση και λειτουργία τους (Ιατρικές Σχολές και
Πολυτεχνεία). Είμαστε, λοιπόν, μάρτυρες ενός παράδοξου: τα πανεπιστήμια
απορροφούν τα καλύτερα και πιο φιλόδοξα νεανικά μυαλά της χώρας, αλλά δεν
υπάρχουν πραγματικές θέσεις εργασίας για τους αποφοίτους τους.
Λίγοι, ίσως, αντιλαμβάνονται πως το παραπάνω γεγονός ενέχει ένα χαρακτήρα
ανακατανομής πλούτου από τους φτωχούς στους πλούσιους. Η φτωχή, σε ευρωπαϊκό
επίπεδο, Ελλάδα πληρώνει την εκπαίδευση των γιατρών, που στη συνέχεια πηγαίνουν
να εργασθούν και να στελεχώσουν τα νοσοκομεία των πλούσιων ευρωπαϊκών κρατών.
Τα τελευταία παρουσιάζουν έλλειψη σε επιστήμονες και χρειάζεται να κάνουν
εισαγωγή από άλλες χώρες που έχουν πλεόνασμα. Γιατί όχι; Είναι προφανές πως
τους κοστίζει πιο φθηνά να φέρνουν γιατρούς ή μηχανικούς από την Ελλάδα, την
Πορτογαλία ή την Ινδία παρά να ξοδεύουν οι ίδιοι πολύτιμο χρήμα για να
εκπαιδεύσουν περισσότερους επιστήμονες απ’ ό,τι χρειάζονται. Πρόκειται, με άλλα
λόγια, για είδος μεταφοράς πόρων από φτωχούς προς πλούσιους, που αποδεικνύει
για άλλη μια φορά πόσο σπάταλη και με μία έννοια αφελής είναι η λειτουργία του
ελληνικού κράτους.
Η ελληνική ανώτατη εκπαίδευση, όπως και άλλοι τομείς του ελληνικού
κράτους, πάσχει από υπερδιόγκωση και νεοπλουτισμό. Υπερβολικός αριθμός
πανεπιστημίων, σχολών και τμημάτων που δεν αντιστοιχούν στις ανάγκες ή τις
δυνατότητες της αγοράς και τις προοπτικές των αποφοίτων. Είναι μάλιστα τέτοια η
ζήτηση για πτυχία που ο ανταγωνισμός έχει μεταφερθεί πλέον στις μεταπτυχιακές
σπουδές. Σε λίγα χρόνια, αμφιβάλλω αν θα υπάρχει άλλη χώρα στην Ευρώπη που θα
έχει τόσους κατόχους μεταπτυχιακών τίτλων.
Η ανεξέλεγκτη ίδρυση πανεπιστημίων και ΤΕΙ, ιδιαίτερα στην
ελληνική περιφέρεια, προέκυψε εξαιτίας τεσσάρων βασικών λόγων:
α) Της πιεστικής ζήτησης εκ μέρους της ελληνικής οικογένειας για
πτυχία γιατί πίστευε πως μέσα από αυτά αναβαθμίζεται η θέση των παιδιών της –
ιδιαίτερα οι φτωχότεροι προσδοκούσαν μια κάποια ανοδική κοινωνική κινητικότητα,
προσδοκία που είχε βάση μέχρι τη δεκαετία του ’80.
β) Της τεράστιας συμμετοχής του κράτους στην οικονομία και της
ζήτησης για αποφοίτους στους διαγωνισμούς του.
γ) Της γενικευμένης πεποίθησης πως το πανεπιστήμιο πρέπει να είναι
προσβάσιμο σε όλους.
δ) Των πελατειακών δικτύων της κεντρικής πολιτικής εξουσίας που
προσπαθούσε να δημιουργήσει πλασματική ανάπτυξη στην περιφέρεια μέσω της
ίδρυσης ΑΕΙ και ΤΕΙ. Οπως χαρακτηριστικά είχε πει ένας δήμαρχος: «Κλείνουν τα
στρατόπεδα, ας φέρουν τουλάχιστον μια σχολή».
