ΤΟ ΑΠΟΛΩΛΟΣ ΠΡΟΒΑΤΟ συλλογή διηγημάτων

Μια απολαυστική συλλογή διηγημάτων, μωσαϊκό μιας 40ετίας.

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2015

Γ.Σουρής,ποιήματα


Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ’ όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;
Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά ‘χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;
Νά ‘χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;
Όλα σ’ αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.
Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.
Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυό φορώντας τα πόδια που ‘χει
στο ‘να λουστρίνι, στ’ άλλο τσαρούχι.
Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.
Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς.
Δυστυχία σου, Ελλάς, με τα τέκνα που γεννάς!
Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα, τι γαϊδάρους βγάζεις τώρα;

Απ’ τον πασοκισμό στον τρωγλοδυτισμό



 ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ


Αν ζούσε ο Μάνος Χατζιδάκις προχθές θα γιόρταζε τα ενενηκοστά του γενέθλια. Μου το θύμισε ο Παύλος Τσίμας, όταν με κάλεσε στην εκπομπή του στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ για να μιλήσω για τη συνεργασία μου μαζί του. Ούτως ή άλλως, όμως, δύσκολο να ξεφύγεις από τα επιμνημόσυνα αφιερώματα στη μνήμη του, η οποία είναι πολύ μεγαλύτερη από τη δημοφιλία που απολάμβανε όσο ζούσε. Βλέπετε, ο Χατζιδάκις ήταν δεξιός, κοινώς αντιδραστικός σε μια χώρα που διαγωνιζόταν στον στίβο της προόδου και η δημιουργία γινόταν αποδεκτή μόνον όταν πήγαζε από τον λαό και απευθυνόταν στον λαό. Οι μουσικές του δεν ακούγονταν στις διαδηλώσεις και ο ίδιος είχε δηλώσει πως δεν τον ενδιέφερε να την τραγουδούν στα στάδια και στις πλατείες. Αφήστε που έκανε και κακές παρέες. Ηταν φίλος του Καραμανλή.

Οταν τον γνώρισα, στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα, ήταν περίπου εξήντα ετών και στη χώρα είχε επικρατήσει ο πασοκισμός. Η κυριαρχία του εκτεινόταν σε όλo τον δημόσιο βίο, από την πολιτική και την οικονομία έως τη γλώσσα, την ενδυμασία και τη συμπεριφορά. Ο πασοκισμός δεν ήταν πολιτική. Ηταν νοοτροπία, από την πιο εκχυδαϊσμένη της εκδοχή, την «Αυριανή», έως τις πιο εκλεπτυσμένες. Αυτές τις τελευταίες τις επεξεργαζόταν, υποτίθεται, η αριστερή διανόηση με ικανοποιητική δουλοπρέπεια απέναντι στην πολιτική εξουσία, επαιτώντας κοινό μέσω των προοδευτικών της ιδεών.

Τότε επεβλήθη η ενιαία σκέψη. Για να σε ακούσουν έπρεπε να είσαι εναντίον του πολέμου, υπέρ της παγκόσμιας ειρήνης, εναντίον της πυρηνικής ενέργειας, υπέρ των πάσης φύσεως απεργών και των απεργιών τους, να πιστεύεις ότι ο αγρότης είναι ο καλύτερος φίλος της προόδου, έπρεπε να θεωρείς τη δεξιά ξενόδουλη, κι ακόμη κι αν δεν πίστευες στον χιλιαστικό κομμουνισμό, έπρεπε να δηλώνεις σοσιαλιστής. Προσοχή, όχι σοσιαλδημοκράτης. Επρεπε επίσης να πιστεύεις πως τον Εμφύλιο τον έκαναν επίτηδες οι Αγγλοι, πως ο Βελουχιώτης ήταν ήρωας σαν τον Κολοκοτρώνη και να κλαις τη μοίρα σου που δεν τον άφησαν να ολοκληρώσει το θεάρεστο έργο του. Ησουν βέβαιος πως ο Καραμανλής κατέστρεψε την Αθήνα με την αντιπαροχή, έπρεπε να παίρνεις στα σοβαρά ιστορικούς όπως ο Κορδάτος και ακόμη κι αν δεν είχες διαβάσει τον Μακρυγιάννη, έπρεπε οπωσδήποτε να τον σέβεσαι γιατί ήταν αδικημένος σαν την ίδια την Ελλάδα. Ο καπιταλισμός ήταν κακό πράγμα. Ακόμη χειρότερο και από τον καπιταλισμό ήταν η Αμερική. Χειρότερο δεν υπήρχε γι’ αυτό και δεν το αναφέρω. Διά της πολιτικής εξουσίας η ενιαία σκέψη κατέλαβε την εκπαίδευση, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν γενιές που δεν έμαθαν ποτέ να σκέφτονται. Τους έφτανε να παπαγαλίζουν τις βεβαιότητες της προοδευτικής Ελλάδας.

«Μελαμψές φυλές, κοντοπόδαρες... των συντρόφων τους θύτες γι’ αμνηστία οι αλήτες τώρα διοικητές...», τραγουδούσε ο Σαββόπουλος στους «Κωλοέλληνες» και έπεσαν να τον φάνε οι κήνσορες της ενιαίας σκέψης. Οι εστίες της αντίστασης ήταν ελάχιστες. Οπως είχε επισημάνει ο Παναγιώτης Κονδύλης, το έδαφος της αστικής Ελλάδας ήταν φτενό. Μία απ’ αυτές τις εστίες αντίστασης ήταν ο Χατζιδάκις. Δεν ήταν κανένα πνευματικό μέγεθος που να εμπνέει δέος. Ηταν άνθρωπος ευφυής, είχε εμπιστοσύνη στο ταλέντο του και ήταν ανδρείος. Παρά την προστασία του Καραμανλή, ούτε η Νέα Δημοκρατία της εποχής εκείνης μπόρεσε να τον αντέξει. Ο πασοκισμός είχε περάσει ακόμη και στις τάξεις της. Ηταν ευαίσθητος και η μουσική του, αν κερδίζει όλο και περισσότερο, είναι γιατί μας κάνει να νοσταλγούμε εκείνη την αστική ζωή που έχει ταφεί στα ερείπια του τρωγλοδυτισμού.
Τον διαδέχθηκαν οι «Χατζιδακικοί», ατάλαντοι της έντεχνης πλήξης που τον επικαλέστηκαν για να καλύψουν τα δικά τους κενά. Πολλοί από όσους τον καταδίκαζαν δημοσία τότε, και υπερασπίζονταν τις αυριανικές αθλιότητες, σήμερα ομνύουν στο όνομά του. Δεν έχει σημασία. Πολλοί αναρωτιούνται πώς θα ήταν αν ζούσε σήμερα. Οπως ήταν όταν ζούσε. Θα τον έβριζαν από το πρωί ώς το βράδυ. Σημασία, αντιθέτως, έχει πως όσοι τότε πίστευαν πως η επιδημία του πασοκισμού ήταν μια παρένθεση σε μια Ελλάδα που η μοίρα της ήταν ευρωπαϊκή διαψεύστηκαν. Ο πασοκισμός εξελίχθηκε στον σημερινό τρωγλοδυτισμό. Ή για να το πω λενινιστικά: «Ο τρωγλοδυτισμός είναι το τελευταίο στάδιο του πασοκισμού».

