ΤΟ ΑΠΟΛΩΛΟΣ ΠΡΟΒΑΤΟ συλλογή διηγημάτων

Μια απολαυστική συλλογή διηγημάτων, μωσαϊκό μιας 40ετίας.

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014

Εκπατρισμός στελεχών και πολυπολιτισμική εκπαίδευση

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΔΑΜΟΥΛΙΑΝΟΥ

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Οι ειδικοί λένε για όποιον δεν γνωρίζει τη «γλώσσα του σώματος» στην επικοινωνία ότι είναι σαν να διαβάζει ένα κείμενο που του λείπουν τα σημεία της στίξης. Ιδιαιτέρως στον χώρο της εργασίας, η «γλώσσα του σώματος» προδίδει την πραγματική στάση που τηρεί ο καθένας, το πώς αντιδρά στις σκέψεις των άλλων, ενώ, τελικώς, η γνώση της καθιστά αποτελεσματική την επικοινωνία με τους άλλους – ιδιαιτέρως όταν ανήκουν σε άλλους πολιτισμούς.Ο αυξανόμενος εκπατρισμός στελεχών -ιδιαιτέρως όταν πρόκειται σε χώρες εκτός Ευρώπης- φέρνει στο προσκήνιο την απαραίτητη πολυπολιτισμική εκπαίδευση και προετοιμασία τους. Κάτι, που δεν λειτουργεί απλώς ως ένα επιπλέον «ατού» για την επιτυχή εκτέλεση του έργου που τους ανατίθεται, αλλά είναι η αναγκαία προϋπόθεση για να μπορούν να «βλέπουν» να «ακούν», να αντιλαμβάνονται και να ανταποκρίνονται σωστά στους διαφορετικούς ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζονται είτε τους διοικούν. Την αξία της γνώσης της πολιτισμικής διαφοράς, όπως εκφράζεται μέσα από συμπεριφορές, μέσα από τη γλώσσα του σώματος, ακόμη και μέσα από τη σιωπή ή με τη φωνητική παρέμβαση, περιγράφει με ένα γλαφυρό παράδειγμα η καθηγήτρια Οργανωσιακής Συμπεριφοράς στο Insead, Εριν Μέιερ, η οποία είναι και σύμβουλος εκπατριζόμενων στελεχών.

Η σιωπή...

«Πριν από το ραντεβού μου με τον πελάτη -γαλλική αυτοκινητοβιομηχανία που έστελνε στελέχη της εταιρείας της σε πόλη της Κίνας- είχα συναντηθεί πολλές φορές με τον Κινέζο δημοσιογράφο Τσεν ο οποίος ήταν εξωστρεφής, ομιλητικός, ενήμερος και γνώστης των πολιτισμικών διαφορών της χώρας του. Είχε προετοιμάσει λοιπόν σχετικά επιχειρηματικά παραδείγματα με πολιτισμική διάσταση και πήρε μέρος στο πρόγραμμα της εκπαιδευτικής αυτής συνάντησής μου. Αν η συνεργασία μας αυτή είχε επιτυχία, μας περίμενε η εκπαίδευση άλλων 50 στελεχών που ήσαν σε αναμονή».

Ωστόσο, το εντυπωσιακό αποτέλεσμα από τη συνάντηση αυτή, που έγινε γύρω από ένα μεγάλο ορθογώνιο τραπέζι, φαίνεται να είναι το σημαντικό μάθημα πολιτισμικής συμπεριφοράς που έλαβε από τον κ. Τσεν, όπως και το περιγράφει η ίδια η καθηγήτρια Μέιερ. Συνέβη το εξής: όσο η εκπαίδευση προχωρούσε και η ώρα περνούσε, ο Τσεν παρέμενε απολύτως σιωπηλός. Η κ. Μέιερ συχνά τον κοιτούσε με σημασία προσδοκώντας την παρέμβασή του, ενώ εκείνος απλώς κουνούσε ελαφρώς το κεφάλι του δείχνοντας ότι συμφωνεί με αυτά που άκουγε. Αφού τελείωσε το πρώτο μέρος της ομιλίας της, έκανε μια πολύ μικρή σιωπηρή διακοπή για να τον ενθαρρύνει να παρέμβει, αλλά εκείνος παρέμεινε σιωπηλός.

Με βαθιά ανησυχία -σχεδόν σε κατάσταση πανικού- ύστερα από τρεις ολόκληρες ώρες, όταν τερμάτισε πλέον ο δικός της ρόλος αποφάσισε να τον προκαλέσει και τον ρώτησε: «Τσεν, μήπως έχεις κάποια παραδείγματα που θα ήθελες να τα αναφέρεις;». Και τότε ο Τσεν, αφού υποκλίθηκε ελαφρώς και ευχαρίστησε την καθηγήτρια «που του έδωσε τον λόγο», ξεκίνησε έναν άριστα αρθρωμένο λόγο γεμάτο γνώση, ενημέρωση και πρακτικότητα. Χαλαρή και ευχαριστημένη πλέον η κ. Μέιερ -μιας και η εκπαίδευση αφορούσε τις πολυπολιτισμικές διαφορές- σκέφθηκε να επωφεληθεί από την περίπτωση του «σιωπηλού Τσεν» και, παρουσία των εκπαιδευόμενων στελεχών, του ζήτησε να τους εξηγήσει γιατί ώς τότε παρέμενε απόλυτα σιωπηλός.

Εκπληξη

«Δηλαδή τι, περιμένατε το πεταχτώ να μιλήσω όταν η Εριν είναι η πρόεδρος αυτής της συνάντησης και το ανώτερο πρόσωπο μέσα σε αυτή την αίθουσα;», ρώτησε γεμάτος έκπληξη. Και εξήγησε ότι για να αρχίσει να μιλάει, περίμενε να του το ζητήσει εκείνη. «Αλλωστε όταν δεν κινούμαι και όταν συγκρατώ τη φωνή μου, αποδεικνύω ότι είμαι ένας πολύ καλός ακροατής. Εμείς στην Κίνα πιστεύουμε ότι εσείς οι Δυτικοί, που συχνά πεταγόσαστε τόσο πολύ κατά τις συναντήσεις, το κάνετε είτε για να επιδειχθείτε είτε γιατί είσαστε κακοί ακροατές. Οι Κινέζοι περιμένουμε λίγα δευτερόλεπτα σιωπής πριν μιλήσουμε. Περίμενα λοιπόν να σιωπήσει για περισσότερη ώρα η Εριν και τότε να παρέμβω, αλλά κάτι τέτοιο δεν συνέβη».

Ο άλλος κώδικας επικοινωνίας που έχει και αυτός τις δικές του ερμηνείες είναι «η γλώσσα του σώματος» που είναι υποσυνείδητη, αυτόματη και κυρίως διαπολιτισμική. Οι ειδικοί λένε ότι όποιος δεν γνωρίζει τη «γλώσσα του σώματος» στην επικοινωνία είναι σαν να διαβάζει ένα κείμενο που του λείπουν τα σημεία της στίξης. Ιδιαιτέρως στον χώρο της εργασίας, η «γλώσσα του σώματος» προδίδει την πραγματική στάση που τηρεί ο καθένας, το πώς αντιδρά στις σκέψεις των άλλων και, τελικά, η γνώση της καθιστά αποτελεσματική την επικοινωνία με τους άλλους – ιδιαιτέρως όταν ανήκουν σε άλλους πολιτισμούς.

Νοήματα

Ενώ, δηλαδή, οι λέξεις πληροφορούν, η «γλώσσα του σώματος» δίνει νοήματα. Και ιδιαιτέρως στον κόσμο των μπίζνες, η αποκωδικοποίησή της αξιολογείται ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Και επειδή η επικοινωνία μπορεί να είναι ένα πακέτο φωνής, σωματικής στάσης και χειρονομιών, και τα τρία αυτά στοιχεία συμβάλλουν στην επιτυχία της, μέσα από την πλήρη κατανόηση των άλλων. Πιστεύεται ωστόσο ότι η σημασία της «γλώσσας του σώματος» στο μάνατζμεντ δεν έχει εκτιμηθεί όπως θα έπρεπε και ότι οι λόγοι τόσο της επιτυχίας όσο και της αποτυχίας των στελεχών θα μπορούσαν, τις περισσότερες φορές, να αναζητηθούν στον κρυφό κόσμο της μη λεκτικής επικοινωνίας.


Συνδικαλιστική αργία

ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΣΑΚΥΡΑΚΗΣ*

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ο υπουργός Παιδείας Ανδρέας Λοβέρδος επανέφερε μία μέρα αργίας στα σχολεία για να μπορούν οι εκπαιδευτικοί να συμμετέχουν στις συνδικαλιστικές γενικές συνελεύσεις τους. Την ονομάζει βεβαίως «συνδικαλιστική άδεια», αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για αργία εφόσον είναι υποχρεωτική για όλους τους εκπαιδευτικούς, είτε αυτοί προτίθενται να συμμετάσχουν στις συνελεύσεις είτε όχι, με συνέπεια να κλείνουν τα σχολεία.

Η αργία για συνδικαλισμό –μια πρακτική που εφαρμόστηκε κατά κόρον στο Δημόσιο τα τελευταία χρόνια– αποτελεί άλλη μία ακατανόητη ιδιομορφία της δημοκρατίας μας. Πρώτον, διότι η συνδικαλιστική δραστηριότητα αποτελεί δικαίωμα και όχι υποχρέωση του εργαζομένου και προφανώς περιλαμβάνει την ελευθερία της μη συμμετοχής σε οποιαδήποτε συνδικαλιστική δραστηριότητα. Για όσους, λοιπόν, δεν επιθυμούν ανάμειξή τους με τον συνδικαλισμό, η υποχρέωσή τους σε αργία αποτελεί προσβολή της δικής τους συνδικαλιστικής ελευθερίας.

Δεύτερον, με δεδομένο ότι η ανεξαρτησία των συνδικαλιστικών ενώσεων από την κρατική εξουσία είναι βασική προϋπόθεση της συνδικαλιστικής ελευθερίας, το κράτος δεν πρέπει να ανακατεύεται με τον συνδικαλισμό ούτε με το πρόσχημα της διευκόλυνσής του. Οταν μάλιστα πρόκειται για ιδιαίτερη ρύθμιση που αφορά μόνο κάποιους τομείς του Δημοσίου, τότε πρόκειται για ανεπίτρεπτη συναλλαγή, αφού το κράτος έχει εν προκειμένω την ιδιότητα του εργοδότη.

Είναι γνωστό ότι εκτός Δημοσίου ο συνδικαλισμός στην Ελλάδα είναι αδύναμος έως ανύπαρκτος. Αυτός που έχει κάποια δύναμη είναι ο λεγόμενος κρατικοδίαιτος συνδικαλισμός, δηλαδή εκείνος που αντλεί τη δύναμή του από τη στήριξη του κράτους. Εκ πρώτης όψεως η στήριξη αυτή φαίνεται παράδοξη: το κράτος-εργοδότης στηρίζει τους συνδικαλιστές στον αγώνα εναντίον του! Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για διαπλοκή και αλληλοστήριξη. Τα κόμματα εξουσίας παρείχαν προνόμια και λάμβαναν ως αντάλλαγμα πολιτική υποστήριξη.

Δεν έχει νόημα να αναφερθούμε εδώ στη διαπλοκή του λεγόμενου κρατικοδίαιτου συνδικαλισμού με τα πολιτικά κόμματα εξουσίας. Η κοινή γνώμη, άλλωστε, έχει κατασταλαγμένη άποψη επί του θέματος. Εκείνο που ενδιαφέρει είναι να επισημάνουμε ότι η επαναφορά της αργίας στα σχολεία για συνδικαλιστικές συνελεύσεις συνεχίζει την παλαιοκομματική πρακτική, που αφενός υπονομεύει την αυθεντικότητα της συνδικαλιστικής δραστηριότητας, αφετέρου εκπέμπει ένα αντιδραστικό μήνυμα για όλη την κοινωνία.

Η αυθεντική συνδικαλιστική δράση είναι πάνω από όλα εκούσια και, επομένως, δεν είναι νοητό να συνδυάζεται με αργομισθία. Μόνο σε ολοκληρωτικά καθεστώτα το κράτος παρέχει απολαβές για συμμετοχή σε οργανώσεις ή συγκεντρώσεις. Σε όλες τις δημοκρατικές χώρες οι συνδικαλιστικές συνελεύσεις των εργαζομένων γίνονται εκτός ωραρίου εργασίας και φυσικά χωρίς «αποζημίωση» για τον χρόνο που διαθέτουν οι συμμετέχοντες.

Πέραν, όμως, της αυθεντικότητας, υπάρχει το ζήτημα του μηνύματος που εκπέμπεται από το γεγονός ότι τα πάντα υποχωρούν μπροστά στον συνδικαλισμό. Τα παιδιά στο σχολείο προσλαμβάνουν την ιδέα ότι η κοινωνία αποδίδει μεγαλύτερη σημασία στον συνδικαλισμό παρά στην εκπαιδευτική διαδικασία, στην οποία αυτά συμμετέχουν. «Σιγά, δεν χάνεται η παιδεία με μια μέρα αργία», θα αντιτείνει κανείς. Και όμως χάνεται, όχι βέβαια από την αργία, αλλά επειδή υπονομεύεται η αίσθηση πως στο σχολείο επιτελείται ένα έργο σοβαρό, το οποίο δεν συγκρίνεται κάθε φορά με άλλα έργα και δραστηριότητες.

Επιπλέον, αν αναλογισθεί κανείς ότι ο συνδικαλισμός αποτελεί την κατεξοχήν συντεχνιακή διεκδίκηση σε μια κοινωνία, τότε το μάθημα που τα παιδιά προσλαμβάνουν είναι ότι το γενικό συμφέρον υποχωρεί μπροστά στα συμφέροντα ομάδων ή προσώπων. Δεν είναι τυχαίο ότι, ως κοινωνία, δεν μπορούμε να διακρίνουμε μεταξύ γενικού συμφέροντος και συντεχνιακών αιτημάτων. Ολες οι διεκδικήσεις θεωρούνται εκ προοιμίου δίκαιες ανεξάρτητα από τι διεκδικούν.

Η επαναφορά της συνδικαλιστικής αργίας στα σχολεία από τον κ. Ανδρ. Λοβέρδο μάς γυρίζει πίσω στις χειρότερες στιγμές της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας μας. «Κλείνει το μάτι» στους συνδικαλιστές σε μία απόπειρα αποκατάστασης του πολιτικού και συνδικαλιστικού κατεστημένου, χωρίς να νοιάζεται για το κακό που κάνει.

* Ο κ. Σταύρος Τσακυράκης είναι καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.