ΤΟ ΑΠΟΛΩΛΟΣ ΠΡΟΒΑΤΟ συλλογή διηγημάτων

Μια απολαυστική συλλογή διηγημάτων, μωσαϊκό μιας 40ετίας.

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

Είναι ο Θεός ψηφοθήρας;

Είναι ο Θεός ψηφοθήρας;

26.01.2014

Από την εποχή που ο ιδρυτής της χριστιανικής θρησκείας κήρυξε «απόδοτε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ» κύλησε πολύ νερό στον μύλο της Ιστορίας. Και πολύ περισσότερο αίμα. Τα στελέχη των επίσημων χριστιανικών Εκκλησιών όχι μόνο παράκουσαν την εντολή του Ιησού, αλλά στην περίπτωση της Καθολικής Εκκλησίας γεφύρωσαν τη διαφορά: Ο Πάπας έγινε Καίσαρας στη θέση του Καίσαρα. Κι αυτό είχε ως αποτέλεσμα να χαθούν εκατοντάδες χιλιάδες ζωές στην πολύπαθη Ευρώπη.

Μία από τις κατακτήσεις της νεωτερικότητας ήταν η πραγματοποίηση της διδαχής του Ιησού. Χώρισε τα τσανάκια μεταξύ της πνευματικής ηγεσίας των αρχιερέων από την πολιτική εξουσία. Η τελευταία έπειτα από κόπους και θυσίες έγινε υπόθεση του λαού και όχι του Θεού, όπως μπορούσε καθένας να τον ερμηνεύσει. Οι βασιλείς έχασαν το θεμέλιο της αυταρχικής τους εξουσίας, που το βάφτιζαν «θεϊκή βούληση», και οι ιεράρχες άρχισαν να ασχολούνται περισσότερο με τις ψυχές των πιστών, παρά με την τσέπη ή τα κτήματά τους. Οπως έγραψε και ο Τζον Λοκ «ο κοσμικός ηγέτης δεν έχει επιφορτιστεί με τη φροντίδα των ψυχών περισσότερο από ό,τι οποιοσδήποτε άλλος άνθρωπος. Δεν έχει επιφορτισθεί από τον Θεό, αφού από πουθενά δεν προκύπτει ότι ο Θεός παραχώρησε σε κάποιους ανθρώπους την αρμοδιότητα να εξαναγκάζουν τους άλλους να ασπαστούν το δικό τους θρησκευτικό δόγμα. Ούτε είναι δυνατόν αν αναλάβει ένας κοσμικός ηγέτης τέτοια εξουσία με τη συναίνεση του λαού, επειδή δεν υπάρχει άνθρωπος που θα αμελήσει τη φροντίδα της δικής του σωτηρίας αποδεχόμενος τυφλά την πίστη και τη λατρεία που κάποιος άλλος θα έχει αποφασίσει για εκείνον».

Η γενική σύμβαση είναι ότι η Εκκλησία πρέπει να παραμένει μακριά από την κοσμική εξουσία και συνεπώς από την πολιτική για πολλούς λόγους. Πρώτον, υπάρχει η μακρά και αιματοβαμμένη ιστορία των θρησκευτικών πολέμων, κυρίως στην Ευρώπη. Οταν αντιμάχονται δόγματα με απόλυτες αλήθειες δεν υπάρχει περιθώριο συμβιβασμού. Το δεύτερο ήταν ότι η ανάμειξη με την πολιτική παράγει έριδες και περιφρόνηση· όχι προς τους αρχιερείς που πολιτεύονται αλλά και προς την ίδια τη θρησκεία. Η πολιτική είναι πολύ πεζή διαδικασία για τα υψιπετή διδάγματα των θρησκειών. Το τρίτο και κυριότερο είναι ότι ο θρησκευτικός λόγος ακυρώνει τη δημοκρατία.

Εξ αποκαλύψεως αλήθεια

Η πολιτική είναι διάλογος. Είναι σύγκρουση απόψεων, για να υπερισχύσει η προσφορότερη σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Στον δημοκρατικό διάλογο υπάρχει μόνο μία σύμβαση, κάτι που αξιωματικά γίνεται δεκτό. Ουδείς έχει εκ των προτέρων δίκιο. Ολοι καταθέτουν τις απόψεις τους για να κριθούν: για να υιοθετηθούν ή να απορριφθούν από την πλειοψηφία. Μόνο στις δικτατορίες κάποια άποψη θεωρείται εκ των προτέρων ορθή.