Η δύναμη της ενιαίας σκέψης είναι η ευκολία με την οποία μεταδίδεται από στόμα σε στόμα, όπως ο Μαύρος Θάνατος στις πολιτείες του Μεσαίωνα. Ειδικά όταν διαθέτει τόσο ισχυρούς μηχανισμούς όπως είναι η εκπαίδευση. Μη γελιέστε, η καταδίκη της αριστείας ή η κατάργηση του μαθήματος της λογοτεχνίας –το ουσιαστικότερο αντίδοτο στην ενιαία σκέψη– είναι μάχες που κερδίζει η ενιαία σκέψη. Επειδή όμως τα υλικά της είναι οι βεβαιότητες και τα στερεότυπα, δεν μπορεί να μεταβολίσει πνευματική ενέργεια, δεν ανανεώνεται και κάποια στιγμή αποχυμώνεται, όπως όλοι οι ολοκληρωτισμοί. Είναι αυτό που ζούμε σήμερα: η ελληνική κοινωνία δεν έχει τα μέσα για να σκεφθεί αυτό που της συμβαίνει, άρα δεν μπορεί να ξεφύγει από το παρόν της, όπως ο τρωγλοδύτης δεν μπορεί να ξεφύγει από το δικό του παρόν. Θεωρεί πως η ζωή στους βράχους είναι φυσιολογική.

«Καληνύχτα, Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ». Στην απαισιόδοξη αυτή ιστορία, υπάρχει και κάτι αισιόδοξο. Επειδή οι κοινωνίες δεν αυτοκτονούν, επειδή η σύγχρονη Ελλάδα στη σύντομη ιστορία της έχει αποδείξει πως μέσα στις καταστροφές μπορεί να γεννήσει ιδέες, μεγάλες ή μικρές, που της επιτρέπουν να ανακάμψει, ας ελπίσουμε πως δεν θα υποκύψει στον ζυγό του τρωγλοδυτισμού. Δεν είμαστε και Βενεζουέλα, απ’ όπου κι αν μας πιάσεις.

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

Αγγελος Παπαναστασίου, ο τολμηρός κινηματογραφιστής της Κατοχής


Την περασμένη Κυριακή βρέθηκα στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, στη «νέα» της, εδώ και αρκετά χρόνια, έδρα, την κάπως άχρωμη, άγευστη και άοσμη σε σχέση με την «αρχαία» αλλά πολύ πιο ατμοσφαιρική αίθουσα του Μεγάρου Δεληγιώργη στη συμβολή των οδών Ακαδημίας και Κανάρη.

Ομως η Ταινιοθήκη είναι η Ταινιοθήκη και επιτελεί εθνικό έργο, και το τελευταίο της αφιέρωμα στις «Εικόνες της Κατοχής και της Απελευθέρωσης» ήταν από εκείνα που δικαιώνουν τον ρόλο της. Ετρεξα, λοιπόν, στην Ιερά Οδό για να δω δύο ντοκιμαντέρ που δεν τα βλέπεις εύκολα: τις «Εικόνες από την Ελλάδα», παραγωγή της Φίνος Φιλμς που καλύπτει κατά κύριο λόγο τις τελευταίες ημέρες της παρουσίας των ναζί στην Αθήνα, με αποκορύφωμα τους πανηγυρισμούς για την Απελευθέρωση (12 Οκτωβρίου 1944) και κυρίως τα 26 λεπτά που έχουν διασωθεί από το περίφημο φιλμ του Αγγελου Παπαναστασίου (1896-1953) με τίτλο «Από την τραγωδία της σκλαβωμένης Ελλάδος 1941-44».

Πρόκειται για συγκλονιστικές, αταξινόμητες εικόνες της γερμανικής κατοχής στην Αθήνα με σημείο εκκίνησης την είσοδο των ναζιστικών στρατευμάτων, τον Απρίλιο του 1941. Ο Παπαναστασίου παρακολουθεί την πομπή από το πεζοδρόμιο της λεωφόρου Αμαλίας. Και αν εύλογα αναρωτιέστε πώς κατάφερε να κινηματογραφήσει ελεύθερος κάτω από τέτοιες συνθήκες, ο ιστορικός και συγγραφέας Μενέλαος Χαραλαμπίδης μας αποκάλυψε στη διάρκεια της προβολής τον «τρόπο» του τολμηρού Αθηναίου επιχειρηματία: έκρυβε την κάμερά του σε ένα μικρό βαλιτσάκι με μια τρύπα στη μέση για τον φακό ή, όπως είχε αποκαλύψει η κόρη του, Λουκία Παπαναστασίου στη συνάδελφο Νόρα Ράλλη, «σε ένα τενεκεδάκι συσσιτίου από αυτά που είχαν οι Αθηναίοι και γύρναγαν τους δρόμους μήπως βρουν τίποτε πεταμένο, να το μαζέψουν να φάνε…». Ολα αυτά, με αυτονόητα τεράστιο ρίσκο για τη ζωή τη δική του αλλά και της οικογένειάς του.

Σύμφωνα με τον κ. Μενέλαο Χαραλαμπίδη, ο Αγγελος Παπαναστασίου δεν ήταν ούτε επαγγελματίας ρεπόρτερ ούτε επαγγελματίας κινηματογραφιστής. Γεννημένος στην Αθήνα το 1896, δόκιμος του Βασιλικού Ναυτικού, δημιούργησε το 1929 (μαζί με τον φίλο του Αδαμάντιο Καρόκη) το μεγαλύτερο εργοστάσιο μπαταριών στα Βαλκάνια εκείνης της εποχής, με την επωνυμία ΠΑΚ, από τα αρχικά τους. Οι αγωνίες και το ρίσκο του Παπαναστασίου δεν πήγαν, τελικά, καθόλου χαμένα καθώς το μοναδικό ντοκουμέντο χρησιμοποιήθηκε ως τεκμήριο τέλεσης εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας στη δίκη της Νυρεμβέργης. Και αν ο ίδιος γλίτωσε από τα χέρια των ναζί, δεν είχε την τύχη μαζί του στα χρόνια της ελεύθερης, πια, Ελλάδας: έφυγε από τη ζωή πρόωρα το 1953 σε αυτοκινητικό δυστύχημα.