Δυστυχώς το μοντέλο ανάπτυξης του ελληνικού πανεπιστημίου
ναυάγησε. Το πανεπιστήμιο είναι και πολυδάπανο και συνιστά όχημα προς την
ανεργία. Η τελευταία κρίση στο ελληνικό πανεπιστήμιο με επίκεντρο το ζήτημα των
διοικητικών υπαλλήλων είναι απλώς ένα σύμπτωμα της ασθένειας. Δυστυχώς, όμως, η
κρίση δεν φαίνεται να μας κάνει να θέλουμε να δούμε την πραγματικότητα
κατάματα. Είμαστε μια χώρα στην οποία η υποκρισία υπεραφθονεί και η σχέση μας
με τον ορθολογισμό αποδεικνύεται χαλαρή.
Αν θέλουμε, πάντως, να είμαστε ρεαλιστές οφείλουμε άμεσα να
αλλάξουμε υπόδειγμα, καθώς δεν μπορούμε να συντηρούμε ένα τόσο μεγάλο,
κατακερματισμένο και πολυδάπανο πανεπιστήμιο. Πρέπει λοιπόν να διαλέξουμε: ή θα
αποφασίσουμε να βάλουμε δίδακτρα στη φοίτηση ώστε οι χρήστες να καλύπτουν ένα
μέρος της δαπάνης που προορίζεται για αυτούς ή θα μειώσουμε σημαντικά τον
αριθμό των εισακτέων μέσα από το κλείσιμο μεγάλου αριθμού σχολών ιδιαίτερα στην
περιφέρεια. Δεν μπορεί να θέλουμε ταυτόχρονα εκπαίδευση για όλους χωρίς
ανταπόκριση στην αγορά εργασίας και αυτό να απαιτούμε να το πληρώνουν οι
φορολογούμενοι. Είναι σαν να απαιτείς να πληρώνουν οι φορολογούμενοι για την
έξοδό σου το βράδυ στο σινεμά ή στην ταβέρνα. Αλλά στην Ελλάδα μπορεί και να το
ακούσουμε και αυτό.
Ο αφόρητος επαρχιωτισμός του ΣΥΡΙΖΑ
Νίκος Μαραντζίδης, Protagon, 27/03/2013
Αν κάτι διέκρινε ιστορικά την Αριστερά, ήταν η
αίσθηση ενός κοσμοπολιτισμού που παντού οι ηγεσίες της ανέδυαν. Από τον καιρό
του Μαρξ, οι σοσιαλιστές, αντιλαμβάνονταν τον κόσμο μέσα από την οπτική ενός
παγκόσμιου πρίσματος. Ταξίδευαν πολύ, διάβαζαν και μιλούσαν ξένες γλώσσες,
παρακολουθούσαν τη διεθνή πολιτική και σκέφτονταν συνεχώς πάνω σε αυτήν. Ο
διεθνισμός της Αριστεράς -επαναστατικής ή ρεφορμιστικής δεν έχει, πια, τόση
σημασία- δεν ήταν απλώς ένα εργαλείο ή ένα στοιχείο της θεωρίας της αλλά κυρίως
μια κουλτούρα, ένας τρόπος να σκέφτεται τον κόσμο, πέρα από τα στενά όρια του
έθνους-κράτους.
Αν κάτι αγάπησα πραγματικά στην Αριστερά των νεανικών μου αναγνωσμάτων ήταν
ακριβώς αυτήν της την ικανότητα να σκέφτεται ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα: το
παγκόσμιο και το εθνικό, το θεωρητικό και το εμπειρικό. Όποιος έχει
ενθουσιαστεί όπως εγώ με την «18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», όπου ο
Μαρξ ανέλυε την πολιτική ζωή στη Γαλλία εγγράφοντάς τη μέσα στη δική του
θεωρητική του σύλληψη, καταλαβαίνει τι λέω. Αν κάτι με ενοχλούσε ιδιαίτερα στη
Δεξιά ήταν ακριβώς το αντίστροφο: η δυσκολία της να σκεφτεί πέρα από τα σύνορα
του έθνους και των εμπειριών του. Έχει ο καιρός γυρίσματα, όμως.