Η θρησκεία δεν είναι διάλογος. Είναι εξ αποκαλύψεως αλήθεια. Δεν ισχύει η δημοκρατική αρχή, ότι «ουδείς αλάνθαστος μέχρις αποδείξεως του εναντίου». Κανείς μουσουλμάνος, για παράδειγμα, δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι «ένας είναι ο Θεός και ο προφήτης αυτού Μωάμεθ», όπως και όλοι οι Χριστιανοί οφείλουν να πιστεύουν «εις ένα Θεό, Πατέρα Παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης». Διάλογος σε ό,τι αφορά τα θρησκευτικά θέματα δεν χωρά. Αυτά είναι σαν τα αξιώματα στην ευκλείδειο γεωμετρία. Ή πιστεύεις στις Γραφές και στην ερμηνεία που οι εκπρόσωποι του Θεού επί της γης δίνουν, ή θέτεις εαυτόν εκτός δόγματος. Γι’ αυτό και οι από του άμβωνος ομιλίες δεν έχουν αντίλογο. Ο λόγος του Θεού, ή αυτό που παρουσιάζεται ως «λόγος του Θεού», δεν χωρά καμία αντίρρηση, καμία αμφισβήτηση. Ο ιεράρχης που ερμηνεύει τις Γραφές δεν συζητά με το ποίμνιο· κηρύσσει. Αν ανάμεσα στις Γραφές βάλει και τις δικές του πολιτικές προτιμήσεις τότε αναγκαστικά αποξενώνει ένα μέρος του ποιμνίου· όχι μόνο από τη δική του επιρροή, αλλά από την Εκκλησία συνολικά. Γι’ αυτό και οι νουνεχείς μητροπολίτες αποφεύγουν τις κακοτοπιές του πολιτικού παιγνίου, το οποίο επειδή αλλάζει διαρκώς έρχεται σε αντίθεση με τη διακηρυγμένη αιωνιότητα της Εκκλησίας.

Σπανίζουν οι νουνεχείς

Το πρόβλημα είναι ότι σπανίζουν οι νουνεχείς τόσο στην Εκκλησία όσο και στην Πολιτεία. Η εξουσία που παρέχει το θέσφατο είναι επαρκές δέλεαρ και για ρασοφόρους και για πολιτικούς να χρησιμοποιήσουν την πίστη των ανθρώπων για ιδιοτελείς σκοπούς. Οι υπόγειες ή φανερές παρεμβάσεις της ιεραρχίας στα κοινά είναι συνήθης πρακτική. Τα κρούσματα είναι πολλά: από την αντίθεση στην ανέγερση τζαμιού (παλιότερα) μέχρι τη θέσπιση του συμφώνου συμβίωσης των ομόφυλων ζευγαριών (πρόσφατα).

Το βασικό δε πρόβλημα είναι ότι διά της ισχύος που αποκτούν από την πίστη των απλών ανθρώπων θέλουν να διαφεντέψουν τη ζωή των υπολοίπων, ασχέτως αν είναι μέλη της Εκκλησίας τους ή όχι. «Θεμελιώδες και απαραβίαστο δικαίωμα μιας εκούσιας κοινωνίας», όπως είναι η Εκκλησία, προειδοποίησε ο Τζον Λοκ, «είναι ότι μπορεί να αποβάλλει από τους κόλπους της όποιο μέλος παραβιάσει τους κανόνες της. Δεν μπορεί όμως να αποκτήσει την παραμικρή δικαιοδοσία πάνω σε όσους δεν προσχώρησαν σ’ αυτή, όσα νέα μέλη κι αν κερδίσει». Στην Ελλάδα πολλοί μητροπολίτες χρησιμοποιούν την αγνή πίστη των απλών ανθρώπων. Θέλουν –και δυστυχώς το καταφέρνουν– να κουρσεύουν την κοσμική εξουσία, απειλώντας π.χ. τους πολιτικούς εκεί που πονούν· στην επανεκλογή τους.