Το «καυτό» στοίχημα της ανοιχτής κοινωνίας

Σώτη Τριανταφύλλου

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Η Σώτη Τριανταφύλλου, πολυγραφότατη πεζογράφος, αρθρογράφος, δοκιμιογράφος και μεταφράστρια, θίγει στο νέο της δοκίμιο «Πλουραλισμός, πολυπολιτισμικότητα, ενσωμάτωση, αφομοίωση: Σημειώσεις για τη σύγχρονη ανοιχτή κοινωνία» ένα τεράστιο θέμα που καίει εδώ και πολλά χρόνια τον δυτικό κόσμο: την ενσωμάτωση των μεταναστών (και εσχάτως προσφύγων) και τη συνύπαρξή τους με τους πολίτες του λεγόμενου ανεπτυγμένου κόσμου.
Ενα ζήτημα που βρέθηκε για πρώτη φορά στην επικαιρότητα όταν, μετά τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και την κατάρρευση της αποικιοκρατίας, μετανάστες από τις πρώην αποικίες συνέρρευσαν στις πρώην «προστάτιδες» χώρες της Δύσης για μια καλύτερη ζωή. Κρούσματα βίας, ρατσισμού και εκμετάλλευσης εμφανίστηκαν σύντομα, ωστόσο σταδιακά οι διαφορετικές κουλτούρες απορροφήθηκαν εν πολλοίς και εμπλούτισαν το πολιτισμικό και πολιτιστικό δυτικό πλαίσιο. Πήρε πολλές δεκαετίες έως ότου αρχίσουμε να μιλάμε για «πολυπολιτισμικότητα», κυρίως μετά τη δεκαετία του ’70 και την εμφάνιση μιας άλλης έννοιας, της «παγκοσμιοποίησης», ιδίως όμως μετά και την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Τα νέα μεταναστευτικά κύματα, όχι μόνο προς τις πρώην αυτοκρατορίες αλλά και σε χώρες που ελάχιστη αν όχι μηδαμινή εμπειρία είχαν με μειονότητες και μετανάστες, δημιούργησαν νέες πραγματικότητες. Τα πιο πρόσφατα κύματα μετανάστευσης μάλιστα, από τον ισλαμικό κόσμο, συνέπεσαν με μια σφοδρή κρίση στις σχέσεις Δύσης - Ανατολής μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001.
Διενέξεις περί ανέγερσης ή μη ισλαμικού τεμένους στην Αθήνα, οι αγριότητες των Ταλιμπάν και του «Ισλαμικού Κράτους», το Γκουαντάναμο και το Αμπού Γκράιμπ, η απαγόρευση ή μη της μαντίλας στη Γαλλία, η τραγωδία του «Σαρλί Εμπντό» – είναι πολλά και άκρως σημαντικά τα γεγονότα και τα ζητήματα που έχουν προκύψει τα τελευταία χρόνια. Οπως σημειώνεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, «στο εσωτερικό των δυτικών δημοκρατιών, οι πολυπολιτισμικές πρακτικές –καθώς και οι αντίστοιχες θεωρητικές αντιλήψεις– έχουν οδηγήσει στη δημιουργία περίκλειστων μειονοτήτων που απομονώνονται από τον κύριο κοινωνικό και πολιτισμικό κορμό με αποτέλεσμα κατατεμαχισμό, δυσπιστία μεταξύ των κοινωνικών ομάδων, εχθρότητα και βίαιες αντιπαραθέσεις. Αυτό το δοκίμιο σχολιάζει τις δυτικές αξίες πάνω στις οποίες θεμελιώνεται το κράτος δικαίου, επιχειρηματολογεί υπέρ της ελεγχόμενης μετανάστευσης που δεν θα υπονομεύει την κοινωνική συνοχή και επικρίνει την πολυπολιτισμικότητα ως πρακτική κατακερματισμού και εξασθένισης των δημοκρατικών θεσμών».
Η «Κ» προδημοσιεύει σήμερα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το δοκίμιο της Σώτης Τριανταφύλλου, που κυκλοφορεί αύριο από τις εκδόσεις Πατάκη.
Φυλή και κουλτούρα
Η κατηγορία περί ρατσισμού είναι μια απόπειρα να μετατραπεί η απόρριψη του δυτικού πολιτισμού σε μια εκστρατεία με εχθρούς, λάβαρα και θυσίες εναντίον ενός φαντασματικού κατεστημένου. Αυτό το εγχείρημα στηρίζεται σε μια σειρά αναληθειών. Κατ’ αρχάς, η φυλή δεν ταυτίζεται με την κουλτούρα (για παράδειγμα, πολλοί Εβραίοι της Γερμανίας έχουν «γερμανική κουλτούρα», ενώ πολλοί Ευρωπαίοι συνδυάζουν περισσότερες από μία κουλτούρα)· κατά δεύτερον, όπως είπαμε, δεν είναι όλοι οι πολιτισμοί ισάξιοι ούτε έχουν τις ίδιες δυνατότητες συνύπαρξης με άλλους πολιτισμούς. Αν αποφεύγουμε οποιαδήποτε ηθική κρίση, αρνούμαστε μια θεμελιώδη λειτουργία και εμπειρία της κοινότητας. Αν, δηλαδή, δεν διώκουμε, όπως οφείλουμε, τα προαναφερθέντα εγκληματικά έθιμα, οπισθοδρομούμε σε μια κοινωνική κατάσταση πριν από τον Διαφωτισμό, ενώ, σύμφωνα με τις ιδέες του Διαφωτισμού, όχι απλώς θα λέγαμε ότι δεν έχουν θέση ανάμεσά μας αλλά ότι δεν έχουν θέση πουθενά.
Το στοίχημα δεν είναι λοιπόν η κοινωνική ομοιογένεια υπό την έννοια της συμμόρφωσης, αλλά υπό την έννοια της κοινής πολιτικής κουλτούρας, της κοινής δημόσιας σφαίρας. Οι δυτικές κοινωνίες έχουν κτιστεί με το ιδεώδες της φιλοξενίας, του σεβασμού της ελευθερίας του ατόμου και της ιδιωτικής ζωής – και εξαρτώνται από την υπακοή στους νόμους και τα ανοιχτά συμβόλαια. Δεν είναι αυθαιρεσία, στενότητα ή πολιτιστικός ιμπεριαλισμός το να μαθαίνουμε, κατά προτεραιότητα, στο σχολείο ό,τι είναι «δικό μας» και ό,τι μας έχει φέρει μέχρις εδώ. Το κοινωνικό στοίχημα είναι η σταθερότητα, η συνεκτικότητα και η ανάπτυξη των ατόμων και των κοινωνιών μέσα από την εκπαίδευση, την εξωστρέφεια και, ταυτοχρόνως, την αίσθηση της ταυτότητάς μας μέσα στον κόσμο – μιας ταυτότητας που δεν θα περιορίζεται στις θρησκευτικές πεποιθήσεις και στις φυλετικές (tribal ή clannish) τελετουργίες. Γενικά μιλώντας, ο ανεπτυγμένος πολιτισμός, δηλαδή η δημοκρατία, δημιουργεί και αναπτύσσει πολλαπλές ταυτότητες: ο σύγχρονος δημοκρατικός πολίτης δεν ορίζεται από ένα και μοναδικό χαρακτηριστικό – δεν είναι, λόγου χάρη, απλώς «χριστιανός» ή «μητέρα» ή «άνδρας»· ο δημοκρατικός πολίτης έχει πολλαπλές αλληλοσυμπληρούμενες, ακόμα και αντινομικές, ταυτότητες.
Τι συμβαίνει λοιπόν όταν άνθρωποι που προσκολλώνται στις θρησκευτικές πεποιθήσεις και φυλετικές τελετουργίες μεταναστεύουν στη Δύση; Η αριστερά και οι «πολιτικώς ορθοί» επιμένουν ότι πρέπει να κάνουμε χώρο για να ανθίσει η κουλτούρα τους – όμως αυτή η θέση είναι καταστροφική. Μόλις προσφάτως οι πολιτικοί στη Δύση παραδέχτηκαν, εμμέσως, το χονδροειδές αυτό σφάλμα: μπορούμε να καλωσορίζουμε μόνον εκείνους τους μετανάστες που επιθυμούν να βρουν τη θέση τους στη δική μας κουλτούρα, να δεχτούν νόμους, κανόνες και διαδικασίες που πιθανότατα τους είναι, αρχικά, ξένες. Αν οι αλλοδαποί έρχονται στη Δύση για να βελτιώσουν τη ζωή τους, πρέπει να αποδέχονται συγκεκριμένους όρους.