Η κατάρρρευση της ΕΣΣΔ, η μετάλλαξη της Κίνας και η υποχώρηση του Σκανδιναβικού
μοντέλου, στέρησε από την Αριστερά σοβαρά υποδείγματα, σε διεθνές επίπεδο.
Επιπλέον, εξαιτίας της παγκοσμιοποίησης και της αξιοποίησης της δυναμικής της
από τους φιλελεύθερους αντιπάλους της, η Αριστερά υποχρεώθηκε σε μια διανοητική
αναδίπλωση. Το υπερεθνικό πεδίο έπαψε να είναι ο προνομιακός της χώρος και
οχυρώθηκε στα μίζερα εθνικά σύνορα. Εδώ και λίγες δεκαετίες, από επιθετική
δύναμη επαγγελίας του αύριο, η αντικαπιταλιστική Αριστερά μετατράπηκε σε
ιδιότυπο υπερασπιστή ενός κόσμου που χάνεται. Από μισητός εχθρός του
έθνους-κράτους, έγινε ο θλιβερός υποστηρικτής του. Από φορέας μιας νέας τάξης
πραγμάτων έγινε οπαδός του παλαιού καθεστώτος. Εν ολίγοις, από επαναστατική
δύναμη, έγινε αντιδραστική.
Οι εξελίξεις αυτές δεν άφησαν ανεπηρέαστη τη διανοητική της κατάσταση. Οι
απολίτικες σαχλαμάρες του κινήματος Occupy Wall Street του τύπου «είμαστε το
99%», οι φαιοκόκκινοι μίζεροι «αγανακτισμένοι» που μουτζώνουν τη Βουλή ή η
πολιτική αριστεροδεξιά καρικατούρα που λέγεται Μπ. Γκρίλο, μαρτυρούν αναμφίβολα
πως η Αριστερά φτωχαίνει σε πλούτο αναλύσεων και επεξεργασιών παντού.
Αγκαλιάζει το συναίσθημα, και ιδιαίτερα το φόβο, εγκαταλείποντας το γήπεδο του
ορθολογισμού αποκλειστικά στους αντιπάλους της. Μέρα με τη μέρα, απομακρύνεται
από τον διαφωτισμό.
Η αντικαπισταλιστική Αριστερά μετατρέπεται έτσι, είτε σε ένα μετα-χίπις κίνημα
χωρίς σοβαρά κοινωνικά υποστηρίγματα και προοπτικές, είτε -προκειμένου να βρει
αυτά τα υποστηρίγματα- επιλέγει να μετεξελιχθεί σε ένα εθνολαϊκιστικό πολιτικό
υποκείμενο, που για να προσεταιρισθεί ευρεία στρώμματα του πληθυσμού, επιχειρεί
να αξιοποιήσει προς όφελός του ό,τι πιο συντηρητικό και φοβικό φέρουν μαζί τους
οι κοινωνίες.
Η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ εντάσσεται ακριβώς σε αυτήν την κατηγορία. Προκειμένου
να κερδίσει πολιτικά από την κρίση ο ΣΥΡΙΖΑ μετατοπίζεται, το τελευταίο
διάστημα, από μια διεθνιστική σε μια επαρχιώτικη και εθνολαϊκιστική κουλτούρα.
Από τα κουτσαβακικού ύφους «Ολαντρεού» και «μαντάμ Μέρκελ», μέχρι τις
καταγγελίες περί εθνικής μειοδοσίας και τα συνοικέσια με τους Ανεξάρτητους
Έλληνες του Π. Καμμένου, ο κοινός παρανομαστής είναι ο εθνολαϊκιστικός
επαρχιωτισμός.
