ΤΟ ΑΠΟΛΩΛΟΣ ΠΡΟΒΑΤΟ συλλογή διηγημάτων

Μια απολαυστική συλλογή διηγημάτων, μωσαϊκό μιας 40ετίας.

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2015

Ο πειρασμός του εθνικολαϊκισμού

15.02.2015 


Είναι σίγουρο πως ο πρώην σύμβουλος του κ. Αντώνη Σαμαρά και ακροδεξιός (σύμφωνα και με τις καταγγελίες του ΣΥΡΙΖΑ) κ. Τάκης Μπαλτάκος θα «βάρεσε πολλές προσοχές» ακούγοντας τον πρωθυπουργό να πετάει ασύστολα εθνικές κορώνες την περασμένη Τρίτη από το βήμα της Βουλής. Ετσι κι αλλιώς, ο κ. Μπαλτάκος –ο οποίος απομακρύνθηκε από τον κ. Σαμαρά για ανάρμοστες σχέσεις με τη Χρυσή Αυγή– θαύμαζε τον νέο ΣΥΡΙΖΑ, πολύ πριν το εθνικολαϊκό κρεσέντο του κ. Αλέξη Τσίπρα: «Εγώ ο δεξιός, βαράω προσοχή, όπως λένε στον στρατό, μπροστά σε αυτά που κάνει η αριστερή –δυστυχώς για εμάς– κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και θα ήλπιζα και ευχόμουν και παρακαλούσα αυτά που κάνουν αυτοί οι άνθρωποι να τα κάνουμε εμείς» (Real FM 6.2.2015).

Αλλά είναι και πολλοί χρυσαυγίτες που εγέρθηκαν με τις εθνικολαϊκές μαγκιές του κ. Τσίπρα. Η δημοσκόπηση της ALCO («Ποντίκι» 10.2.2014) δείχνει πολλά ναζιστικά χειροκροτήματα για την κυβέρνηση. Στην ερώτηση «Συμφωνείτε ή διαφωνείτε από τη διαπραγματευτική στάση της κυβέρνησης;» το μεγαλύτερο ποσοστό των «ζήτω» (97%) ήταν από τους ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής· και με μηδενική μάλιστα διαφωνία. Ακολουθούσαν με 96% οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ (διαφωνούντες 1%) και με 94% οι ψηφοφόροι του κ. Πάνου Καμμένου.

Κολοσσιαίο λάθος

Βεβαίως, τα χειροκροτήματα των ακροδεξιών και των νεοναζί δεν σημαίνουν –αυτομάτως τουλάχιστον– ότι ο ΣΥΡΙΖΑ γίνεται –εκτός από κυβερνητικός συνεταίρος– όμοιος με την Ακροδεξιά. Απλώς ισχύει αυτό που έλεγε ο Βλαδίμηρος Λένιν, «όταν σε χειροκροτεί ο εχθρός σου ψάξε να δεις τι λάθος έχεις κάνει». Και το λάθος του ΣΥΡΙΖΑ είναι κολοσσιαίων διαστάσεων. Στριμωγμένος στη γωνία, ανάμεσα στην πραγματικότητα και στις προεκλογικές του υποσχέσεις, ψάχνει διεξόδους ακόμη και στον ελαφροεθνικισμό. Εξάλλου είναι γνωστό από την εποχή του Samuel Johnson ότι «ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο των απατεώνων». Σ’ αυτόν τον πατριωτισμό καταφεύγει ο ΣΥΡΙΖΑ με τα εθνικά συλλαλητήρια (χωρίς κομματική ταυτότητα, όπως κατήγγειλε στη Βουλή η κ. Παπαρήγα), σ’ αυτόν τον πατριωτισμό καταφεύγει και ο πρωθυπουργός με αναφορές του στυλ «στο Eurogroup, δεν θα βρίσκεται ο Γιάνης Βαρουφάκης. Στο Eurogroup θα βρίσκεται η Ελλάδα». Να σημειώσουμε εδώ ότι στις προγραμματικές δηλώσεις ο κ. Τσίπρας ανέφερε 69 φορές τη λέξη «Ελλάδα», 17 φορές τη λέξη «πατρίδα» και ούτε μία φορά την λέξη «Αριστερά». Πώς, λοιπόν να αντισταθεί ο κ. Βύρων Πολύδωρας και να μη δηλώσει «ναι, θέτω τον εαυτό μου στην υπηρεσία της πατρίδος και του λαού, συστρατευόμενος στη διαπραγμάτευση κοινωνικής σωτηρίας και εθνικής απελευθέρωσης που διεξάγει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ».