Ελληνοϊταλικός πόλεμος 1940, μια νίκη της ελληνικής κοινωνίας


ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ*
Είναι λίγες μέρες μετά την πρωτοχρονιά του 1941, στην περιοχή Κάλια του αλβανικού μετώπου. Ο πυροβολητής Πεζικού, ο Πειραιώτης Βλάσης Καρατζίκας, λαϊκό παιδί μιας εξαμελούς οικογένειας, έχει μόλις φθάσει με τον ουλαμό του στο μέτωπο, μετά από εξοντωτική πορεία ημερών, υπό άθλιες καιρικές συνθήκες. Παρά ταύτα, ο ενθουσιασμός του που βρίσκεται εκεί είναι έκδηλος. Γράφει μάλιστα στο ημερολόγιό του (εκ. Ερμής): «Κατά την ώρα της βολής το κρύο μάς πειρούνιαζε έως τα κόκκαλα. Ευτυχώς που εθαιρμένετο ο σωλήν του πυροβόλου και ζεσταίναμε τα χέρια μας. Το μεγάλο κατόρθωμα του ουλαμού μας ήταν το εξής: Είχαμε μείνει με λίγα βλήματα, διότι είχον ψωφήσει τα μουλάρια, διετάχθησαν λοιπόν οι άνδρες κάπου 60, να μεταφέρουν 4 βλήματα ο καθείς στον ώμο. Ητο πραγματικό μαρτύριο αυτό διότι με το φορτίο 13 οκ (άδες) στον ώμο έφευγαν από τη Ζέη και βάδιζαν 4 1/2 ώρες μέσα σε λάσπη έως το γόνατο και ήρχοντο που είμεθα εμείς με τα πυροβόλα. Ηρχοντο κατάκοποι, μούσκεμα στον ιδρώτα και λασπωμένοι, ήσαν πραγματικοί ήρωες, τους έβλεπα και τους ελυπόμουν, αλλά χάρις όμως σε αυτούς εδοξάσθη ο ουλαμός μας. Ελεγον δε σε μας τους πυρ/τάς “ρίχνετε καλά, παιδιά, και εμείς θα σας φέρνουμε βλήματα. Καρατζίκα σκόπευε καλά, κατάστρεφέ τους αράδα τα πυροβόλα και πολυβόλα τους”».

Το απόσπασμα είναι αρκετά ακριβές της κατάστασης στο μέτωπο, διότι συμπυκνώνει βιωματικά μερικά από τα βασικά στοιχεία της επιτυχίας του ελληνικού στρατού το 1940-1. Οι σύγχρονοι πόλεμοι του 20ού αιώνα, πόλεμοι ολοκληρωτικοί, πόλεμοι των κληρωτών, δεν παίχτηκαν μόνο στο επίπεδο των μεγάλων στρατηγών των επιτελείων αλλά απαιτούσαν συνολική κινητοποίηση της κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα. Και όπως έχει εύστοχα ειπωθεί –χωρίς καμιά διάθεση εθνικιστικής αυταρέσκειας– η ελληνική κοινωνία πήγε στον πόλεμο αυτό σύσσωμη «με το χαμόγελο στα χείλη». Μπορεί λοιπόν κανείς ενδεικτικά να αναφέρει 4-5 κρίσιμους παράγοντες, βάσει των οποίων κρίθηκε το αποτέλεσμα: το είδος του οπλισμού και η εκπαίδευση του στρατεύματος, τα ζητήματα επιμελητείας και μεταφορών, η εξοικείωση με τη γεωγραφία και τις ακραίες συνθήκες διαβίωσης, η ποιότητα των μεσαίων στελεχών και ιδίως των εφέδρων. Ας δούμε το καθένα από αυτά αναλυτικότερα.

Η παλιά τεχνογνωσία

Οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις είχαν ξεκινήσει, από το 1926 και έως το 1935, τον επανεξοπλισμό τους καθώς και τη διοικητική αναδιοργάνωσή τους. Παρέμεναν κατά βάση αξιόμαχες μόνο στον στρατό ξηράς, αλλά αυτός δεν θα χαρακτηριζόταν γενικά υποδεέστερος του ιταλικού. Ισως μόνο ποσοτικά, όχι όμως ποιοτικά. Οι αγορές όπλων που είχαν γίνει ήταν σωστές, ακόμη δε καλύτερη ήταν η εκπαίδευση.

Από τα οπλοπολυβόλα, πρέπει να ξεχωρίσει κανείς το τσεχοσλοβακικό Χότσκις που υπερτερούσε των ιταλικών Φίατ και Μπρέντα, καθώς δεν θερμαινόταν ιδιαίτερα, και σπάνια πάθαινε εμπλοκή. Ηταν επίσης πολύ ελαφρύ (7 κιλά), χάρη και σε μετατροπές που είχε κάνει ο στρατός σε αυτό, κι έτσι μεταφερόταν ευκολότερα στις μακρές πορείες πάνω στα αλβανικά βουνά. Οπλο ιδανικό και για άμυνα αλλά και για επίθεση με πυρ και κίνηση, έσπερνε τον πανικό στις αντίπαλες γραμμές, καθώς ο χειριστής του μπορούσε να εκτελέσει βολή «εν βαδίσματι», με τον βοηθό του να τον ακολουθεί δύο βήματα πιο πίσω κρατώντας τις δεσμίδες. Ηταν μια άσκηση που την επαναλάμβαναν οι κληρωτοί μέχρι να ματώσουν στην εκπαίδευση, και αποδείχτηκε ιδιαίτερα αποτελεσματική, αφού άνοιγε τον δρόμο στην υπόλοιπη διμοιρία που ακολουθούσε στην εκάστοτε έφοδο, με τη γνωστή εφ’ όπλου λόγχη. Πρόκειται για εικόνες που έχουν αποτυπωθεί πολύ ζωντανά στους γνωστούς ζωγραφικούς πίνακες του Αλέξανδρου Αλεξανδράκη (με τις προελάσεις των Ελλήνων στρατιωτών) – δεκανέας πολυβολητής άλλωστε ήταν και ο ίδιος. Παρόμοια ενεργούσε και το πολύ καλό ιππικό, το οποίο ελισσόταν εφίππως αλλά μαχόταν πεζή. Πολύ αξιόπιστο και ανώτερο του αντίστοιχου ιταλικού ήταν και το αυστριακό τυφέκιο Μάλινχερ που έφεραν οι απλοί οπλίτες. Μάλιστα, επειδή το Μάλινχερ ήταν αρκετά μακρύτερο από το ιταλικό τυφέκιο, όταν έφερε πάνω του τη λόγχη υπερτερούσε στη μάχη σώμα με σώμα, στην οποία οι Ελληνες στρατιώτες κέρδιζαν κατά κράτος, όπως πολλές χιλιάδες χρόνια νωρίτερα οι Μακεδόνες με τη θρυλική σάρισα. Απλές τεχνικές μάχης αλλά που αποδείχτηκαν φοβερά αποτελεσματικές στον χώρο της Πίνδου.

Το άλλο κρυφό ατού του ελληνικού στρατού ήταν το πυροβολικό του. Ακολουθούσε τη γαλλική σχολή εκπαίδευσης, στελεχωνόταν από εξαιρετικά καταρτισμένους αξιωματικούς, μπαρουτοκαπνισμένους από τους πολέμους της προηγούμενης 30ετίας, που δεν δίσταζαν να βρεθούν στην πρώτη γραμμή, και οι καλοί γνώστες της εποχής έλεγαν ότι, ιδίως το ελαφρύ πυροβολικό, επρόκειτο, δίχως υπερβολή, για ένα από τα καλύτερα της Ευρώπης. Βασιζόταν ωστόσο σε δυο ακόμη στοιχεία: στους πολύ καλούς έφεδρους αξιωματικούς, μαθηματικούς συχνά για ευνόητους λόγους, και στα μουλάρια του. Το τελευταίο αποδείχτηκε υπερόπλο, καθότι έδινε τη δυνατότητα στο ελαφρύ πυροβολικό να φορτώνεται σε κομμάτια πάνω στα τρομερά ανθεκτικά αυτά ζώα και να μπορεί έτσι να φθάνει και να στήνεται σε δυσπρόσιτα σημεία, πλεονεκτώντας του εχθρού. Τα μουλάρια είχαν επιταχθεί κατά χιλιάδες από τους τοπικούς πληθυσμούς, οι οποίοι μερικές φορές έκαναν και τους ημιονηγούς, υποδεικνύοντας ορεινά περάσματα, άγνωστα στον αντίπαλο.