Η κουλτούρα των αγανακτισμένων της πλατείας Συντάγματος ενσταλάζεται κάθε μέρα
και περισσότερο στη δημόσια ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ και επηρεάζει την ταυτότητά
του. Η αδυναμία εγγραφής των επεξεργασιών και των στρατηγικών του κόμματος μέσα
στους ευρωπαϊκούς σχεδιασμούς μετασχηματίζουν το ΣΥΡΙΖΑ σε ένα εθνολαϊκιστικό
μόρφωμα, που θα καταγγέλει το διεθνές περιβάλλον με τη συνωμοσιολογική γλώσσα
του αδαούς και του ανεκπαίδευτου.
Στην ουσία, αυτός ο εθνολαϊκιστικός επαρχιωτισμός κρύβει δύο πράγματα: από τη
μια, την ένδεια των εναλλακτικών προτάσεων της Αριστεράς απέναντι στο κυρίαρχο
διεθνές μοντέλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της παγκοσμιοποίησης, και από την
άλλη, τη βουλιμία της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ για εξουσία, την επιθυμία δηλαδή «να
μπει και αυτή στο κόλπο».
Για το τελευταίο, προσωπικά, δεν έχω καμιά αντίρρηση. Κάθε άλλο. Είναι καλό για
τη φιλεύθερη δημοκρατία να εναλλάσονται οι κυβερνώσες ελίτ, ώστε να ανανεώνεται
με νέα πρόσωπα η πολιτική σκηνή. Στο κάτω-κάτω, κανείς δεν διαθέτει το
μονοπώλιο της αλήθειας. Ίσως, μάλιστα, κάποια μέρα να δούμε και τον Αλέξη
Τσίπρα να δακρύζει όπως ο πρόεδρος Χριστόφιας. Ελπίζω, μόνο, τότε, να μη μας
περιμένει μιαν ανάλογη καταστροφή σαν της Κύπρου.
Ο Νίκος Μαραντζίδης είναι αναπληρωτής
καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο
του Καρόλου στην Πράγα και στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας.
Mα, τι κρετίνος!
Νίκος Μαραντζίδης, Protagon, 21/05/2013
Είμαι από εκείνους που έχουν συστηματικά
υποστηρίξει την ισχύ της θεωρίας των δύο άκρων. Η βασική επιχειρηματολογία μου
συνίσταται στο γεγονός, πως αν και τα άκρα δεν μοιάζουν μεταξύ τους, εντούτοις,
έχουν την ίδια εχθρική στάση απέναντι στη φιλελεύθερη δημοκρατία. Αντιπαθούν
την κουλτούρα, τους θεσμούς και τους ανθρώπους της. Απεχθάνονται κυρίως το
φιλελεύθερο και πλουραλιστικό οικοδόμημα της ατομικής ελευθερίας και το
κοινοβουλευτικό πλαίσιο της διαμεσολάβησης (το κοινοβούλιο είναι απάτη, όπως
έλεγε ο Λένιν). Επιπλέον, η βία αποτελεί για αυτούς σταθερό και διαχρονικό
σημείο αναφοράς. Πιστεύουν, δηλαδή, πως αυτή αποτελεί τη «μαμή της Ιστορίας».
Ακόμη και εγώ, πάντως, εντυπωσιάστηκα όταν άκουσα από την εκπομπή της Τζίνας
Μοσχολιού στον Αθήνα 9.84, τον θεωρητικό της ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής
Αριστεράς, Σλαβόι Ζίζεκ, να δηλώνει «πως εάν οι άνθρωποι δεν στηρίξουν τον
ΣΥΡΙΖΑ, τότε σύμφωνα με το όραμά μου για το δημοκρατικό μέλλον, όλοι αυτοί θα
πάρουν από εμένα ένα εισιτήριο πρώτης θέσης χωρίς επιστροφή για τα γκουλάγκ».
Έκανε χιούμορ; Τα εκατομμύρια θυμάτων του σταλινικού ολοκληρωτισμού μας
απαγορεύουν να το εισπράξουμε ως αστείο, όπως δεν θα εισπράτταμε ποτέ ως αστεία
την υπόσχεση κάποιου φασίστα να μας στείλει κατευθείαν σε στρατόπεδο
συγκέντρωσης, εάν δεν υποστηρίζαμε τη Χρυσή Αυγή.
