ΤΟ ΑΠΟΛΩΛΟΣ ΠΡΟΒΑΤΟ συλλογή διηγημάτων

Μια απολαυστική συλλογή διηγημάτων, μωσαϊκό μιας 40ετίας.

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016

Σημειώσεις πατριδογνωσίας

 ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΤΑΣΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
​​Τα χρόνια της κρίσης έδειξαν ότι ένα μέρος της ελληνικής κοινωνίας, αν και τάσσεται υπέρ της Ευρώπης, εξακολουθεί να νιώθει δυσανεξία στις ευρωπαϊκές αξίες και πρακτικές. Αυτές θεσπίστηκαν και βιώθηκαν με πληθώρα μορφών από τις ευρωπαϊκές κοινωνίες στην καθημερινότητα και στη λειτουργία της δημόσιας σφαίρας, της οικονομίας και του κράτους. Ωστόσο, η ελληνική ενσάρκωση των ευρωπαϊκών αξιών και πρακτικών παρουσιάζει ορισμένες ιδιομορφίες ως προς τις επιμέρους πολιτισμικές διαφορές που υφίστανται μεταξύ των άλλων εταίρων.
Συγκριτικά με την υπόλοιπη Ευρώπη, στην Ελλάδα παρατηρείται μια επιπολαιότητα και προχειρότητα στην τήρηση των κανόνων, αλλά και στην εφαρμογή των νόμων. Η χαμηλή αίσθηση ατομικής ευθύνης πηγάζει από μια ασθενή ηθική του καθήκοντος, η οποία δεν καλλιεργείται επαρκώς στην οικογένεια και την εκπαίδευση, συνοδεύεται δε από την απερίσκεπτη απαξίωση κάθε είδους αυθεντίας και μόρφωσης. Συνέπεια αυτών είναι ο ευτελισμός του δημόσιου χώρου και της δημόσιας περιουσίας, όπου, αντί να βιώνουμε ότι ανήκουν σε όλους, νιώθουμε ότι δεν ανήκουν σε κανέναν με αποτέλεσμα να γίνονται αντικείμενα αισθητικής ρύπανσης, ιδιοποίησης ή κατάληψης με ποικίλους τρόπους σπανίως επωφελείς για την κοινωνία. Πράγμα επίσης εμφανές στη σχέση μας με το φυσικό περιβάλλον η οποία, λόγω και της έλλειψης περιβαλλοντικής αγωγής, χαρακτηρίζεται από τη μόλυνση και την ατελή προστασία και φροντίδα του. Οσον αφορά τη δικαιοσύνη, η εφαρμογή των νόμων είναι προβληματική εξαιτίας της χαμηλής αίσθησης ατομικής ευθύνης, της δράσης ομάδων συμφερόντων, αλλά και της στρεβλής λειτουργίας του κράτους λόγω της αναξιοκρατίας, της πολυνομίας, της κακονομίας και της γραφειοκρατίας. Στην πολιτική το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη συχνά δεν αποκλείει τη χρήση βίας ή δεν λαμβάνει υπ’ όψιν την άμιλλα και την αριστεία διακινδυνεύοντας μια υποβάθμιση της δημόσιας σφαίρας. Τούτη γίνεται εμφανής στο χαμηλό πολιτισμικό επίπεδο ικανού μέρους των Ελλήνων πολιτικών, όπως αυτό εκφράζεται στη δημόσια παρουσία τους, στο έλλειμμα γνώσης και εμπειρίας διοίκησης, ηγεσίας και καλλιέργειας. Η σχέση της ελληνικής κοινωνίας με την ελευθερία, παρά την αγάπη που τρέφουμε γι’ αυτή, τους αγώνες και τις θυσίες που έχουν καταβληθεί για χάρη της, χαρακτηρίζεται τακτικά από την έλλειψη μέτρου. Ετσι εκφυλίζεται σε ασυδοσία εκφραζόμενη ως έλλειψη ανεκτικότητας και σεβασμού προς τους άλλους, αποβαίνοντας ταυτόχρονα εις βάρος ενός συλλογικού πνεύματος.
Τόσο η ελευθερία όσο και η δικαιοσύνη πολλάκις αποξηραίνονται σε ιδεολογίες παράγουσες ιδεοληψία λόγω μιας σχετικά αγύμναστης ιστορικής και εθνικής συνείδησης. Η οξειδωτική λειτουργία αυτών στην ελληνική κοινωνία ενισχύεται από μια καχυποψία, η οποία σε συνδυασμό με την έλλειψη ευπρέπειας διαποτίζει τις κοινωνικές σχέσεις και τη δημόσια σφαίρα. Ετσι οι θετικές ενέργειες και συμπεριφορές αποδίδονται αβίαστα σε κρυφά ωφελιμιστικά κίνητρα σχεδόν αποκλείοντας εκ των προτέρων την ανιδιοτέλεια. Οι υπερτερούντες συχνά διαβάλλονται και υπονομεύονται άμεσα ή έμμεσα, ενώ η υπερτέρησή τους προξενεί φθόνο λειτουργώντας ως υπενθύμιση μετριότητας παρά ως παρότρυνση για υπέρβαση. Ως εκ τούτου η δημόσια σφαίρα καθορίζεται περισσότερο από εμπειρικά κίνητρα, την απειλή χρήσης βίας ή την υπόσχεση ανταλλάγματος, και λιγότερο από μια επικοινωνιακή ορθολογικότητα. Ιστορικά η συνύπαρξη καχυποψίας και φθόνου τροφοδότησε πολιτικές της μνησικακίας διατηρώντας ένα υπόβαθρο διχασμού, το οποίο υπό συγκεκριμένες συνθήκες γέννησε καταστροφική διχόνοια.
Δυστυχώς, κριτικές αναλύσεις των παραπάνω, όταν δεν αγνοούνται ή απορρίπτονται κυνικώς, δεν αξιοποιούνται ως έναυσμα αυτοβελτίωσης παρά χρησιμοποιούνται ως άλλοθι αδράνειας, αλλά και νομιμοποιητικά για κοινωνικά επιβλαβείς ή ακόμη και παραβατικές συμπεριφορές. Επιπροσθέτως, η στηλίτευση των κακώς κειμένων, όταν δεν εξαντλείται στη θυμική εκτόνωση ή δεν διολισθαίνει σ’ έναν ηθικό μαζοχισμό, εκλογικεύει μια αρνησιπατρία σπανιότατη σε άλλους Ευρωπαίους. Αντιθέτως η φιλοπατρία σχεδόν στιγματίζεται ιδεολογικά διότι συγχέεται με τον σοβινισμό, ενώ προκρίνεται ένας επαρχιωτικός διεθνισμός που παραγνωρίζει ότι κάθε κοσμοπολιτισμός την προϋποθέτει. Στην πολιτική, τόσο ο εθνικισμός όσο και ο επαρχιωτικός διεθνισμός συνιστούν δύο όψεις της υπεραναπλήρωσης ενός συμπλέγματος εθνικής κατωτερότητας. Λησμονείται ότι η υψηλή ισχύς των οικογενειακών δεσμών, η αλληλεγγύη προς αδυνάτους, η δημιουργικότητα ως ικανότητα αυτοοργάνωσης και αυτοσχεδιασμού, η –παρά τις αντιξοότητες– ηδονιστική και παιγνιώδης στάση ζωής με φιλοτιμία και ανθρωπιά αποτελούν επίσης γνωρίσματα της ελληνικής κοινωνίας. Ζητούμενο παραμένει να συνδυαστούν με μιαν αίσθηση ατομικής ευθύνης, ένα συλλογικό πνεύμα και μια φιλόπονη ευπρέπεια στον αστερισμό μιας ευρωπαϊκής φιλοπατρίας.