Από τον μεσοπόλεμο

Ο ελληνικός στρατός απαρτιζόταν ούτως ή άλλως από παιδιά της υπαίθρου, σκληραγωγημένα εκ φύσεως, συνήθως εξοικειωμένα με τις σκληρές συνθήκες του βουνού, καθώς και με τη σπάνη της τροφής ή και με το κρύο και τις ατέλειωτες πορείες σε κακοτράχαλα μέρη. Οι Ελληνες έφεδροι αξιωματικοί, μορφωμένα παιδιά, που είχαν ανατραφεί στις ποικίλες συλλογικότητες του μεσοπολέμου, μπορούσαν να συνεννοηθούν και να επιβληθούν στα αγροτόπαιδα που είχαν στον λόχο τους, γιατί οι τοπικές κουλτούρες ήταν εκείνες της «τιμής και της ντροπής». Οι ιεραρχίες λειτουργούσαν ακόμη καλά.

Αυτό που έγινε στα βουνά της Πίνδου τον χειμώνα του 1940-41 ήταν μια σπουδαία υπόθεση για την ελληνική κοινωνία. Δεν εγγράφηκε τυχαία στο συλλογικό ασυνείδητο, ούτε χρειάστηκε να τo επιβάλει αυτό καμία εξουσία. Οριστικοποίησε μια διαδικασία μεταλλαγής της ελληνικής κοινωνίας που είχε ξεκινήσει στον μεσοπόλεμο και που είχε οδηγήσει σε ολοκληρωτική ανανοηματοδότηση του βίου, αν θέλουμε να μιλήσουμε και ανθρωπολογικά. Η κοινωνία του μεσοπολέμου ήταν άλλωστε η πιο πολύπλοκη και ενδιαφέρουσα στις ζυμώσεις της κοινωνίας του ελληνικού 20ού αιώνα. Ξέρουμε ακόμη λίγα γι’ αυτές τις διεργασίες, και μάλλον τα ξέρουμε από το αποτέλεσμα: από τη μαζική κινητοποίηση αργότερα στα αντιστασιακά κινήματα της Κατοχής – από τα μεγαλύτερα, αναλογικά, στην Ευρώπη. Η κοινωνία άλλαζε, και άλλαζε μέσα και από το καμίνι του πολέμου. Και ίσως γι’ αυτό το «έπος» του ’40 να έκρυβε στο τέλος του (φυσικά και για άλλους λόγους καθαρού πολιτικού παιγνίου) την τραγωδία που ξέρουμε και που ακόμη δυσκολευόμαστε να ξεπεράσουμε.

Εχει σημασία να καταδειχτεί και το εξής. Το μεγάλο αυτό επίτευγμα δεν ήταν ο θρίαμβος ενός έθνους που αντιστέκεται στον εχθρό και πέφτει ηρωικά. Δεν ήταν δηλαδή μια πράξη πόνου και θυσίας, όπως καμιά φορά παρουσιάζεται, παρότι είχε και τέτοια διάσταση. Αλλά ήταν μια πράξη νίκης, και αυτή ήταν εξαρχής η επιδίωξη, όχι η πτώση μέχρι τελευταίου. Μια νίκη ως αποτέλεσμα της καλής προπολεμικής προετοιμασίας των θεσμών και των δομών του κράτους, της τεχνογνωσίας που είχε συσσωρευτεί σε διάφορα πεδία, της μαζικής και ενθουσιώδους κινητοποίησης της ελληνικής κοινωνίας. Αν ο ελληνικός στρατός έφθασε, τελικά, να υπερτερεί του ιταλικού δεν ήταν όμως μόνο επειδή «ο έφεδρος ανθυπολοχαγός έπεσε ηρωικά και πένθιμα», οι πόλεμοι δεν κερδίζονται μόνο με γιουρούσια. Αλλά κυρίως διότι θεσμοί, ελίτ και κοινωνία ήξεραν να ανταποκριθούν στην πρόκληση, χωρίς μεμψιμοιρίες και με την ευθύνη και το καθήκον που αναλογούσε στον καθένα τους. Πόσο θα μεγαλουργούσε άραγε αυτή η κοινωνία μεταπολεμικά, αν δεν είχε συρθεί κατόπιν τόσο αναίτια στον εμφύλιο;
* Ο κ. Δ. Π. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας, διευθυντής του ΠΜΣ «Διακυβέρνηση & Επιχειρηματικότητα», αρχισυντάκτης της «Νέας Εστίας».


Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2015

Είναι ανήθικοι οι διανοούμενοι;



 ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ


​​Στα «Εμφύλια πάθη», το πρόσφατο έργο των ιστορικών Στάθη Καλύβα και Νίκου Μαραντζίδη, διάβασα, με κάποια έκπληξη είναι η αλήθεια, πως η ιδέα της «ομηρίας» ήταν έμπνευση του Δημήτρη Γληνού. Η σύλληψη ομήρων, πολλοί από τους οποίους εκτελέσθηκαν τον χειμώνα του ’44-’45 είναι μία από τις πλέον επονείδιστες στιγμές του εμφυλίου πολέμου. Η έκπληξή μου οφείλεται στον σχετικό σεβασμό με τον οποίον αντιμετώπιζα ως πρόσφατα την προσωπικότητα του Γληνού, ενός από τους ελάχιστους διανοούμενους σε ένα ΚΚΕ που τον καιρό εκείνο το διοικούσε ένας απόφοιτος της 6ης δημοτικού, ο Γιάννης Ιωαννίδης. «Ο Γληνός είχε αυτή τη σκέψη επειδή είχε και πείρα από τα άλλα πραξικοπήματα που γινόντουσαν από παλιά στην Αθήνα» – παράθεμα από τις «Αναμνήσεις» του Ιωαννίδη στη σελίδα 250 του «Εμφύλια πάθη» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Οπου αποδεικνύεται πως η γνώση, και δη της Ιστορίας, μπορεί να αποδειχθεί άκρως τοξική εάν δεν συνοδεύεται και από το αντίστοιχο ηθικό υπόβαθρο. Θα μου πείτε ο Γληνός έβλεπε τον κόσμο του υπό το πρίσμα της δικής του ηθικής, κατά την οποία η ταξική πάλη είχε ακυρώσει όλους τους προηγούμενους κανόνες, άγραφους ή γραπτούς, της ανθρώπινης συνύπαρξης. Αυτή η ηθική τον είχε εμποδίσει προπολεμικά να υπερασπιστεί τον Συκουτρή όταν του επετέθησαν οι «κουλουροπώλαι» και λοιπά ευγενή σωματεία για την έκδοση του πλατωνικού «Συμποσίου» επειδή δεν ήταν αριστερός. Οταν οι διανοούμενοι τελούν υπό πολιτική ομηρία ακυρώνουν εαυτούς, ενίοτε δε και εγκληματούν. Ειδικά όταν συμβουλεύουν αγράμματους σαν τον Ιωαννίδη του ΚΚΕ.