Ο Ζίζεκ δεν είναι κάποιος τυχαίος της ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής Αριστεράς. Είναι
αυτός που έχει αποκληθεί, λίγο-πολύ, σπουδαίος φιλόσοφος και σημαντικό θεωρητικό
όπλο για τον ΣΥΡΙΖΑ. Μάλιστα, ο Αλέξης Τσίπρας που ήταν ακριβώς δίπλα στον
Ζίζεκ, όταν ανέπτυσσε τα μελλοντικά σχέδια του για τους αντιφρονούντες, όχι
μόνο δεν αντέδρασε, αλλά χασκογέλασε στο άκουσμα της ιδέας. Ομολογώ πως αδυνατώ
να καταλάβω αν ήταν από κυνισμό ή από επιδοκιμασία. Τι σημασία έχει, όμως;
Αν και στην αρχή απλώς αναφώνησα «τι κρετίνος, θεέ μου, αυτός ο Ζίζεκ», στη
συνέχεια συνειδητοποιώντας το μέγεθος του κυνισμού και της ψυχοπαθολογικής
βιαιότητας που πηγάζει από αυτήν την Αριστερά, αισθάνθηκα αμηχανία. Αν οι
θεωρητικοί της ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής Αριστεράς λένε δημόσια, χωρίς κανενός
είδους συστολή, πως θα στείλουν στα γκουλάγκ όσους δεν συμφωνούν με τον ΣΥΡΙΖΑ,
αναρωτιέμαι, μέχρι πού φθάνουν στις ιδιωτικές τους συζητήσεις;
Μερικοί αποδίδουν τέτοιες απόψεις στις ιδιαιτερότητες κάποιων υποκειμένων. Δεν
συμφωνώ πως αυτό αρκεί για να κατανοήσουμε την απειλή. Δυστυχώς η Ιστορία έχει
δείξει πως, πέρα από την ανθρώπινη παράνοια ή ιδιαιτερότητα, υπάρχουν
παρανοϊκές και ανθρωποκτόνες ιδεολογίες, που μετατρέπουν, όπως η Κίρκη, τους
ανθρώπους σε γουρούνια.
Ουσιαστικά ο Ζίζεκ αποκάλυψε αυτό που συμβαίνει με τη ριζοσπαστική και
εξτρεμιστική Αριστερά∙ ότι, δηλαδή, η βία και η τρομοκράτηση των αντιπάλων της
αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της πολιτικής της ταυτότητας σε συνθήκες
«πολιτικού ξεσηκωμού» και κατάληψης της εξουσίας. Η άκρα Αριστερά, όπως και η
εξτρεμιστική Δεξιά εξάλλου, αντιλαμβάνεται περισσότερο από τον καθένα μας πως
καμιά κρίση, κανένας ριζοσπαστισμός, καμιά δυναμική ριζικής αλλαγής του πολιτικού
συστήματος δεν αρκεί για να αλλάξουν άρδην τα πράγματα αν οι μηχανισμοί βίας
που θα αναπτυχθούν δεν αποδειχθούν αποτελεσματικοί. Ο λόγος είναι απλός: σε
καμιά κοινωνία, σε καμιά συνθήκη, οι εξτρεμιστές δεν μπόρεσαν να κερδίσουν για
μακρό χρονικό διάστημα την πλειοψηφία της κοινωνίας χωρίς τη χρήση βίας. Από
τους Ιακωβίνους της γαλλικής Επανάστασης μέχρι τον Μάο και τους Κόκκινους Χμερ,
ο πολιτικός ριζοσπαστισμός καταλήγει πάντα στην τρομοκρατία και την κτηνωδία.
Αυτό είναι το μάθημα δύο αιώνων πολιτικών επαναστάσεων.