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο κ. Τσίπρας τσαλαβουτά στα βρώμικα νερά του εθνικολαϊκισμού. Δεν θα αναφερθούμε μόνο στη φετινή προεκλογική ομιλία, που καλούσε τις Ελληνίδες και τους Ελληνες σε «μια νέα πατριωτική συμμαχία» (23.1.2015). Ο καθηγητής Ανδρέας Πανταζόπουλος διέκρινε από το 2012 τη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ σε εθνικολαϊκό κόμμα: «Η κεντρική προεκλογική ομιλία του Αλέξη Τσίπρα στην Αθήνα (3.5.2012) συμπυκνώνει την εθνικολαϊκιστική κλήση τού εν λόγω σχηματισμού προς το εν δυνάμει ακροατήριό του, και από την άποψη αυτή προσφέρεται, κατά παραδειγματικό τρόπο, για την αποκωδικοποίηση του κεντρικού του μηνύματος». Ας θυμηθούμε μια παλιότερη δήλωση (21.2.2012) του κ. Αλέξη Τσίπρα: «Κάποιοι Ελληνες δεν είναι και τόσο Ελληνες. Αυτοί που μας κυβερνούν...».

Να θυμηθούμε επίσης και μια παλιότερη ομιλία Αλέξη Τσίπρα (3.5.2012): «Ολες οι δυνάμεις της γερασμένης Ελλάδας ενώθηκαν σε μια ιερή συμμαχία απέναντι σε αυτό το ενδεχόμενο. Ολες οι δυνάμεις του πλούτου, της διαπλοκής, της τραπεζοκρατίας ενώθηκαν και σήμερα έχουν έναν μόνο αντίπαλο: τον ΣΥΡΙΖΑ». Αυτό ταιριάζει με τις επισημάνσεις του Pierre-Andre Taguieff, ο οποίος σημείωνε ότι «η κλήση στον λαό είναι “κλήση ενάντια”. [...] Κάθε λαϊκιστής ηγέτης που απευθύνεται στον λαό διατείνεται ότι του υποδεικνύει τους πραγματικούς του εχθρούς, τους “αποπάνω” (τις άνομες ελίτ), τους τριγύρω (“το σύστημα”) ή τους από αλλού (οι εχθρικοί ξένοι, οι μετανάστες εισβολείς), και κυρίως τους κρυμμένους εχθρούς στο εσωτερικό του εθνικού σώματος» («Ο νέος εθνικολαϊκισμός», εκδ. Επίκεντρο).

Να σημειώσουμε εδώ ότι για τον Γάλλο φιλόσοφο σημείο συνάντησης του ακροδεξιού με τον ακροαριστερό λαϊκισμό είναι η αντικαπιταλιστική δημαγωγία. Αυτή κάποιες φορές παίρνει ανατριχιαστικές ομοιότητες. Γράφει ο Taguieff: «Πρέπει από την άποψη αυτή να θυμίσουμε ότι ο δημαγωγός Χίτλερ άρδευε έναν αριθμό θεμάτων από το ρεπερτόριο ενός “volkish” λαϊκισμού εγγύτερα του ακροαριστερού επαναστατικού λόγου, παρά του λόγου των συντηρητικών δεξιών. Ετσι συνέδεε τη λατρεία του λαού με την προσφυγή στην αντικαπιταλιστική δημαγωγία (στοχεύοντας ειδικότερα τον χρηματιστικό καπιταλισμό), εκδηλωνόμενος κατά του συστήματος το οποίο κατ’ αυτόν συνίσταται στο ότι “ευνοεί τον πλούτο του μικρού αριθμού και τη φτώχεια του μεγάλου αριθμού”. Σε ομιλία του που εκφώνησε στο Βερολίνο στις 10 Δεκεμβρίου 1940 σε ένα στρατιωτικό εργοστάσιο μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες εργάτες, ο Χίτλερ παρουσίαζε τον αγώνα του ως πάλη μεταξύ των “δύο κόσμων”: από τη μια η εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία και, από την άλλη πλευρά, η συμμαχία του κεφαλαίου και της “εβραΐλας” με τους συμμάχους της, εκκινώντας από τη Μεγάλη Βρετανία. Ετσι στην εθνικιστική δημολατρία αρθρωνόταν η υπερβολική καταγγελία της κοσμοπολίτικης πλουτοκρατίας: “Πολέμησαν τον εθνικολαϊκισμό γιατί εκθειάζει την αρχή ότι το κεφάλαιο πρέπει να τεθεί στην υπηρεσία της οικονομίας και η οικονομία στην υπηρεσία του λαού...”».

Εκδοχή των ΑΝΕΛ

Φυσικά, επ’ ουδενί συγκρίνουμε τον ΣΥΡΙΖΑ με το ναζιστικό κόμμα της Γερμανίας, απλώς επισημαίνουμε ότι ο εθνικολαϊκισμός έχει πολλά ποδάρια και «μπορεί να έλθει σε συγχρωτισμό με οποιαδήποτε ιδεολογία» όπως σημειώνει ο κ. Ανδρέας Πανταζόπουλος. Το χειρότερο, δε, είναι ότι η «πρώτη φορά Αριστερά» μεταμορφώνεται σε εθνικολαϊκισμό όχι με βάση κάποιο σχέδιο αλλά ανεπαίσθητα. Οπως αφρόνως και τυχοδιωκτικώς η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ στα τέλη της περασμένης δεκαετίας προσπάθησε να ανέβει στο κύμα της οργής των κουκουλοφόρων και μετέτρεψε τον Συνασπισμό από κόμμα της Ανανεωτικής Αριστεράς σε ένα συνονθύλευμα ακραίων, έτσι και τώρα δεν καταλαβαίνουν ότι δεν μεταμορφώνουν τον ΣΥΡΙΖΑ στο ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά σε μια εκδοχή των Ανεξάρτητων Ελλήνων. Είναι η ίδια τυχοδιωκτική πολιτική με άλλο πρόσημο· «πατριωτικό» αυτή τη φορά, που σίγουρα καλλιεργείται από διάφορους εθνικοαριστερούς που μαζεύτηκαν στην Κουμουνδούρου τα τελευταία δύο χρόνια.

Μπορεί στον ΣΥΡΙΖΑ να αυταπατώνται ότι το τέρας του εθνικολαϊκισμού ξυπνάει και κοιμάται, ανάλογα με τα νταούλια που αυτοί χτυπούν. Ας διαβάσουν όμως λίγο Φρίντριχ Χάγιεκ και μπορεί να καταλάβουν ότι οι κρατικοπαρεμβατιστές «ήταν άνθρωποι με καλές προθέσεις (αλλά ήταν επίσης) εκείνοι που άνοιξαν τον δρόμο –αν δεν τις δημιούργησαν έμπρακτα– στις δυνάμεις που αντιπροσωπεύουν τώρα όλα όσα απεχθάνονται», δηλαδή τον φασισμό και τον ναζισμό. Σύμφωνα με τον Χάγιεκ, ο οποίος έζησε την άνοδο της απεχθέστερης μορφής εθνικολαϊκισμού στην Ιστορία, «ο δημοκράτης πολιτικός που θα καταπιαστεί να σχεδιάσει την οικονομική ζωή θα βρεθεί σύντομα με το δίλημμα είτε να πάρει στα χέρια του δικτατορικές εξουσίες είτε να εγκαταλείψει τα σχέδιά του... Μολονότι τα σοσιαλιστικά κόμματα είχαν τη δύναμη να πετύχουν τα πάντα εάν είχαν θελήσει να χρησιμοποιήσουν βία, δίστασαν να το κάνουν. Χωρίς να το αντιλαμβάνονται, είχαν θέσει στον εαυτό τους ένα καθήκον το οποίο μπορούσαν να επιτελέσουν μόνο οι αδίστακτοι (σ.σ. φασίστες), οι οποίοι ήταν έτοιμοι να αγνοήσουν τους φραγμούς της κρατούσας ηθικής... Τα παλιά σοσιαλιστικά κόμματα εμποδίστηκαν από τα δημοκρατικά ιδεώδη τους: δεν διέθεταν την απαιτούμενη αγριότητα για την εκτέλεση της αποστολής που είχαν επιλέξει».


Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2015

Ανήκομεν εις την Δύση, προσώρας!




 ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ*


ΠΟΛΙΤΙΚΗ : 18:06
Αντιλήφθηκα πως σε αρκετούς συμπολίτες μας προκάλεσε θετική εντύπωση, για να μην πω ενθουσιασμό, το γεγονός πως η νέα ηγεσία της χώρας μας δείχνει περισσότερο φιλική έναντι της Ρωσίας απ’ όσο υπήρξε οποιαδήποτε άλλη ελληνική κυβέρνηση τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια. Ιδιαίτερα, μάλιστα, το «δίδυμο» στο υπουργείο Εξωτερικών και στο υπουργείο Αμυνας δεν μπορεί να κρύψει την περηφάνια του για την αναβάθμιση των σχέσεών μας με το κράτος του Πούτιν.

Αναρωτιέμαι, βέβαια, γιατί στη χώρα μας αγαπούν τόσο πολύ τη Ρωσία. Αναζητώντας ορθολογικά επιχειρήματα, κοιτάζω τον παγκόσμιο δείκτη ποιότητας της δημοκρατίας. Η Ρωσία στον κατάλογο βρίσκεται στην 97η θέση. Σαράντα τρεις θέσεις πίσω από την Γκάνα και πενήντα έξι θέσεις κάτω από την «υποδουλωμένη» στα μνημόνια Ελλάδα που, κουτσά-στραβά, βρίσκεται στην 41η θέση της σχετικής λίστας. Αν και σκέφτομαι πως ίσως δεν θα ’πρεπε να είμαι τόσο αυστηρός με τη χώρα του Ντοστογιέφσκι και του Σολζενίτσιν, μιας και η Δημοκρατία δεν ήταν ποτέ το δυνατό της σημείο, οι εκθέσεις της Διεθνούς Διαφάνειας για την παγκόσμια διαφθορά έρχονται να ενισχύσουν τους προβληματισμούς μου. Η κατάσταση θα ήταν για γέλια, αν δεν ήταν για κλάματα. Η Ρωσία είναι στην «τιμητική» 143η θέση, εξήντα τρεις ολόκληρες θέσεις κάτω από τη χώρα μας, που βρίσκεται στην 80ή θέση της κατάταξης μαζί με την Κολομβία και το Μαρόκο. Δεν θέλω καν να αναφέρω τη θέση στην οποία βρίσκονται οι δυτικές χώρες (αυτές που δεν αρέσουν στους επαναστάτες και στους εθνικιστές) στη σχετική λίστα. Για τέλος, σκέφτηκα να δω τι γίνεται με τον δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης, που κατατάσσει τις χώρες με βάση το βιοτικό επίπεδο των πολιτών τους. Κι εδώ ουδείς, και πάλι, εντυπωσιάζεται. Η «φτωχή» Ελλάς, που ζητιανεύει δανεικά, βρίσκεται στην 29η θέση μεταξύ 187 χωρών. Η αχανής και πλούσια, σε ενεργειακά αποθέματα, Ρωσική Ομοσπονδία βρίσκεται μόλις στην 57η θέση, πίσω από χώρες όπως η Ουρουγουάη ή η Αργεντινή. Ολα τα παραπάνω συνοψίζουν την εξής εικόνα: η Ρωσία  είναι  μια χώρα με έντονα προβλήματα  δημοκρατίας, διαφθοράς και φτώχειας, που  την κρατούν σε απόσταση, όχι μόνο από τις πλούσιες χώρες της Δύσης, αλλά ακόμη και από αυτές της κεντρικής Ευρώπης, που ήταν δορυφόροι της κατά τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου. Κανένας λογικός άνθρωπος στην Ευρώπη δεν θα ήθελε η χώρα του να προσομοιάζει στη Ρωσία του Πούτιν.