*Ο κ. Θεοφάνης Τάσης διδάσκει Σύγχρονη Φιλοσοφία στο Freie Universität Berlin.


Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2016

Η ιδεολογία ως τέχνη της συγκίνηση

 ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ* ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ


Ο​​ποιος έχει περάσει έστω και ένα φεγγάρι από τις γραμμές της ριζοσπαστικής Αριστεράς αντιλαμβάνεται εύκολα πως, σε ατομικό επίπεδο, η ιδεολογική αυτή ταυτότητα προσδιορίζεται από κυρίως δύο στοιχεία: το πρώτο είναι γνωστικού χαρακτήρα και θα το ονόμαζα «αριστερή γνωσιολογία» και το άλλο σχετίζεται με το συναισθηματικό πεδίο, και είναι η «ευσυγκινησία».
Οι μαρξιστές όλων των αποχρώσεων καλλιεργούν τη ψευδαίσθηση πως είναι οι κάτοχοι της γνώσης των νόμων της ανθρώπινης ιστορίας. Η ιστορία όλων των κοινωνιών είναι η ιστορία της πάλης των τάξεων, έγραφαν ο Μαρξ και ο Ενγκελς στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο.
Ξεμπερδεύοντας στο άψε-σβήσε με πολλές εκατοντάδες χρόνια ανθρώπινου παρελθόντος, οι δύο επαναστάτες διανοούμενοι κληροδότησαν στους οπαδούς τους μια αναφορά για καθημερινή χρήση. Εκτοτε κάθε επαναστάτης πιστεύει πως έχει στα χέρια του το πασπαρτού για να ξεκλειδώσει τα μυστήρια του ανθρώπινου πολιτισμού. Η αυταπάτη αυτή δημιουργεί στα άτομα που τη διαθέτουν τόσο ισχυρή αυτοπεποίθηση, που αγγίζει συχνά τα όρια της ανοησίας.
Οι συντηρητικοί δυσκολεύονται να αντιληφθούν αυτήν την αυτοπεποίθηση, ίσως μάλιστα και κάποιοι από αυτούς να αισθάνονται συμπλεγματικά απέναντι της – δεν είναι τυχαίο πως οι απλοί άνθρωποι παλιότερα περιέγραφαν τους αριστερούς ως «βαθιά μορφωμένους» και «λογάδες».
Ο βασικός λόγος γι’ αυτό είναι πως οι συντηρητικοί δεν διαθέτουν αυτήν την «ολιστική ερμηνεία» για τον κόσμο, την ακράδαντη πεποίθηση δηλαδή πως η ιδεολογία τους προβλέπει το μέλλον και αναλύει το παρελθόν. Καθώς οι συντηρητικές ιδέες σχετίζονται με παραδόσεις και καθιερωμένες αξίες και βασίζονται στον πραγματισμό και sτην προσαρμοστικότητα, απουσιάζει από τους συντηρητικούς η βασική προϋπόθεση για την παραγωγή του ιδεολογικού στόμφου: η βεβαιότητα πως μόνον αυτοί γνωρίζουν την απόλυτη αλήθεια. Αυτή η πίστη βρίσκει ομοιότητες στις μεγάλες θρησκείες. Μόνο αυτές μπορούν να ανταγωνιστούν τη μεταφυσική γνωσιολογία της Αριστεράς. Ισως αυτό να εξηγεί γιατί στις χώρες όπου το ριζοσπαστικό Ισλάμ κυριαρχεί ως ιδεολογία, η Αριστερά δεν ανθεί.