Εντέλει, πιστεύοντας πως είναι ο φορέας της απόλυτης αλήθειας, και μη
αντλώντας, δυστυχώς, κανένα μάθημα από την τραγωδία των δύο ολοκληρωτισμών, η
αντισυστημική Αριστερά συνεχίζει να συμπεριφέρεται ως κοσμική θρησκεία σε
εποχές αγωνίας: όποιος δεν αποδέχεται την αλήθεια της πρέπει να φοβάται πως θα
κινδυνεύει να σωματοποιήσει την ασέβειά του αυτή. Πάνω απ’ όλα, αυτό ακριβώς
είναι που με κάνει εχθρικό απέναντι στους εξτρεμιστές και αντισυστημικούς και
των δύο άκρων.
Ο μελαγχολικός επαρχιωτισμός της ελληνικής
Δεξιάς
Νίκος Μαραντζίδης, Protagon, 17/04/2013
Ιστορικά, η κυριαρχία του συντηρητισμού έναντι
του φιλελευθερισμού στη χώρα μας, καθόρισε την ισχυρή και σχεδόν αναλλοίωτη
στον χρόνο φύση της ελληνικής Δεξιάς. Αν και τα δύο ρεύματα υπήρξαν
ανταγωνιστικά μεταξύ τους για κάποιο διάστημα και κατά τον μεσοπόλεμο κυρίως
εκφράστηκαν μέσω της πολιτικής διαμάχης Λαϊκών-Φιλελευθέρων, η δικτατορία του
Μεταξά και στη συνέχεια ο εμφύλιος πόλεμος ανέδειξαν τον συντηρητισμό ως το
πρωτεύον ρεύμα του αστικού κόσμου.
Αυτός ο συντηρητισμός, έντονα εσωστρεφής, εξέφρασε την κουλτούρα της μικράς
πλην εντίμου Ελλάδος όπως θα έλεγε κάποτε ο Γ. Βλάχος, στην εφημερίδα
Καθημερινή. Είχε αναγορεύσει σε θεμέλια της κοινωνικής οργάνωσης στάσεις και
συμπεριφορές όπως η εργατικότητα, το καθήκον, η πειθαρχία, ο σεβασμός στους
νόμους, η εγκράτεια, η ταπεινοφροσύνη, η αφοσίωση στις παραδόσεις.
Χρειάστηκε να αναδειχθεί μια φιλελεύθερη πολιτική ατζέντα στη δεκαετία του ’60,
κυρίως μέσα από το αίτημα του εκδημοκρατισμού και τις διεκδικήσεις της
πολιτικής και κοινωνικής φιλελευθεροποίησης για να ξαναανθίσει ένας
φιλελεύθερος πλούτος ιδεών που έδινε ιδιαίτερη σημασία στα πολιτικά δικαιώματα,
τον πλουραλισμό και τις ίσες ευκαιρίες μέσω της διεύρυνσης του δικαιώματος
πρόσβασης των νέων στην εκπαίδευση. Η δικτατορία αποτέλεσε, αναμφίβολα, ένα
ακόμη πισωγύρισμα, αλλά η πτώση της μια ευκαιρία.
Η μεταπολιτευτική Δεξιά του Κ. Καραμανλή επιχείρησε για πρώτη φορά συγκροτημένα
και συστηματικά να εντάξει τον κεντροδεξιό χώρο μέσα σε ευρύτερους ιδεολογικούς
ορίζοντες. Η αποκατάσταση της Δημοκρατίας το 1974 και, κυρίως, η εμφατική
επιμονή στο «ανήκομεν στη Δύση», είχαν ευρύτερες συνέπειες για τον ιδεολογικό
καθορισμό της Κεντροδεξιάς. Ιδιαίτερα το ευρωπαϊκό όνειρο που προωθούσε ο
Καραμανλής, υποδήλωνε την ανάγκη ένταξης της Ελλάδας και της ελληνικής
κοινωνίας μέσα στις δυτικές αξίες και συμπεριφορές του πλουραλισμού, του
ορθολογισμού και του κράτους δικαίου. Ο ευρωπαϊσμός του Καραμανλή, αν και
χονδροκομμένος και ακατέργαστος, αποκάλυπτε μια δυναμική διεθνοποίησης και
κοσμοπολιτισμού για την ελληνική Δεξιά, και αποτελούσε αναμφισβήτητα μια
ευκαιρία, καθώς της επέτρεπε να επανεξετάσει τον κόσμο, όχι μόνο με το
παραδοσιακό, συντηρητικό, εθνοκεντρικό της πρίσμα, αλλά μέσα από άλλες, ευρύτερες,
κοσμοπολίτικες όψεις.