Στην αντίπερα όχθη έχω πάντα κατά νου την απόφαση του Αλμπέρ Καμύ να συνυπογράψει με άλλους ομοτέχνους του, όπως ο Μωριάκ, την αίτηση απονομής χάριτος στον Μπραζιγιάκ, ο οποίος είχε καταδικασθεί σε θάνατο ως συνεργάτης των Γερμανών στην κατοχή. Ο Καμύ γράφει στο ημερολόγιό του πως τον Μπραζιγιάκ τον αντιπαθούσε ως πρόσωπο και δεν τον εκτιμούσε ως ποιητή. Ηταν επίσης σίγουρος πως αν ο ίδιος βρισκόταν στη θέση του εκείνος δεν θα κουνούσε ούτε το μικρό του δαχτυλάκι για να τον υπερασπιστεί. Εμεινε άυπνος όλη νύχτα ώσπου να αποφασίσει και τελικά υπέγραψε επειδή ήταν κατά της ποινής του θανάτου. Είχε κινδυνεύσει συμμετέχοντας στην αντίσταση, είχε χάσει φίλους του, όμως οι ηθικές του αξίες ήταν τόσο ισχυρές που δεν του επέτρεπαν να τις θυσιάσει στον βωμό της πολιτικής ανάγκης.
Ως γνωστόν την αντίθετη στάση κράτησε ο Σαρτρ, με αποτέλεσμα να πάθει διανοητικό καταρράκτη και να υπερασπίζεται τους ερυθροφρουρούς της πολιτιστικής επανάστασης του Μάο, η οποία κατέχει περίοπτη θέση στον κατάλογο της κομμουνιστικής βαρβαρότητας. Συμπεριφέρθηκε δε στους αντιπάλους του, και τον Καμύ πρώτον απ’ όλους, με τον ίδιο απολυταρχισμό που χρησιμοποίησε ο Τσαουσέσκου, ο οποίος εξόντωσε μια ολόκληρη γενιά Ρουμάνων διανοουμένων στέλνοντάς τους να πεθάνουν σκάβοντας στις εκβολές του Δούναβη.

Στα μέρη μας οι σημαντικότεροι διανοούμενοι, ακόμη κι αν δεν ήταν δεξιοί με την αυστηρή έννοια, δεν ήταν πάντως αριστεροί. Από τα δύο Νομπέλ, τον Σεφέρη και τον Ελύτη, ως τον Κανελλόπουλο, τον Τσάτσο, τον Λορεντζάτο και τον Θεοτοκά. Ακόμη και σήμερα, η εκφορά διανοούμενου λόγου στον δημόσιο χώρο οφείλεται σε ανθρώπους σαν τον Στέλιο Ράμφο ή τον Νίκο Δήμου, οι οποίοι πάντως δεν είναι αριστεροί. Ο Ανδρέας Καραντώνης, ο οποίος συνεργάστηκε με τη χούντα, προσέφερε πολύ περισσότερα στη λογοτεχνία από τον χωροφύλακα της λογοτεχνικής αριστεράς Μάρκο Αυγέρη. Ως εκ τούτου, όταν ακούω να μου λένε πως η δεξιά διανόηση είναι το πιο σύντομο ανέκδοτο, μπορώ να το ερμηνεύσω μόνον ανάγοντάς το στη δημοκρατική ημιμάθεια της μεταπολίτευσης.
Μα τι κάνουν επιτέλους οι διανοούμενοι; Γιατί σιωπούν; Υπάρχουν δύο προβλήματα. Το πρώτο είναι προϊόν του χαμηλού πνευματικού μας επιπέδου. Συνήθως, για τον δημοσιογραφικό λυρισμό, παρέμβαση των διανοουμένων θεωρούνται είτε συναυλίες είτε μανιφέστα που τα υπογράφουν οι Τσακνήδες και οι Κραουνάκηδες του τόπου τούτου. Υπάρχουν και τα άλλα, τα πιο σοβαρά, με τους καθηγητές, τα οποία όμως δεν χαίρουν τηλεοπτικής καλύψεως. Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι όταν μιλάμε για παρέμβαση των διανοουμένων περιμένουμε να ακούσουμε τη γνώμη τους για τον ΦΠΑ. Ζητάμε να πάρουν θέση σ’ αυτά που λένε οι πολιτικοί, και μάλιστα, αν συμφωνούμε μαζί τους τόσο το καλύτερο γιατί αλλιώς είναι προδότες γερμανοτσολιάδες.

Υπάρχει κοινό για τον διανοούμενο λόγο στην Ελλάδα; Για έναν λόγο σαν αυτόν που άρθρωσε ο Καμύ, ή ο Θεοτοκάς και ο Σεφέρης ακόμη και στα «Πολιτικά Ημερολόγιά» τους και όχι σαν αυτόν του Γληνού που πρότεινε στον Ιωαννίδη την ομηρία. Και βέβαια υπάρχει. Απλώς δεν φωνάζει, δεν κλείνει δρόμους και δεν διαθέτει συνδικαλιστική εκπροσώπηση. Υπάρχει χώρος, θεματική; Μήπως μια ουσιαστική συζήτηση για την εκπαίδευση, που θα εντρυφήσει στη σχέση της εθνικής μας ταυτότητας με την ευρωπαϊκή μας ταυτότητα, μαζί με τις πραγματικές μας δυνατότητες και θα οδηγήσει στη μεταρρύθμιση του σχολείου και του πανεπιστημίου; Οταν λένε οι υπουργοί διάλογο εννοούν επιτροπές και το κακό συνδικαλιστικό συναπάντημα. Μήπως μια δημόσια συζήτηση για το προσφυγικό- μεταναστευτικό θα μας βγάλει από τις δαγκάνες της Χ.Α. ή του ηλίθιου που λέει «κάθε πικραμένος στην πλατεία Βικτωρίας» και θα μας επιτρέψει να ανακτήσουμε τα πολιτισμικά μας δικαιώματα;

Το μέτωπο του αναχρονισμού


Α​​ν ποτέ προχωρήσουν τα αυτοκίνητα υδρογόνου, σίγουρα κάποιοι ιερείς της παλαβής Αριστεράς (που αυτοχρίστηκαν προοδευτικοί) θα τα καταγγείλουν ως νεοφιλελεύθερα. Θα εκδώσουν πύρινες ανακοινώσεις, που θα γράφουν: «Καταστρέφονται χιλιάδες μικρομεσαίοι. Σε απόγνωση οι βενζινάδες όλης της χώρας». Οι πιο επαναστάτες θα τιτλοφορήσουν την ανακοίνωση «Στον δρόμο εκατοντάδες εργαζόμενοι των διυλιστηρίων» και ο πιθανότερος τίτλος των ευαίσθητων ΜΜΕ θα ήταν «Ο θάνατος του εμποράκου βενζίνης».

Αυτό ακριβώς κάνει το αυτοαποκαλούμενο «Μέτωπο Λαού Τρικάλων» με αφορμή την πειραματική λειτουργία ενός λεωφορείου χωρίς οδηγό στον δήμο της πόλης. Το εν λόγω λεωφορείο χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ενωση. «Κινείται με μπαταρίες που τροφοδοτούν ηλεκτρικό κινητήρα. Διαθέτει GPS και λέιζερ. Ακολουθεί τη διαδρομή που έχουμε χαρτογραφήσει. Δεν ξεφεύγει καθόλου από τη διαδρομή που έχουμε χαράξει», δήλωσε ο Βασίλης Καραβίδας, τεχνικός συντήρησης και επισκευής στο Euronews (3.10.2014). «Είναι απολύτως ασφαλές. Το λέιζερ ασφαλείας που διαθέτει εντοπίζει οποιοδήποτε αντικείμενο ή άνθρωπο και ακινητοποιείται την ίδια στιγμή. Στο κέντρο έλεγχου, τεχνικοί παρακολουθούν την πορεία του και καταγράφουν όποια προβλήματα εμφανιστούν».