Βεβαίως οι Σεραφείμ αυτού του κόσμου βρίσκουν και κάνουν. Ψοφοδεείς πολιτικοί, που δεν τόλμησαν ποτέ να αντισταθούν σε καμιά ψηφοθηρική πολιτική φοβούνται την κρίση των ιεραρχών. Εκεί αρχίζει η ανάποδη εκμετάλλευση της πίστης των ανθρώπων. Ενθεοι και μη πολιτευτές κάνουν μεγάλους σταυρούς και υπόγειες συμφωνίες με τους ιεράρχες για την εκλογή τους, αναμειγνύουν την Εκκλησία με την πολιτική εις βάρος και των δύο.

Σ’ αυτό το πλαίσιο της χρήσης του Θεού για ψηφοθηρικούς λόγους εντάσσεται και η καμπάνια της Νέας Δημοκρατίας για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του κ. Αλέξη Τσίπρα, καμπάνια στην οποία δυστυχώς έσπευσαν να επιστρατευτούν διάφοροι ιεράρχες. Εσπευσαν να ζητήσουν ομολογία πίστεως ή απιστίας από τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης λες και από αυτό εξαρτάται η πολιτική, π.χ., για την κρίση· εκτός αν γνωρίζουν ότι τα πράγματα εξελίσσονται τόσο άσχημα και το μόνο που σώζει την ελληνική οικονομία είναι πλην της νηστείας και η καθημερινή προσευχή.

Η αλήθεια είναι ότι η διακηρυγμένη πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ έχει τόσο πολλά προβλήματα που αν εφαρμοστεί ούτε ο Θεός αυτοπροσώπως δεν μας σώζει. Αλλά, πάλι, στη χρεοκοπία μάς οδήγησαν πολιτικοί που φρόντιζαν να φωτογραφίζονται προσκυνώντας με ευλάβεια εικονίσματα, έκαναν μεγάλους σταυρούς και μεγάλες υπόγειες συμφωνίες με διάφορους ιεράρχες. Η διακηρυγμένη (έστω διά μεθόδων δημοσίων σχέσεων) πίστη τους δεν αποσόβησε την καταστροφή. Ισως να βοήθησε· η εκλογή πολιτικών με βάση τις μεταφυσικές τους ανησυχίες αλλά όχι τις πραγματικές τους δυνατότητες ήταν ένα ακόμη λιθαράκι στη χρεοκοπία του ελληνικού κράτους. Σ’ αυτό έβαλαν το χεράκι τους και πολλοί ιεράρχες.


Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

ΓΙΑΤΙ ΟΡΙΣΜΕΝΟΙ ΛΑΟΙ ΠΡΟΟΔΕΥΟΥΝ;

Είναι οι θεσμοί, ανόητε
Του Πάσχου Μανδραβέλη
Αν κάποιος έβαζε στοίχημα τον 15ο αιώνα για το ποιος πολιτισμός θα κυριαρχήσει στον κόσμο, θα πόνταρε όλα τα λεφτά του στην Κίνα. Σίγουρα κανείς δεν θα σκεφτόταν την Ευρώπη. Το 1500 η μεγαλύτερη πόλη στον κόσμο ήταν το Πεκίνο με 600.000-700.000 κατοίκους. Ηταν μια καθαρή πόλη που είχε εκτεταμένο αποχετευτικό δίκτυο, ενώ το Λονδίνο των 20.000 κατοίκων ήταν ένα βρωμερό άθροισμα κατοικιών, με τα περιττώματα να παρασέρνονται από τα νερά στους δρόμους. Η αυτοκρατορική Κίνα είχε από νωρίς πυξίδα, τυπογραφία, χαρτί, πυρίτιδα, ρολόγια, πορσελάνη, χυτοσίδηρο· ακόμη και σεισμογράφο! Η Δυτική Ευρώπη τότε συνερχόταν από τη μεγάλη επιδημία της πανώλης, που είχε αποδεκατίσει τον μισό πληθυσμό. Την ώρα που τα τεράστια πλοία-θησαυροφυλάκια των Κινέζων αυτοκρατόρων όργωναν τους ωκεανούς «για να συλλέξουν φόρους από τους βαρβάρους» (και, σύμφωνα με κάποιους μελετητές, ανακάλυπταν την Αμερική) η Ευρώπη μαστιζόταν από θρησκοληψίες ότι κάπου στον Ατλαντικό βρισκόταν το τέλος του επίπεδου κόσμου.
Και ξαφνικά η Κίνα φρέναρε και η Ευρώπη (με πρώτη την Αγγλία) άρχισε να απογειώνεται. Το 1433 έγινε αυτοκράτορας ο Χονγκ Τζι, ο οποίος απαγόρευσε τις υπερπόντιες αποστολές. Το 1661 οι κάτοικοι που ζούσαν στις νότιες παράκτιες περιοχές (η πιο δραστήρια εμπορική ζώνη της αυτοκρατορικής Κίνας) διατάχθηκαν να εγκατασταθούν στην ενδοχώρα σε απόσταση 27 χλμ. από τις ακτές. Στρατιωτικές μονάδες περιπολούσαν την ακτογραμμή για να επιβάλλουν το μέτρο, ενώ μέχρι το 1693 απαγορεύτηκε πλήρως η ναυσιπλοΐα. «Ο λόγος για τον οποίο τόσο η δυναστεία των Μινγκ όσο και η δυναστεία των Τσινγκ αντετίθεντο στο διεθνές εμπόριο», γράφουν οι Daron Acemoglou και James. A. Robinson, «είναι πλέον γνωστός: ο φόβος για τη δημιουργική καταστροφή. Ο πρωταρχικός στόχος των Κινέζων αυτοκρατόρων ήταν η πολιτική σταθερότητα. Το διεθνές εμπόριο θα μπορούσε να έχει αποσταθεροποιητικές τάσεις λόγω του πλουτισμού των εμπόρων και της συνεπακόλουθης αύξησης των διεκδικήσεών τους». Μια πολιτική απόφαση λοιπόν χαντάκωσε την Κίνα, την ώρα που οι πολιτικοί και οικονομικοί θεσμοί της φτωχής Βρετανίας γίνονταν όλο και πιο ανοιχτοί.
Το «αόρατο χέρι»
Αυτή ήταν η διαφορά της Κίνας με τη Δύση. Ενώ σε όλη την ιστορία της ο δράκος της Ανατολής είχε κλειστούς οικονομικούς και πολιτικούς θεσμούς (από την απολυταρχία των αυτοκρατόρων πέρασε στην αποικιοκρατία και από εκεί στον κομμουνισμό), η Ευρώπη μέσα από πολέμους και επαναστάσεις έκανε όλο και πιο ανοιχτούς τους πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς της. Στη Δύση λειτούργησε το «αόρατο χέρι» του Ανταμ Σμιθ: οι άνθρωποι απέκτησαν το δικαίωμα να διαφεντεύουν τη μοίρα τους και προκόβοντας οι ίδιοι, πρόκοψαν και οι κοινωνίες τους. «Οι ανοιχτοί οικονομικοί θεσμοί προστατεύουν τα δικαιώματα ιδιοκτησίας, διασφαλίζουν την ισότητα των ευκαιριών και ενθαρρύνουν τις επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες και δεξιότητες. Συντελούν στην οικονομική μεγέθυνση σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τους κλειστούς οικονομικούς θεσμούς, που είναι διαρθρωμένοι με τέτοιον τρόπο ώστε να αποσπούν πόρους από τους πολλούς προς όφελος των λίγων, ενώ δεν προστατεύουν τα δικαιώματα ιδιοκτησίας και δεν παρέχουν κίνητρα για την ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων. Οι ανοιχτοί οικονομικοί θεσμοί υποστηρίζουν και υποστηρίζονται από τους ανοιχτούς πολιτικούς θεσμούς, δηλαδή τους θεσμούς που επιμερίζουν με πλουραλιστικό τρόπο σε ένα ευρύ φάσμα της κοινωνίας την πολιτική ισχύ», γράφουν οι Acemoglou και Robinson.
Αντιθέτως, με κλειστούς οικονομικούς και πολιτικούς θεσμούς μπορεί να υπάρξει μια κατ’ αρχήν οικονομική μεγέθυνση, αλλά δεν είναι βιώσιμη για δύο λόγους: «Πρώτον, η βιώσιμη οικονομική μεγέθυνση προϋποθέτει την καινοτομία και η καινοτομία δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη δημιουργική καταστροφή, η οποία αντικαθιστά το παλιό με το νέο στο πεδίο της οικονομίας, αλλά και αποσταθεροποιεί τις υφιστάμενες σχέσεις εξουσίας στο πεδίο της πολιτικής. Επειδή οι ελίτ που ελέγχουν τους κλειστούς θεσμούς φοβούνται τη δημιουργική καταστροφή, αντιστέκονται σε κάθε καινοτομία, με αποτέλεσμα να είναι βραχύβια η όποια οικονομική μεγέθυνση επιτυγχάνεται μέσα στο πλαίσιο των κλειστών θεσμών. Δεύτερον, καθώς όσοι ελέγχουν τους κλειστούς θεσμούς έχουν τη δυνατότητα να πλουτίζουν εις βάρος της υπόλοιπης κοινωνίας, πολλοί εποφθαλμιούν την πολιτική εξουσία μέσα στο πλαίσιο των κλειστών θεσμών, με αποτέλεσμα πολλές ομάδες και άτομα να συγκρούονται για να τη θέσουν υπό τον έλεγχό τους. Ως εκ τούτου, στις κοινωνίες με κλειστούς θεσμούς υπάρχουν πολλές και ισχυρές δυνάμεις που τις ωθούν προς την πολιτική αστάθεια».
Ο ρόλος των ελίτ
«Και το κλίμα, οι φυσικοί πόροι, το “ελληνικό δαιμόνιο” ή η “ελληνική κακοδαιμονία” τι ρόλο παίζουν;» θα αναρωτηθούν κάποιοι. Μηδαμινό απαντούν οι συγγραφείς. Η ιστορία έδειξε ότι η Νότιος Αμερική, που είχε καλύτερο κλίμα και περισσότερες πλουτοπαραγωγικές πηγές από τη Βόρειο, δυστύχησε ενώ οι ΗΠΑ έγιναν υπερδύναμη. Αυτό οφειλόταν στους θεσμούς που εγκαθίδρυσαν οι άποικοι. Στη Νότιο Αμερική, που είχε περισσότερο πλούτο και πυκνότητα πληθυσμού, οι πληθυσμοί εξανδραποδίστηκαν για να δουλέψουν στα ορυχεία και στις φυτείες. Δημιουργήθηκαν κλειστοί οικονομικοί και πολιτικοί θεσμοί που επιβιώνουν μέχρι σήμερα, διότι ισχύει ο «σιδηρούς νόμος της ολιγαρχίας». Ο πλουτισμός των ελίτ από τη λειτουργία των κλειστών θεσμών δημιουργεί κίνητρα ώστε οι επαναστάτες να γίνουν η νέα ελίτ και να διατηρήσουν τους κλειστούς θεσμούς προς όφελός τους. Αντιθέτως, στη Βόρειο Αμερική –ίσως επειδή ήταν αραιοκατοικημένη και δεν υπήρχε καν η ελπίδα να βρεθεί χρυσός– αναπτύχθηκαν ανοιχτοί οικονομικοί και πολιτικοί θεσμοί. Η γη μοιράστηκε στους αγρότες, και άρχισαν να αναπτύσσονται δημοκρατικοί θεσμοί. Σήμερα η πόλη Νογκάλες ειναι χωρισμένη στα δύο με ένα φράχτη. Προς Βορρά είναι το Νογκάλες της Αριζόνας. Το εισόδημα του μέσου νοικοκυριού είναι 30.000 δολάρια ετησίως. Οι περισσότεροι έφηβοι πηγαίνουν στο σχολείο, το προσδόκιμο ζωής είναι υψηλό, υπάρχει ηλεκτρονικό, τηλεφωνικό, αποχετευτικό δίκτυο παντού. Λίγα μέτρα παρακάτω, στο Νογκάλες του Μεξικού, το μέσο οικογενειακό εισόδημα δεν υπερβαίνει τα 10.000 δολάρια (και είναι από τα υψηλότερα της χώρας). Οι περισσότεροι κάτοικοι δεν έχουν απολυτήριο λυκείου, η βρεφική θνησιμότητα είναι υψηλή, η εγκληματικότητα και η διαφθορά μεγάλη. Οπως στη Βόρειο με τη Νότιο Κορέα, στην Ανατολική με τη Δυτική Γερμανία, δεν υπάρχουν πολιτισμικές ή κλιματολογικές διαφορές. «Είναι οι θεσμοί, ανόητε», που θα έλεγε και ο Τζέιμς Κάρβιλ.
Ιnfo
- Daron Acemoglou, James A. Robinson, «Γιατί αποτυγχάνουν τα έθνη. Οι καταβολές της ισχύος, της ευημερίας και της φτώχειας», εκδ. Α.Α. Λιβάνη
- Γκάβιν Μένζις, «1421, Η Κίνα ανακαλύπτει τον κόσμο», εκδ. Ψυχογιός