Γιατί, λοιπόν, τόσο πολλοί άνθρωποι στη χώρα μας αντιμετωπίζουν τη Ρωσία ως το καταφύγιο της ύστατης ελπίδας; Η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί στην επιρροή που άσκησε ο αντιδυτικισμός στην πολιτική κουλτούρα της σύγχρονης Ελλάδας. Ο αντιδυτικισμός, ως ιδεολογικό ρεύμα και στάση, κατάφερε να επηρεάσει οριζόντια ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, δεξιά και αριστερά. Παρά τις επιμέρους διαφορές τους, οι πολιτικές δυνάμεις του αντιδυτικισμού έχουν ως κοινή συνισταμένη την απέχθεια και την περιφρόνηση για τις φιλελεύθερες αξίες της ανοικτής κοινωνίας, που ταυτίστηκαν βεβαίως με τον δυτικό κόσμο. Η έλξη του ρεύματος αυτού για υποδείγματα εξουσίας, στα οποία το ισχυρό κράτος και παντοδύναμοι ηγέτες επιβάλλονται πάνω στην αδύναμη κοινωνία των πολιτών και ελέγχουν τους θεσμούς της, αποκαλύπτει τη βαθύτερη του φύση: τον αυταρχισμό.

Η αντιδυτική τύφλωση κάνει τους Αριστερούς να φαντασιώνονται τη διεφθαρμένη και απολυταρχική Ρωσία ως προπύργιο ενάντια στον δυτικό καπιταλισμό και τους Δεξιούς να πιστεύουν πως οι ορθόδοξοι αδερφοί του «ξανθού γένους» θα μας σταθούν στις δυσκολίες που περνάμε εξαιτίας των «απίστων» δυτικών.

Η αφήγηση αυτή θα ήταν διασκεδαστική και θα αποτελούσε έναν ακόμη από τους πολλούς μύθους, που σε αυτήν τη χώρα καλλιεργούμε για τον εαυτό μας και τη σχέση μας με τους άλλους, αν δεν ήταν επικίνδυνη. Επικίνδυνη, όχι μόνο για λόγους γεωπολιτικής σημασίας, αλλά κυρίως εξαιτίας των αξιών και των αντιλήψεων που προωθεί σχετικά με το ποια Ελλάδα θέλουμε.

Ο σύγχρονος δυτικός κόσμος στηρίζεται στην παράδοση του Διαφωτισμού και των φιλελεύθερων επαναστάσεων του 18ου αιώνα. Συγκροτήθηκε πάνω στην ισχυρή πεποίθηση πως η ελευθερία, η δημοκρατία και η προστασία της προσωπικότητας του καθενός αποτελούν οικουμενικές και αναπαλλοτρίωτες αξίες. Είτε ανήκουν στην Αριστερά είτε στη Δεξιά, οι πολίτες στη Δύση ανατρέφονται με τις αξίες της πλουραλιστικής κοινωνίας, για τις οποίες μόνο οι εξτρεμιστικές μειοψηφίες δεν αισθάνονται υπερήφανες. Ας μην ντρεπόμαστε να το πούμε: η δυτική φιλελεύθερη πραγματικότητα αποτελεί μια όαση ελευθερίας, ανεκτικότητας, ευημερίας και πολιτικής σταθερότητας σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούν η ανισότητα, η πολιτική αβεβαιότητα, ο αυταρχισμός και η θρησκευτική μισαλλοδοξία.

Η Ελλάδα πέτυχε όσα πέτυχε μέχρι σήμερα ακριβώς επειδή ανήκει στη Δύση. Από τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου (και όχι τη σφαγή των Ορλοφικών) μέχρι την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση και την Ευρωζώνη, όλες οι σημαντικές επιλογές των πολιτικών μας ηγεσιών ταυτίστηκαν με αυτές του δυτικού κόσμου. Οποτε αυτό δεν συνέβη, η τραγωδία καραδοκούσε.
* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα και στο Πανεπιστήμιο Βαρσοβίας.