Η ανακοίνωση

Ομως, το αντιμνημονιακό «Μέτωπο Λαού Τρικάλων» άστραψε και βρόντηξε με αφορμή την πειραματική λειτουργία του λεωφορείου: «Στα Τρίκαλα, κομμάτι της μνημονιακής Ελλάδας, τα οικονομικά, κοινωνικά και δημοκρατικά δικαιώματα των πολιτών κατακρεουργούνται, ενώ τα προβλήματα της πόλης χάσκουν άλυτα και επιδεινώνονται. Η Δημοτική Αρχή Τρικκαίων, όμως, αδιαφορεί παντελώς για όλα αυτά και επιδίδεται μονίμως σε κινήσεις εντυπωσιασμού και αποπροσανατολισμού των δημοτών, που ενίοτε προσθέτουν μύρια όσα προβλήματα στον τόπο.
»Τελευταίο παράδειγμα το “πιλοτικό πρόγραμμα του λεωφορείου χωρίς οδηγό”, που μήνες τώρα προκαλεί μεγάλη αναστάτωση στην πόλη και στους πολίτες. Με τις καθημερινά πολλαπλασιαζόμενες αυθαίρετες παρεμβάσεις που γίνονται στους κεντρικούς δρόμους της πόλης για τη διέλευση των 4 οχημάτων, προκαλούν μύρια όσα προβλήματα και κυκλοφοριακό κομφούζιο αναστατώνοντας τους πολίτες. Μπορεί η αγανάκτηση και η οργή των δημοτών να έχει χτυπήσει κόκκινο, ωστόσο η Δημοτική Αρχή κάνει πως δεν βλέπει και δεν ακούει τίποτε! Και συνεχίζει... απτόητη το επικοινωνιακό της τρικ για ένα πείραμα που μόνο αυτή γνωρίζει τον σκοπό του. Οι Τρικαλινοί όμως δεν πρόκειται να γίνουν πειραματόζωα της Δημοτικής Αρχής Παπαστεργίου! Το αίτημα πια είναι παλλαϊκό: ΝΑ ΔΙΑΚΟΠΕΙ ΑΜΕΣΩΣ ΤΟ ΑΝΕΚΔΙΗΓΗΤΟ “ΠΕΙΡΑΜΑ ΤΟΥ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟΥ ΧΩΡΙΣ ΟΔΗΓΟ”! Αλλιώς, αν δεν το σταματήσει η Δημοτική Αρχή, πολύ σύντομα η ίδια η οργή των Τρικαλινών θα το σταματήσει και θα βάλει τέλος σ’ αυτό το απαράδεκτο πείραμα! Η πόλη ανήκει στους πολίτες και όχι στα αγνώστου χρησιμότητας πειράματα των αρχόντων!» (1.10.2015).
Δεν ξέρει τι να πρωτοθαυμάσει κανείς σε αυτό το μνημείο αναχρονισμού. Πρώτον, το όνομα του φορέα. Δεν ξέρουμε αν αποτελεί «Μέτωπο», αλλά σίγουρα δεν εκπροσωπεί τον λαό των Τρικάλων, αφού οι «προοδευτικάριοι» που το συναπαρτίζουν δεν εκλέγονται από πουθενά, σε αντίθεση με το δημοτικό συμβούλιο Τρικκαίων που αποφάσισε το πρόγραμμα και πραγματικά έχει τη δημοκρατική εντολή του λαού. Το «Μέτωπο “Λαού” Τρικάλων» αυτοπροσδιορίζεται, σύμφωνα με ανακοίνωσή του, ως μετεξέλιξη του «Κινήματος Δεν Πληρώνω» και φυσικά «συντάχτηκε αμέσως, πολιτικά και προγραμματικά, με την κίνηση Λαφαζάνη και των συντρόφων του βουλευτών που κατέληξε στην ίδρυση της Λαϊκής Ενότητας» («Μέτωπο Λαού: Είμαστε μπροστά στη Λαϊκή Ενότητα», 24.8.2015).
Γράφαμε και παλαιότερα ότι αποτελεί παλιά τέχνη κόσκινο της Αριστεράς να κουρσεύει βαριά σαν ιστορία ονόματα για να τα οικειοποιηθούν παρέες (και σε κάποιες περιπτώσεις συμμορίες, π.χ. «17 Νοέμβρη») και να δείξουν ότι ανήκουν σε τρανή γενιά: «Ενα από τα πιο ενδιαφέροντα (και έξυπνα) επικοινωνιακά τερτίπια του “χώρου” –έτσι ονομάζεται πλέον η παλαβή Αριστερά με τις παραφυάδες της– είναι οι ποικιλώνυμες “πρωτοβουλίες”. Πρόκειται για χαλαρά οργανωτικά σχήματα –συνήθως παρέες– που παίρνουν βαρύγδουπα ονόματα ώστε να μένουν έκθαμβοι οι αδαείς. Φτιάχνουν ένα blog και βομβαρδίζουν τους δημοσιογράφους με ανακοινώσεις. Οταν μάλιστα υπάρχουν ευρύτερης σημασίας θέματα, οι “πρωτοβουλίες” υπογράφουν από κοινού μια ανακοίνωση για να δημιουργούν την εντύπωση μαζικότητας. Κι ας είναι συνήθως οι ίδιοι άνθρωποι που συμμετέχουν σε όλες τις “πρωτοβουλίες”. Ετσι κι αλλιώς, δεν δίνουν λογαριασμό σε κανένα. Οι "πρωτοβουλίες", κατά κανόνα, δεν υπογράφονται από φυσικά πρόσωπα. Είναι απλώς βαρύγδουπες ονομασίες χωρίς ονοματεπώνυμα» («Πρωτοβουλίες, επιτροπές και συναφή τερτίπια», 12.6.2011).
Εμμεσες απειλές
Αυτό όμως που πρέπει να προσέξουμε είναι οι έμμεσες απειλές της ανακοίνωσης ότι «αν δεν σταματήσει η Δημοτική Αρχή (σ.σ. το λεωφορείο χωρίς οδηγό), πολύ σύντομα η ίδια η οργή των Τρικαλινών θα το σταματήσει και θα βάλει τέλος σ’ αυτό το απαράδεκτο πείραμα!». Η οργή ποιων Τρικαλινών ακριβώς; Του 2,04% που πήρε όλη μαζί η Λαϊκή Ενότητα στον δήμο; Δυστυχώς, οι «υπεραριστεροί», εκτός από ονόματα, κουρσεύουν και κινήματα. Θα μαζευτούν καμιά εικοσαριά άτομα –που θα βαφτιστούν «λαός»– θα τραμπουκίσουν, όπως συνηθίζουν να κάνουν όλες αυτές οι δήθεν «λαϊκές πρωτοβουλίες», και ελπίζουν ότι η δειλία των εκλεγμένων να πράξουν το ορθό θα τους δικαιώσει. Eτσι, με τραμπουκισμούς των ολίγων, γράφεται η ιστορία των πειρατικών κινημάτων στην Ελλάδα· το είδαμε και στα πανεπιστήμια και στα λίγα εργοτάξια που έμειναν στη χώρα.
Δυστυχώς, αυτά τα κινήματα αναχρονισμού ανθούν στη χώρα, με πολλά ψεύδη και υπό την ανοχή όλων μας. Οταν 15 άτομα μπορούν να νεκρώσουν επί ένα μήνα το μεγαλύτερο πανεπιστήμιο της χώρας, γιατί να μην μπορούν να αποτρέψουν την προκοπή καμιά εικοσαριά Τρικαλινοί, που αυτοχρίζονται «λαός»; Η συνταγή είναι η ίδια: μεγάλα λόγια, περί «μνημονιακής Ελλάδας, όπου τα οικονομικά, κοινωνικά και δημοκρατικά δικαιώματα των πολιτών κατακρεουργούνται...» και κινδυνολογίες για τους λιμούς, σεισμούς, καταποντισμούς που θα φέρει οποιαδήποτε αλλαγή.
Δεν ξέρουμε αν θα πετύχει το πείραμα του λεωφορείου χωρίς οδηγό· τα πειράματα γίνονται για να δοκιμάσουμε νέες λύσεις. Το πρόβλημα όμως της χώρας είναι ότι αυτή η ολιγομελής αναχρονιστική Αριστερά, πατώντας στις δειλίες των εκλεγμένων (που είναι οι νόμιμοι εκπρόσωποι του λαού), αποτρέπουν να δοκιμάσουμε οτιδήποτε καινούργιο για να λύσουμε τα παλιά προβλήματα. Σε κάθε βήμα προόδου, είναι εκεί: θα ψευδολογήσουν, θα κινδυνολογήσουν. Στο τέλος –αν βρεθεί κάποιος υπεύθυνος πολιτικός που δεν θα δειλιάσει– θα τραμπουκίσουν, βαφτίζοντας τον φασισμό τους «δίκαιη οργή του λαού». Γιατί τι άλλο από ερυθρόμορφος φασισμός είναι η απειλή των συνοδοιπόρων Λαφαζάνη και Σία προς την εκλεγμένη δημοτική αρχή, ότι «η οργή των Τρικαλινών θα το σταματήσει και θα βάλει τέλος σ’ αυτό το απαράδεκτο πείραμα»;


Τα ταμπού και τα τοτέμ της μεταπολίτευσης


Η ​​μεταπολίτευση παρήγαγε πολλά ταμπού και τοτέμ. Ο κ. Τσίπρας θα μπορούσε να διαδραματίσει τον ιστορικό ρόλο του νεκροθάφτη τους. Ηδη έχει ενταφιάσει μερικά. Ποιος, για παράδειγμα, θα τολμούσε πριν από μερικά χρόνια να ευχαριστήσει τους Αμερικανούς με τον τρόπο που το έχει κάνει ο ίδιος και κορυφαία στελέχη της κυβέρνησής του; Η τύχη του θα ήταν δεδομένη... Θα μπορούσατε επίσης να σκεφθείτε μία κυβέρνηση, και μάλιστα αριστερή, να συνυπογράφει την ιδιωτικοποίηση δεκατεσσάρων αεροδρομίων; Με μία γερμανική εταιρεία;

Να δύο ταμπού που φαίνεται να σπάνε, ο άλογος αντιαμερικανισμός και η ταύτιση των ιδιωτικοποιήσεων με το περιώνυμο ξεπούλημα των ασημικών. Εχουμε, δόξα τω Θεώ, πολλά ακόμη ταμπού να ενταφιάσουμε για να γίνουμε μία κανονική χώρα. Ενας φίλος λέει ότι αυτό θα συμβεί την ημέρα που θα έχουμε εκπροσώπους εταιρειών να κάνουν «Ημέρα Καριέρας» (ή ακόμη καλύτερα Carreer Day) στο Πολυτεχνείο.

Γεγονός είναι ότι αυτή η κυβέρνηση μπορεί και κάνει πράγματα που δεν θα τολμούσε να αγγίξει καμία κυβέρνηση Ν.Δ. ή ΠΑΣΟΚ. Μπορεί αυτό να συμβαίνει επειδή είναι φρέσκοι στην εξουσία. Ισως πάλι να έχει να κάνει με το γεγονός ότι το αριστερό κομμάτι του νεοελληνικού μυαλού αρνείται να καταλάβει μερικά πράγματα. Είναι, όμως, εντυπωσιακό. Με τα μισά από αυτά που έχει συμφωνήσει ο κ. Τσίπρας από το καλοκαίρι θα καιγόταν η Αθήνα τις επόμενες ημέρες. Μάλλον, όμως, δεν θα κουνηθεί... κουνούπι. Οι παλαιοί πολιτικοί νιώθουν να τους πνίγει το δίκιο. Δίκαιο ή άδικο, έτσι έχει η κατάσταση. Η αριστερά και ο λαϊκισμός έχουν ασυλία, ακόμη και όταν παραβιάζουν τα δικά τους άγια των αγίων.

Το κακό είναι ότι ο κ. Τσίπρας, προς το παρόν, δεν είναι νεκροθάφτης ταμπού και στερεοτύπων από επιλογή. Το κάνει, και το δείχνει αυτό, από ανάγκη. Μοιάζει με άθεο που κάνει και τον σταυρό του, από συνήθεια ή από φόβο. Στο τέλος της ημέρας, όμως, αυτό που μετράει είναι ότι η χώρα πάει μπροστά. Αν γίνει η ιδιωτικοποίηση των αεροδρομίων, αν μπει μία τάξη στο ασφαλιστικό επί των ημερών Τσίπρα θα έχει ανοίξει ο δρόμος για τις επόμενες κυβερνήσεις που θα έχουν τα χέρια λυμένα από τα φαντάσματα του παρελθόντος. Δύσκολα θα σηκωθεί σε μια επόμενη Βουλή ο «μελλοντικός Τσίπρας» για να αναπαραγάγει τα γνωστά κλισέ, με αφορμή κάποια ιδιωτικοποίηση.
Ελλοχεύει, ασφαλώς, ένας κίνδυνος. Τα ταμπού και τα μεταπολιτευτικά τοτέμ ενδέχεται να μην ενταφιασθούν πλήρως, αλλά να εναποτεθούν κατά τρόπο βαθύτατα νεοελληνικό σε μία «χωματερή». Εκεί θα σαπίζουν χωρίς να τελειώνουν για πολλά ακόμη χρόνια. Οταν ένας λαοφιλής ηγέτης φοβάται να υποστηρίξει μία δύσκολη απόφαση σαν κάτι καλό για τον τόπο και την παρουσιάζει σαν επιβληθείσα έξωθεν αναγκαίο κακό δηλητηριάζει το ελληνικό μυαλό. Γιατί τότε θα έλθει κάποιος ακόμη πιο ακραίος και αντιευρωπαϊστής και θα ξαναδυναμώσει όλα αυτά που μας κατατρέχουν και είναι βαθιά ριζωμένα στο υποσυνείδητό μας.
Αφήστε που ο κ. Τσίπρας θα έχει απέναντί του πολλούς, στο κόμμα και την κυβέρνηση, που θα του φωνάζουν τις επόμενες εβδομάδες «μα τι κάνεις, θα γίνεις ο νεκροθάφτης όσων πιστεύαμε τόσα χρόνια;». Δεν έχει όμως άλλη επιλογή. Ή θα γίνει ο νεκροθάφτης όλων αυτών ή θα είναι ο πρωθυπουργός ενός απέραντου οικονομικού, δημογραφικού, κοινωνικού «νεκροταφείου».