Η ευκαιρία έμοιαζε πως μπορούσε να κερδηθεί στα τέλη της δεκαετίας του ’80.
Ήταν τότε που η ελληνική Κεντροδεξιά, ως φιλελεύθερη Νέα Δημοκρατία, επιχείρησε
να ανατρέψει τους ιδεολογικούς συσχετισμούς της μεταπολίτευσης. Οι φιλελεύθερες
ιδέες εκείνης της περιόδου έφεραν στο προσκήνιο της συζήτησης την αντιπαράθεση
ανάμεσα στο μεγάλο κράτος από τη μια και τη μεγάλη κοινωνία από την άλλη,
δείχνοντας πως μια ευημερούσα κοινωνία υπάρχει μόνο εφόσον οι πολίτες μπορούν
να βρουν ελεύθερες συνθήκες ανάπτυξης της ατομικότητας. Οι έννοιες της
ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της επιχειρηματικότητας ήρθαν στο προσκήνιο ενώ η
ιδέα πως το κράτος και ευημερία είναι δύο ταυτόσημες έννοιες, τέθηκε υπό σοβαρή
αμφισβήτηση. Στην πραγματικότητα, ήταν τότε που η ελληνική Δεξιά
ευθυγραμμίστηκε με διεθνείς αναζητήσεις και ρεύματα και επιχείρησε να ανανεώσει
το πεπαλαιωμένο οπλοστάσιο του αμυντικού, φοβικού αντικομουνισμού που παρέπεμπε
στην ξεπερασμένη εθνικοφροσύνη της δεκαετίας του ʼ50 και του ʼ60, με φρέσκιες ιδέες.
Δυστυχώς, επρόκειτο για το σύντομο καλοκαίρι του ελληνικού φιλελευθερισμού. Η
απόπειρα αυτή απέτυχε, για πολλούς λόγους. Επιπλέον, η έξαρση του αμυντικού
εθνικισμού, όπως καταγράφηκε στην περίπτωση του Μακεδονικού και τα νέα μέτωπα
που άνοιξε η πληθωρική παρουσία του αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου, σηματοδότησαν
μια νέα περίοδο συντηρητικής αναδίπλωσης.
Έκτοτε, ο κεντροδεξιός χώρος ξέκοψε από τον κόσμο των ιδεών και έδειξε να μην
ενδιαφέρεται να ηγηθεί ιδεολογικά της νέας εποχής που γεννήθηκε από την
κατάρρευση του σοβιετικού ολοκληρωτισμού. Η Κεντροδεξιά οικοδόμησε εκλογικές
θεωρίες «μεσαίου χώρου» μόνο και μόνο για να καρπώνεται την πολιτική της
μη-σύγκρουσης, ο στόχος της πια ήταν να αλλάξουν όλα, για να μην αλλάξει
τίποτε.
Την ώρα που διεθνώς τα πάντα άλλαζαν, στην Ελλάδα η λαϊκή, σχεδόν προνεωτερικής
κουλτούρας, Δεξιά του μεγάλου κράτους, του πατερναλισμού και των «τοπικών
καπεταναίων και οπλαρχηγών» επέστρεφε δριμύτερη, αποκαλύπτοντας τον παλιό, καλό
κόσμο. Επρόκειτο για έναν κόσμο τόσο γερασμένο διανοητικά και τόσο αποκομμένο
ιδεολογικάν που θα σου προκαλούσε οίκτο αν δεν είχε αποδειχτεί δραματικά
ανεπαρκής για τη διαχείριση των δημοσίων θεμάτων της χώρας.
Ο Νίκος Μαραντζίδης είναι αναπληρωτής
καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο
του Καρόλου στην Πράγα και στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας.