ΤΟ ΑΠΟΛΩΛΟΣ ΠΡΟΒΑΤΟ συλλογή διηγημάτων

Μια απολαυστική συλλογή διηγημάτων, μωσαϊκό μιας 40ετίας.

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

Οι μύθοι που μένουν...



 ΠΑΣΧΟΣ ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ


23.03.2014 : 
Για τον μύθο με τη δήλωση του κ. Χένρι Κίσινγκερ έγινε μεγάλη συζήτηση πριν από πολλά χρόνια. Να θυμίσουμε ότι το 1997 πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό της κ. Λιάνας Κανέλλη (και αναδημοσιεύτηκε σε πολλά έντυπα) ότι τάχα ο πρώην Αμερικανός διπλωμάτης είχε πει τον Σεπτέμβριο το 1994: «Ο ελληνικός λαός είναι δυσκολοκυβέρνητος και γι’ αυτό πρέπει να τον πλήξουμε βαθιά στις πολιτισμικές του ρίζες. Τότε ίσως συνετισθεί. Εννοώ, δηλαδή, να πλήξουμε τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα πνευματικά και ιστορικά του αποθέματα, ώστε να εξουδετερώσουμε κάθε δυνατότητά του να αναπτυχθεί, να διακριθεί, να επικρατήσει, για να μη μας παρενοχλεί στα Βαλκάνια, να μη μας παρενοχλεί στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή, σε όλη αυτή τη νευραλγική περιοχή μεγάλης στρατηγικής σημασίας για εμάς, για την πολιτική των ΗΠΑ». Πηγή υποτίθεται ότι ήταν η εφημερίδα Turkish Daily News της 17.2.97.

Από τότε έγιναν πολλές έρευνες για να πιστοποιηθεί η ύπαρξη αυτής της περίφημης δήλωσης. Μάταια! Η προέλευσή της δεν βρέθηκε ποτέ. Ούτε στην Turkish Daily News, που αναφέρθηκε ως πηγή. Ο λόγος ότι ήταν πλαστή. Αυτό δεν πιστοποιείται μόνο από το γεγονός ότι ο κ. Κίσινγκερ τη διέψευσε –ποιος τον πιστεύει αυτόν;– αλλά από το γεγονός ότι η ίδια δήλωση «είχε δημοσιευθεί τουλάχιστον οκτώ χρόνια πριν από τότε που υποτίθεται πως έγινε! Στην «Ελευθεροτυπία» της 26.1.1987... Η μόνη διαφορά, εδώ, αφορά τη χρονολόγησή της: αυτή η δήλωση Κίσινγκερ υποτίθεται ότι έγινε τον Νοέμβριο του 1973, ακριβώς μετά τη σφαγή του Πολυτεχνείου...» («Ελευθεροτυπία», 1.4.2001).

Η δύναμη του λαϊκισμού

Παρά τις διαψεύσεις, παρά τα ντοκουμέντα προΰπαρξής της, η δήλωση επιζεί και ανακυκλώνεται. Δύναμή της, η δύναμη του λαϊκισμού. Οπως όλοι οι μύθοι, έτσι και αυτός προσφέρει μια εξαιρετικά απλοϊκή εξήγηση για τις πολύπλοκες καταστάσεις που ζει ο σύγχρονος άνθρωπος: «Ενας κακός και ισχυρός παράγων των ΗΠΑ (κάτι σαν τον «κακό δράκο των παραμυθιών») έχει βασικό στόχο της ζωής του να πλήξει τα ιερά και όσια του ελληνισμού». Μπορεί να μη βρέθηκε ακόμη το αρχοντόπουλο στο άσπρο άλογο που θα τον σκοτώσει, αλλά η ύπαρξη του «δράκου» εξηγεί όλες τις δυσχέρειές μας. Ακόμη και τις αποτυχίες του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Τα Ελληνόπουλα δεν μένουν αμόρφωτα επειδή η παιδεία μας είναι μπάχαλο και το σύστημα αλλάζει κάθε τρεις και λίγο. Η κακοδαιμονία οφείλεται στο «σχέδιο Κίσινγκερ» που εφαρμόζεται και πλήττονται «η γλώσσα, η θρησκεία, τα πνευματικά και ιστορικά αποθέματα» του ελληνισμού.

Ομως, η ύπαρξη του μύθου από μόνη της είναι το μικρότερο κακό. Παραμύθια, εξάλλου, κυκλοφορούν πολλά. Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση, το 33% των Ελλήνων πιστεύει ότι μας ψεκάζουν και γι’ αυτό δεν αντιδρά ο λαός με μαχητικές διαδηλώσεις. Το προφανές της κόπωσης ενός λαού που επί σαράντα χρόνια έκλεινε το κέντρο της Αθήνας για ψύλλου πήδημα, δεν λαμβάνεται υπόψη. Από την άλλη, οι θεωρίες συνωμοσίας που κυκλοφορούν παγκοσμίως είναι ακόμη περισσότερες. Από τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών», που χάλκευσε στις αρχές του 20ού αιώνα η τσαρική αστυνομία, μέχρι τις «θεωρίες» ότι δεν έπεσαν αεροπλάνα στους Δίδυμους Πύργους, αλλά αμερικανικοί πύραυλοι, οι άνθρωποι μοιάζει να πιστεύουν τα πάντα εκτός από την προφανή πολυπλοκότητα του κόσμου. Οχι μόνον  οι Ελληνες, αλλά τέτοια παραμύθια τα πιστεύουν και πολλοί Αμερικανοί...

Το μεγαλύτερο κακό, όμως, που κάνουν από την ανακύκλωση του μύθου περί Κίσινγκερ είναι ότι αυτή η «διαβολική εξήγηση» για τις δυσχέρειες που αντιμετωπίζει η χώρα, δεν μας επιτρέπει να δούμε τα προβλήματα ως έχουν κι έτσι δεν μπορούμε να τα λύσουμε. Δεν σκεφτόμαστε πώς θα φτιάξουμε ισχυρή παραγωγική βάση· περιμένουμε κάποιον «πλούτο» που είναι κάπου κρυμμένος για να σωθούμε (από τα «αμύθητα» κοιτάσματα πετρελαίου στο Αιγαίο μέχρι τις «μετοχές της Τράπεζας Ανατολής», με τα οποία θα ζήσουμε εμείς καλά και τα εγγόνια μας καλύτερα). Δεν παλεύουμε να κάνουμε καλύτερα σχολεία και πιο παραγωγικό το σύστημα εκπαίδευσης, ώστε να μαθαίνουν καλά την ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό τα παιδιά μας· αμυνόμαστε σε έναν φανταστικό Κίσινγκερ, ο οποίος είναι συνάμα τόσο διαβολικός για να πλήττει τη γλώσσα μας και τόσο αφελής που να το διατυπώνει δημόσια. Δεν προσπαθούμε να κάνουμε καλύτερη τη χώρα· παγώνουμε φοβισμένοι και επηρμένοι σε μια γωνιά για να «αντισταθούμε». Ανακυκλώνουμε μύθους για να μην αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα. Πιστεύουμε ότι άλλοι καταστρέφουν την Ελάδα, για να μην μπούμε στον κόπο να τη σώσουμε εμείς.

Παράλογες αντιδράσεις

Γράφαμε και παλιότερα ότι υπάρχει μια νέα επιστήμη που εξηγεί τους λόγους επιβίωσης παράλογων ιδεών και η οποία λέγεται «μιμιδική». Σύμφωνα με το συγκεκριμένο μοντέλο, υπάρχουν ιδέες που μοιάζουν πολύ με τους ιούς («μιμίδια»). Ευδοκιμούν, εφόσον μπορούν να μεταπηδούν αποτελεσματικά από τον ένα φορέα στον άλλο. Σε κατάλληλες συνθήκες, ακόμη και μια εξαιρετικά επιζήμια ιδέα μπορεί να πλήξει τον κόσμο, όπως ο ιός της γρίπης. Ο φυσικός Ααρον Λιντς, στο βιβλίο του «Eπιδημία σκέψης. Πώς η πίστη διαχέεται στην κοινωνία. Η νέα επιστήμη των μιμιδίων», γράφει ότι τα «μιμίδια» που προκαλούν άγχος (π.χ. η πατρίδα μου βρίσκεται σε κίνδυνο) έχουν ένα έμφυτο πλεονέκτημα σε σχέση με τα ανταγωνιστικά «μιμίδια», επειδή ο κίνδυνος καθιστά τους ανθρώπους πιο δεκτικούς στον προσηλυτισμό. Η διάψευση με αναφορά στην πραγματικότητα πολλές φορές ενισχύει τον ιό της σκέψης, ή «μιμίδιο», με αντισώματα. «Το πρώτο και πιο αποτελεσματικό αντίσωμα είναι να θεωρήσουν τα προσβεβλημένα άτομα τον εξωτερικό κόσμο απελπιστικά διεφθαρμένο και να απομακρυνθούν από την επιρροή του. Ετσι το προσβεβλημένο άτομο παύει να ακούει οτιδήποτε έρχεται σε αντίθεση με την πίστη του».

Κάπως έτσι λειτουργεί και η ψεύτικη δήλωση Κίσινγκερ. Σαν ιός της σκέψης που τα «αντιβιοτικά» της πραγματικότητας δεν μπορούν πλέον να τον πλήξουν.

Οπότε, πολλοί που διαπίστωσαν το ψευδές της «δήλωσης Κίσινγκερ», αντέδρασαν με τρεις τρόπους. Πρώτον, απαξίωσαν τον αγγελιοφόρο της διάψευσης, χαρακτηρίζοντάς τον συνήθως ενεργούμενο του Κίσινγκερ ή εκείνης της νεφελώδους «Νέας Τάξης» που ο Κίσινγκερ εκπροσωπεί. Δεύτερον, απάντησαν ότι «μπορεί να μην το έχει πει, αλλά σίγουρα το σκέφτεται». Τρίτον, μπορεί ο Κίσινγκερ να μην είναι τόσο ανόητος ώστε να σχεδιάσει ή/και να πει κάτι τέτοιο, αλλά υπάρχει σχέδιο από κάποια αόρατα κέντρα το οποίο προχωρεί, και απόδειξη είναι η σημερινή κατάσταση της Ελλάδος. Αδυνατούν να κατανοήσουν, όμως, κάτι πολύ απλό: ότι δεν χρειάζεται κανένας Κίσινγκερ για να δημιουργηθεί το μπάχαλο στην Ελλάδα. Τα καταφέρνουμε μια χαρά μόνοι μας...
Ιnfo
• Aaron Lynch, «Thought Contagion. How Belief Spreads Through Society. The New Science of Memes» εκδ. Basic Books.
• André Pierre Taguieff, «
Θεωρίες συνωμοσίας», εκδ. Πόλις.

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

Το πορνογράφημα της τρομοκρατίας



 ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ


Το ζήτημα με το βιβλίο του Δημήτρη Κουφοντίνα δεν είναι πολιτικό, όπως θέλουν να το παρουσιάσουν όσοι εξαντλούν τα πυρομαχικά τους για να ξεκαθαρίσουν αν ο συγγραφέας του προλόγου υπήρξε ή όχι μέλος του ΣΥΡΙΖΑ. Και για να είμαι ειλικρινής με αφήνει παντελώς αδιάφορο η «ιστορική καπηλεία» που η καλοπροαίρετη Αριστερά επισημαίνει ότι επιχειρείται με το εξώφυλλο, και τη συμβολική ταύτιση της τρομοκρατίας με τη δράση των ανταρτών του ΕΛΑΣ και του Δημοκρατικού Στρατού. Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Η μεταπολιτευτική τρομοκρατία αναπτύχθηκε και αναζήτησε ασυλία στην ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς η οποία, ακόμη και σήμερα, ακόμη κι αν καταγγέλλει την τρομοκρατία δεν έχει καταφέρει να κόψει τον ομφάλιο λώρο που την συνδέει με την περίοδο του Εμφυλίου. Η ίδια περίοδος χρησιμοποιείται ως η κατ’ εξοχήν ιστορική αναφορά και ο κατ’ εξοχήν σύνδεσμος της τρομοκρατίας με την ιστορία του λαού τον οποίον υποτίθεται ότι εκφράζει. Μπορεί να μην είχε ποτέ πραγματικό λαϊκό έρεισμα η 17 Νοέμβρη, είχε όμως την ιστορία, άρα την αλήθεια με το μέρος της. Δολοφονούσε εν ψυχρώ και καταδίκαζε σε θάνατο με συνοπτικές διαδικασίες βάσει ενός δικαίου που είχε ήδη εφαρμοστεί στην περίοδο του Εμφυλίου. Υπήρχε και ιστορικό προηγούμενο και, κατά κάποιον τρόπο, «νομολογία» στην οποία μπορούσε να βασιστεί. Ας μην ξεχνάμε ότι έδρασε ως το ασυμβίβαστο και γνήσιο τμήμα μιας Αριστεράς που είχε συμβιβαστεί με το αστικό καθεστώς.

Ομως το επαναλαμβάνω. Το πρόβλημα με την πολυσέλιδη εξομολόγηση του κατά συρροήν δολοφόνου Δημήτρη Κουφοντίνα πριν γίνει πολιτικό, είναι ηθικό. Κανείς δεν θα ενδιαφερόταν να το διαβάσει, πολλώ μάλλον να το εκδώσει ή να το πουλήσει, αν δεν έψαχνε στις σελίδες του τη σκιά των θυμάτων του συγγραφέα. Τη σημασία τους οι λέξεις που χρησιμοποιεί, το «βάρος» τους και το νόημά τους, το αντλούν από τις ανθρώπινες ζωές που αφαίρεσε ο συγγραφέας τους. Ούτε το πρώτο ούτε το τελευταίο θα μου πείτε. Η γραφή είναι η πιο δημοκρατική τέχνη, τα υλικά της είναι οι λέξεις που χρησιμοποιεί όποιος ξέρει γραφή και ανάγνωση, ως εκ τούτου ο καθένας δικαιούται να την αξιοποιήσει για να δικαιώσει νοήματα και σημασίες που δημιουργήθηκαν εκτός γραφής, ο καθένας, από τον στρατηγό Ντε Γκωλ ώς την τραβεστί Πάολα. Με μία διαφορά. Στην περίπτωση του Κουφοντίνα έχουμε να κάνουμε με την εξομολόγηση ενός ανθρώπου ο οποίος μας ανάγκασε να μάθουμε την ύπαρξή του σκοτώνοντας αθώους, τους οποίους ο ίδιος είχε καταδικάσει ως ενόχους. Σε αντίθεση με τον Λαντρί, αυτός είχε εκλογικεύσει και είχε δώσει κοινωνικό και πολιτικό έρεισμα στη δολοφονική του δράση.

Θα μου πείτε ότι η καταγραφή της διαδικασίας μετατροπής της δολοφονίας σε κοινωνικό αγαθό και των πολιτικών επιχειρημάτων του Κουφοντίνα μπορεί να είχε ενδιαφέρον, ως μια ακραία περίπτωση του ιδεολογικού νεφελώματος που στρέβλωσε τον συλλογικό ψυχισμό μας στη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Πλην όμως ο συγγραφέας δεν μπαίνει στον κόπο να κουράσει τη φαιά ουσία του αναγνώστη του με πολιτικές αναλύσεις και γρίφους. Γραμμένο σαν μυθιστόρημα της σειράς, με τα συναισθηματικά στερεότυπα να περισσεύουν, το μόνο που κάνει είναι να ικανοποιεί την περιέργεια του αναγνώστη περιγράφοντας τις λεπτομέρειες των ανθρωποθυσιών. Ενα είδος οφθαλμοπορνικού κουτσομπολιού, με τη διαφορά ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με ανθρώπινες ζωές και όχι με απατημένους συζύγους.

Υπάρχει μια ηθική της ανάγνωσης, όπως υπάρχει μια ηθική της συγγραφής και μια ηθική της έκδοσης. Ως εκ τούτου η έκδοση, η διακίνηση και η ανάγνωση ενός τέτοιου βιβλίου δεν είναι θέμα νομιμότητας. Βεβαίως ο καθένας έχει δικαίωμα να γράφει, να εκδίδει και να διαβάζει ό,τι θέλει. Ομως αυτό δεν σημαίνει ότι απαλλάσσεται από τους ηθικούς περιορισμούς μιας δραστηριότητας από την οποία, διάολε, αν αφαιρέσεις το ηθικό της έρμα δεν μένουν και πολλά. Μένουν τυπωμένες λέξεις και τα ευρώ που κερδίζει ο εκδότης ή ο συγγραφέας. Δεν ξέρω με ποια κριτήρια ο εκδοτικός οίκος Λιβάνη εξέδωσε τα απομνημονεύματα του Δημήτρη Κουφοντίνα. Οποια και να είναι πάντως δεν φτάνει η απλή δήλωση ότι δεν δεσμεύεται από τις απόψεις του συγγραφέα για να τον απαλλάξει από τις ηθικές ευθύνες. Ακόμη κι αν το είχε παραγγείλει το έργο είχε κάθε δικαίωμα να μην το εκδώσει όταν διεπίστωνε πως στην πραγματικότητα δεν έχουμε να κάνουμε παρά με μια πορνογραφική εκδοχή της τρομοκρατίας, η οποία κολακεύει την περιέργεια του αναγνώστη. Μακάρι ο σίριαλ κίλερ να έκανε τον κόπο να προσπαθήσει να δικαιολογήσει τις πράξεις του, να κάνει δηλαδή αυτό που δεν τόλμησε, ή δεν μπόρεσε, να κάνει στο δικαστήριο. Σ’ αυτήν την περίπτωση το βιβλίο μπορεί να έβρισκε τα ηθικά ερείσματα που του λείπουν.

Το ξέρω πως η λέξη «ηθική» ακούγεται παρωχημένη, φθαρμένη όπως είναι απ’ την πολυχρησία. Την έχουμε προ πολλού διαγράψει από το λεξιλόγιό μας γιατί την έχουμε διαγράψει από τις απαιτήσεις μας. Στην καλύτερη περίπτωση παραπέμπει σε μερικές βασικές αρχές μιας πρωτόλειας χριστιανικής κατήχησης, που έχουν να κάνουν με την ερωτική σεμνοτυφία, στη χειρότερη απλώς προκαλεί θυμηδία, ειρωνικά βλέμματα και το γνωστό ύφος του μεταξύ κατεργαραίων ειλικρίνεια. Η συγγραφή και η έκδοση ενός βιβλίου είναι μια πράξη αυθαίρετη που αντλεί τα ηθικά της ερείσματα από τον τρόπο με τον οποίον προκαλεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Στην περίπτωση του τρομοκρατικού πορνογραφήματος φρόντισαν άλλοι γι’ αυτό, φρόντισαν τα αθώα θύματα του συγγραφέα τα οποία του εξασφάλισαν ακροατήριο. Αν μη τι άλλο ο Χίτλερ όταν έγραφε το «Ο Αγών μου» δεν ήξερε πως θα μείνει στην ιστορία ως το διασημότερο τέρας του εικοστού αιώνα.

Ανήκομεν εις την Δύσιν;

ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΥ*


Πώς βλέπουν οι Ελληνες την Ελλάδα μέσα στον κόσμο; Ο δημοφιλέστερος Ελληνας ιστορικός συγγραφέας, ο Κυριάκος Σιμόπουλος, γράφει: «Ο Ελληνισμός αγωνίζεται επί δύο χιλιετίες σε έναν εχθρικό κόσμο υπό συνεχή απειλή ολοκληρωτικού αφανισμού». Παρανοϊκή σκέψη – αλλά βαθιά ριζωμένη. Και παρακάτω ξεκαθαρίζει ότι ο βασικός εχθρός του Ελληνα δεν είναι ο Τούρκος – αλλά η Δύση. Αυτή τον απειλεί με ολοκληρωτικό αφανισμό.

Ηταν πολύ πριν από την Κρίση, το 1989, όταν δημοσιεύτηκαν αυτά τα λόγια, στο βιβλίο «Ξενοκρατία, Μισελληνισμός και Υποτέλεια». Με τον Σιμόπουλο θα συμφωνούσε βέβαια και ο Μέγας Δούκας Λουκάς Νοταράς που του αποδίδεται η φράση «κάλλιον τούρκικον φακιόλιον παρά παπική τιάρα», αλλά και ο Ανθιμος Πατριάρχης Ιερουσαλήμ, ο οποίος στην «Πατερική Διδασκαλία» του 1798, ονόμαζε τις δυτικές ιδέες περί ελευθερίας και ισότητας «νεοφανεστάτη ενέδρα του πονηρού διαβόλου κατά των ορθοδόξων χριστιανών», ενώ την κυριαρχία των Τούρκων βρίσκει «να είναι εις μεν τους Δυτικούς ωσάν χαλινός, εις δε τους Ανατολικούς, ημάς, πρόξενος σωτηρίας».

Στην κακιά και δόλια Δύση έχουν αποδοθεί όλες οι αρνητικές στιγμές του Ελληνισμού: αυτή φταίει για τη Μικρασιατική καταστροφή, τη Χούντα και την Κυπριακή τραγωδία. Αυτή τώρα εγκαλείται και για την κρίση, την ύφεση, την ανεργία. Από το ραδιόφωνο κάθε πρωί ακούμε για τη νέα γερμανική κατοχή, το τέταρτο ράιχ, τους τυράννους, τους γκαουλάιτερ, και τους δωσίλογους.

Τα καλά της Δύσης τα ξεχνάμε. Θυμόμαστε με μυθική νοσταλγία το «ξανθόν γένος» που μας αιματοκύλισε στα Ορλωφικά και ξεχνάμε το Ναυαρίνο που μας απελευθέρωσε, όταν η δική μας επανάσταση είχε πια σβήσει.

Σε κάθε ρήξη της Δύσης με εξωτερικούς αντιπάλους είμαστε με τον εχθρό: Συμπαθήσαμε τον Σαντάμ και τον Καντάφι, τον Μιλόσεβιτς και τον Μλάντιτς, τον Κάστρο και τον Τσάβες – και αποθεώσαμε τον Κάρατζιτς στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Και τώρα που συγκρούεται η Δύση με τηΡωσία στην Ουκρανία, εμείς είμαστε με τον Πούτιν. Καθόλου δεν μας χαλάει που είναι δικτάτορας. Αλλωστε, όλοι αυτοί που υποστηρίξαμε κατά καιρούς, δικτάτορες ήταν.

Και έπειτα από αιώνες αντιδυτικής ρητορείας έχουμε μόνο τη φτωχή φράση του Κωνσταντίνου Καραμανλή: «Ανήκομεν εις την Δύσιν». Αλλά αυτή μοιάζει να είναι περισσότερο διατύπωση επιθυμίας, παρά περιγραφή πραγματικότητας.

Πόσο ανήκουμε στ’ αλήθεια; Και πού;

Σύμφωνα με τον Σάμουελ Χάντιγκτον και το βιβλίο του «Η σύγκρουση των πολιτισμών και ο ανασχηματισμός της παγκόσμιας τάξης» (1993) δεν ανήκουμε καθόλου στον Δυτικό πολιτισμό. Η γραμμή που μας χωρίζει από τη Δύση ξεκινάει από τα σύνορα Φινλανδίας - Ρωσίας, κατεβαίνει αφήνοντας δυτικά τις Βαλτικές χώρες και την Πολωνία, διχοτομεί την Ουκρανία και την παλιά Γιουγκοσλαβία και περνάει ανοιχτά από την Κέρκυρα. Τον πολιτιστικό αυτό χώρο ο Χάντιγκτον τον ονομάζει ορθόδοξο, ή ορθόδοξο-σλαβικό. Γράφει: «Στα Βαλκάνια, αυτή η γραμμή φυσικά συμπίπτει με τα ιστορικά σύνορα μεταξύ της αυτοκρατορίας των Αψβούργων και της Οθωμανικής. Οι λαοί βόρεια και δυτικά από αυτή τη γραμμή είναι προτεστάντες ή καθολικοί. Εχουν συμμετάσχει στις κοινές εμπειρίες της ευρωπαϊκής ιστορίας – Φεουδαρχία, Αναγέννηση, Μεταρρύθμιση, Διαφωτισμό, βιομηχανική επανάσταση. Οικονομικά στέκονται καλύτερα από τους λαούς στα ανατολικά και τώρα προσβλέπουν σε μία κοινή ευρωπαϊκή οικονομία και στην παγίωση δημοκρατικών πολιτικών συστημάτων. Οι λαοί ανατολικά και νότια από αυτή τη διαχωριστική γραμμή είναι Ορθόδοξοι ή Μουσουλμάνοι. Ιστορικά ανήκαν στην Οθωμανική ή Τσαρική αυτοκρατορία και μόνο επιπόλαια τους άγγιξαν τα διαμορφωτικά κινήματα στην υπόλοιπη Ευρώπη. Είναι γενικά λιγότερο ανεπτυγμένοι οικονομικά. Και πιο δύσκολα μπορούν να αναπτύξουν προχωρημένα δημοκρατικά πολιτικά συστήματα».

Πολλές αντιδράσεις δημιούργησε αυτή η θεώρηση και στη χώρα μας. Αλλά μία ψύχραιμη ματιά δείχνει πως η ανάλυση δεν είναι ιστορικά λανθασμένη. Κανένα από τα κινήματα που διαμόρφωσαν τη Δυτική Ευρώπη δεν έφτασε ώς εμάς. Ουδέποτε αποκτήσαμε αστική τάξη, η οποία στη Δύση έφερε τη σύγχρονη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την κοινωνία πολιτών. Θα μπορούσε μάλιστα να πει κανείς ότι η τελευταία μας κρίση οφείλεται στην αδυναμία μας να φτιάξουμε ένα σύγχρονο, ορθολογικά οργανωμένο κράτος, ένα πολιτικό σύστημα που να μη βασίζεται στις πελατειακές σχέσεις και τη διαφθορά και μία κοινωνία που να κυνηγάει συλλογικούς σκοπούς – και όχι απλά το συμφέρον του κάθε μεμονωμένου ατόμου, της οικογένειας, της φατρίας ή της συντεχνίας του.

Μάλλον δεν είμαστε ακόμα Δύση. Αυτή η απόσταση φαίνεται και στην καθημερινή μας ομιλία όταν μιλάμε για την Ευρώπη, σαν να ήταν μία άλλη ήπειρος. («Ταξιδεύουμε στην Ευρώπη», «σπουδάζουμε στην Ευρώπη»). Και βέβαια δεν συμμετέχουμε στις κοινές ευρωπαϊκές κινήσεις – όπως η στήριξη της Ουκρανίας. Αμέσως, πίσω από τους νέους που αγωνίζονται για βασικές ελευθερίες και ανθρώπινα δικαιώματα, βλέπουμε ιμπεριαλιστικές συνωμοσίες. Υιοθετούμε άκριτα τη ρωσική προπαγάνδα για κινήματα νεο-ναζί, όπως άκριτα υιοθετούμε και την προπαγάνδα του Μαδούρο, για τους εξεγερμένους φοιτητές της Βενεζουέλας. Είναι το ίδιο σύνδρομο που μας τοποθετεί αυτόματα απέναντι στη Δύση. Διότι όχι μόνο δεν νιώθουμε ότι ανήκουμε σε αυτή – αλλά δυσπιστούμε βαθύτατα μπροστά σε κάθε της κίνηση. Η Εκκλησία και η Αριστερά μας έχουν βαθύτατα επηρεάσει.

Δεν ξέρω αν και πότε θα ξεπεράσουμε αυτό το αντι-δυτικό σύνδρομο.
* Ο κ. Νίκος Δήμου είναι συγγραφέας.


Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

Οι βαρώνοι της ψηφιακής εποχής


ΠΕΤΡΟΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ     ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
​Τον Αύγουστο του 1870, σε μια εποχή πυρετικής ανάπτυξης του νεαρού αμερικανικού καπιταλισμού, το περιοδικό Atlantic Monthly λανσάρισε τον όρο «οι βαρώνοι-λήσταρχοι» (robber barons). Ο απαξιωτικός χαρακτηρισμός γνώρισε ευρεία διάδοση μετά τη Μεγάλη Υφεση της δεκαετίας του 1930, περιγράφοντας επιχειρηματίες που σφετερίζονταν τον εθνικό πλούτο, αποκτούσαν χαριστικά προνόμια από διεφθαρμένους πολιτικούς, κατέβαλλαν εξευτελιστικούς μισθούς, θησαύριζαν από την τεχνητή διόγκωση της χρηματιστηριακής αξίας των μετοχών και δημιουργούσαν μονοπωλιακές καταστάσεις στην αγορά. Ο παράξενος όρος παρέπεμπε στους ηγεμόνες της μεσαιωνικής Γερμανίας, οι οποίοι, με ορμητήριο τα κάστρα τους πάνω από τις όχθες του Ρήνου, επέβαλαν αυθαίρετα ληστρικούς φόρους σε όλους τους διερχόμενους.

Στις 16 Φεβρουαρίου, οι New York Times φιλοξενούσαν άρθρο του διάσημου οικονομολόγου Πολ Κρούγκμαν υπό τον τίτλο «Οι βαρώνοι των ευρυζωνικών επικοινωνιών». Αφορμή για το δριμύ κατηγορώ του Αμερικανού νομπελίστα ήταν η συγχώνευση της Comcast, μιας γιγαντιαίας επιχείρησης στον χώρο της καλωδιακής τηλεόρασης και του Διαδικτύου, με το μεγαθήριο των μίντια Time Warner. Το περιστατικό αυτό παρουσιάζεται από τον Κρούγκμαν ως σύμπτωμα μιας ευρύτερης, ανησυχητικής εξέλιξης: της καλπάζουσας μονοπώλησης των τεχνολογιών αιχμής από λίγες γιγαντιαίες επιχειρήσεις, εις βάρος των εργαζομένων και των καταναλωτών. Ακόμη πιο ανησυχητική είναι, κατά τον αρθρογράφο, η αδράνεια των σύγχρονων πολιτικών, σε αντίθεση με την παραδοσιακά ισχυρή αντι-τραστ νομοθεσία των Ηνωμένων Πολιτειών, στο μεγαλύτερο μέρος του εικοστού αιώνα.

Οι αιτιάσεις του Κρούγκμαν συγκρούονται με ευρύτατα διαδεδομένα στερεότυπα, που θέλουν τον νέο μαγικό κόσμο της πληροφορικής ως άρνηση των βιομηχανικών «δεινοσαύρων» του παρελθόντος: δύο εφευρετικοί νεαροί, όπως ο Μπιλ Γκέιτς και ο Πολ Αλεν, μπορούν με δύο μόνο υπολογιστές, στο γκαράζ του σπιτιού τους, να γκρεμίσουν αυτοκρατορίες ολόκληρες. Στην εποχή του ελεύθερου ανταγωνισμού σε παγκόσμια κλίμακα, η αδυσώπητη δύναμη της «δημιουργικής καταστροφής», που φέρνουν μαζί τους οι νέες τεχνολογίες, καθιστά κάθε συζήτηση περί μονοπωλίων απελπιστικά αναχρονιστική.

Μονοπωλιακή πρόσοδος

Ή μήπως όχι; Στο βιβλίο της «Αιχμάλωτο ακροατήριο: Η βιομηχανία τωντηλεπικοινωνιών και η δύναμη των μονοπωλίων στη νέα επίχρυση εποχή», που μόλις κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο του Πανεπιστημίου του Γέιλ, η Σούζαν Κρόφορντ σκιαγραφεί μια εντελώς διαφορετική εικόνα: η περίφημη «νέα οικονομία της γνώσης» όχι μόνο δεν αποτελεί επιτομή του ελεύθερου ανταγωνισμού, αλλά αντιπροσωπεύει ένα από τα πιο προκλητικά πεδία όπου το επιχειρηματικό κέρδος μετατρέπεται σε μονοπωλιακή πρόσοδο, ένα είδος «φεουδαρχισμού της ψηφιακής εποχής».

Ας μη νομισθεί ότι πρόκειται για κάποια αιρετική, κρυπτομαρξιστική φωνή: η συγγραφέας, σύμβουλος του Μπαράκ Ομπάμα και μέλος διοικητικών συμβουλίων μεγάλων οργανισμών και επιχειρήσεων επί σειρά ετών, είναι πεισμένη οπαδός της ελεύθερης αγοράς και του αμερικανικού ονείρου. Από αυτή τη σκοπιά, ξιφουλκεί εναντίον των μεγάλων μονοπωλίων, υποστηρίζοντας ότι εξαιτίας τους η Αμερική χάνει διαρκώς έδαφος στον παγκόσμιο στίβο των νέων τεχνολογιών. Πριν από δέκα χρόνια, οι ΗΠΑ βρίσκονταν στην πρωτοπορία του Διαδικτύου, παρουσιάζοντας τις μεγαλύτερες ταχύτητες και τις χαμηλότερες τιμές στις ευρυζωνικές επικοινωνίες. Σήμερα, «βλέπουν την πλάτη» της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας.

Εξίσου ανησυχητικές είναι οι διαπιστώσεις του Τζάρον Λάνιερ, στο βιβλίο του «Σε ποιον ανήκει το μέλλον;», που κυκλοφόρησε πέρυσι και προκάλεσε αίσθηση διεθνώς. Ο συγγραφέας του δεν μπορεί να κατηγορηθεί ούτε για τεχνοφοβία ούτε για εμπάθεια απέναντι στην επιχειρηματικότητα. Υπήρξε πρωτοπόρος στις νέες ψηφιακές τεχνολογίες, ιδίως στο πεδίο της εικονικής πραγματικότητας (σε αυτόν ανήκει και η πατρότητα του όρου «virtual reality»), ίδρυσε αρκετές επιτυχημένες επιχειρήσεις και διετέλεσε σύμβουλος μεγάλων τραπεζών και εμπορικών επιχειρήσεων, όπως οι Fannie Mae και η Wal-Mart.

Πλήγμα στη μεσαία τάξη

Το κεντρικό του συμπέρασμα: η ψηφιακή οικονομία εξελίσσεται στον υπ’ αριθμόν ένα παράγοντα συρρίκνωσης της μεσαίας τάξης, επιδείνωσης της κοινωνικής πόλωσης και καταστροφής θέσεων εργασίας. Ενα από τα πιο χτυπητά παραδείγματα είναι η σύγκριση της Kodak και της Instagram. Στο ζενίθ της, η Kodak απασχολούσε 140.000 εργαζομένους. Αλλά όταν η Instagram, που πήρε τη θέση της στην κορυφή των ομοειδών επιχειρήσεων στον χώρο της εικόνας, πουλήθηκε στο Facebook αντί ποσού ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων, απασχολούσε μόλις... 13 μισθωτούς!

«Η Instagram», σημειώνει ο Λάνιερ, «δεν αξίζει ένα δισεκατομμύριο δολάρια μόνο και μόνο γιατί διαθέτει 13 εκπληκτικούς υπαλλήλους. Η αξία της έρχεται από εκατομμύρια χρήστες που συμβάλλουν στο δίκτυο χωρίς να πληρώνονται γι’ αυτό». Με άλλα λόγια, εισπράττει μονοπωλιακή πρόσοδο, καθώς σφετερίζεται την επινοητικότητα και την απλήρωτηεργασία του ανώνυμου καταναλωτή. Η πρόταση του Λάνιερ είναι ριζοσπαστική, αν και πολύ δύσκολα εφαρμόσιμη: Ολοι οι χρήστες του Διαδικτύου πρέπει να αμείβονται, έστω και ελάχιστα, για κάθε πληροφορία που παρέχουν, από εκείνους που τη χρησιμοποιούν προς όφελός τους.

Μια άλλη ριζοσπαστική ιδέα διατυπώθηκε προ ημερών από τον αρθρογράφο των Financial Times, Μάρτιν Γουλφ, σε άρθρο του με τίτλο «Σκλαβώστε τα ρομπότ για να ελευθερώσετε τους φτωχούς». Ο αρθρογράφος επικαλείται το βιβλίο δύο καθηγητών του Τεχνολογικού Ινστιτούτου Μασαχουσέτης, που μόλις κυκλοφόρησε με τίτλο «Η Δεύτερη Εποχή των Μηχανών» και προειδοποιεί για τον κίνδυνο δραματικής απώλειας θέσεων εργασίας εξαιτίας της πληροφορικής και της αυτοματοποίησης.

Για την αντιμετώπιση αυτού του κινδύνου, ο Γουλφ προτείνει τη θέσπιση αξιοπρεπούς κατώτατου εισοδήματος για όλους τους πολίτες – κάτι που, κατά τη γνώμη του, θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί με τη βαριά φορολογία σε κάθε είδους αντικοινωνική πρόσοδο: στις επιχειρήσεις που μολύνουν το περιβάλλον, στη μεγάλη ιδιοκτησία ακινήτων και, κυρίως, σε στις επιχειρήσεις που εισπράττουν πνευματικά δικαιώματα. «Τα δικαιώματα ιδιοκτησίας», γράφει ο Γουλφ, «είναι μια κοινωνική κατασκευή. Οφείλουμε να αναθεωρήσουμε την ιδέα ότι μια μικρή μειονότητα μπορεί να αποσπά τη μερίδα του λέοντος από τα κέρδη των νέων τεχνολογιών. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, το κράτος να καρπώνεται αυτομάτως μερίδιο των εισοδημάτων από τα πνευματικά δικαιώματα τα οποία προστατεύει». Κάτι απολύτως λογικό, καθώς είναι το κράτος που δαπανά τεράστια ποσά για τη λειτουργία εκπαιδευτικών και τεχνολογικών ιδρυμάτων, δηλαδή των υποδομών εκείνων πάνω στα οποία ορθώνονται –και εν μέρει παρασιτούν– τα διάφορα «τεχνολογικά θαύματα» του ιδιωτικού τομέα.