Από μόνος του αυτός ο γνωσιολογικός στόμφος δεν θα πήγαινε πολύ μακριά εάν δεν συνοδευόταν από την ανυπέρβλητη τέχνη της συγκίνησης. Η τέχνη αυτή συνίσταται στην ικανότητα που διαθέτει η ριζοσπαστική Αριστερά να προκαλεί στους οπαδούς της ισχυρά συγκινησιακά φορτία μέσω της επίκλησης ή ανάκλησης συμβολικών, αφηρημένων ή ιστορικών καταστάσεων. Προσοχή, όταν αναφέρομαι στην τέχνη της συγκίνησης, δεν εννοώ τα συναισθήματα που οι άνθρωποι νιώθουν για τον διπλανό τους όταν αυτός αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. Ανθρωποι που ευαισθητοποιούνται και βοηθούν τον συνάνθρωπό τους όταν αυτός υποφέρει υπάρχουν παντού και δεν κατανέμονται προνομιακά σε κάποια ιδεολογία. Αυτό στο οποίο αναφέρομαι είναι η ικανότητα να παραχθεί συγκίνηση μέσα από φαντασιακά σχήματα και εικόνες. Στην ουσία, η Αριστερά συμβάλλει στη μετατροπή της δημόσιας σφαίρας από πεδίο έλλογης αντιπαράθεσης επιχειρημάτων και σχεδίων σε πεδίο ανταγωνισμού αντικρουόμενων συγκινησιακών φορτίων. Η Αριστερά είναι αστείρευτη πηγή «φαντασιακών συγκινήσεων» για όποιον έλκεται από τις αξίες της. Δυστυχώς, δεν είναι η μόνη καθώς σε αυτό το επίπεδο βρήκε έναν σκληρότατο ανταγωνιστή: τον εθνικισμό. Ο 20ός αιώνας γέμισε με τόση συγκίνηση εκατομμύρια φέρετρα, στην κατασκευή των οποίων ο εθνικισμός και ο κομμουνισμός έκαναν πρωταθλητισμό. Ας μην αυταπατώμεθα, τόσο ο εθνικισμός όσο και η αντισυστημική Αριστερά δεν μπορούν να περιοριστούν στα όρια του ορθολογισμού.
Ο γνωστικός στόμφος και η συγκινησιακή φόρτιση έχουν ένα απρόσμενο αποτέλεσμα: επιτρέπουν στους ιδεολόγους να χτίσουν τείχη ανάμεσα σε αυτούς και στην πραγματικότητα. Αυτό εξηγεί γιατί οι επαναστάτες που καταλαμβάνουν την εξουσία δεν δυσκολεύονται να λένε τερατώδη ψέματα και να κάνουν φρικαλέα πράγματα αλλά ταυτόχρονα να παρουσιάζουν τους εαυτούς τους ως αγωνιστές, απελευθερωτές και ταγμένους στη σωτηρία της ανθρωπότητας και οι απανταχού της Γης αριστεροί να τους παίρνουν στα σοβαρά. Είναι αυτή η απόσταση από την πραγματικότητα, χτισμένη μέσα από το συγκινησιακό φαντασιακό, που επιτρέπει στους αριστερούς να βλέπουν τα τέρατα ως ήρωες, τους κυνικούς ως ρομαντικούς και τους ανόητους ως ευφυείς.
Για τον κόσμο της ριζοσπαστικής Αριστεράς, η πολιτική δεν είναι επάγγελμα ή έστω λειτούργημα που έχει στόχο να διαχειριστεί αντιθέσεις με ειρηνικό τρόπο προκειμένου να βελτιωθεί η ζωή των πολιτών. Η πολιτική είναι αντιληπτή ως αποστολή, για την ακρίβεια ως ιεραποστολή. Και όπως οι ιεραπόστολοι μπορούσαν να κάνουν τα φρικτότερα πράγματα πάνω στα σώματα και στις ψυχές των ανθρώπων που προσπαθούσαν να προσηλυτίσουν, έτσι και οι επαναστάτες της Αριστεράς έχουν απεριόριστη ελευθερία (από τον εαυτό τους) να κάνουν ό,τι θέλουν στο όνομα του δίκιου των καταπιεσμένων αυτού του κόσμου.
Οι ιδεολογικές καταβολές της Αριστεράς, ριζοσπαστικής ή μη, βρίσκονται σε προνεωτερικές δοξασίες του κόσμου και σε μεσσιανικές θεωρήσεις της σωτηρίας. Είτε τον ονομάσουμε Στάλιν, Μάο είτε Φιντέλ Κάστρο, η αριστερή ψυχή έχει ανάγκη από φανταστικούς ήρωες και σωτήρες, γιατί έχει ανάγκη από πίστη και συγκίνηση.
* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα


Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2016

Μα έτσι εύκολα χάνεται ο ελληνισμός;

13.11.2016 : 18:19
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Το δόγμα περί επαπειλούμενου αφελληνισμού και αποχριστιανισμού της Ελλάδας δεν είναι καινούργιο. Θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για ένα φάντασμα ή ένα σκιάχτρο που δεν λείπει ποτέ. Απλώς κάθε τόσο, και με ποικίλες αφορμές, η εμφάνισή του είναι εντυπωσιακότερη, περισσότερο εκφοβιστική, και η ρητορική του πολύ μελοδραματικότερη. Δεν νεωτέρισε λοιπόν ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος με την απόφασή του να κηρύξει και αυτός την πεποίθησή του ότι «ο τόπος μας περνάει από στιγμή σε στιγμή στον αφελληνισμό και στον αποχριστιανισμό». Υιοθέτησε έτσι και επικύρωσε με τη σφραγίδα του υψηλού αξιώματός του τις απόψεις της πιο ξενοφοβικής ακροδεξιάς αλλά και των πιο ακραίων στυλοβατών της ιεραρχίας.

Δεν πρέπει, πάντως, να μας διαφεύγει ποτέ πως η ιεραρχία δεν ταυτίζεται με το σύνολο της Εκκλησίας, και αυτή με τη σειρά της δεν αποτελεί το όλον του χριστιανισμού. Υπάρχουν άλλωστε πάντα τα Ευαγγέλια, με λυδία λίθο τα οποία μπορεί κανείς να συμπεράνει πολλά, και μάλλον στενάχωρα, για το μέγεθος του φαρισαϊσμού που διαβρώνει τον χριστιανικό κόσμο, επίσημο και ανεπίσημο, αλλά και για το πόσο συμφωνεί με τον καταστατικό λόγο των ευαγγελιστών, των Αποστόλων και των Πατέρων η εθνικοποίηση του χριστιανισμού. O εκρωσισμός του για παράδειγμα, ο εξελληνισμός ή ο εκσερβισμός του, έκδηλοι όλοι τους και έκδηλα αλλοτριωτικοί και μειωτικοί ενός οικουμενικού αγγέλματος. Αν βέβαια εξακολουθούμε να έχουμε κατά νου και το πνεύμα και το γράμμα των ιδρυτικών Γραφών και συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι μας δεσμεύουν.

Δεν πρέπει επίσης να κλειδώνουμε έξω από τις σκέψεις μας (από τα αισθήματά μας μάλλον) την Ιστορία, και να καταλήγουμε να θεωρούμε ταυτόσημα και ισοδύναμα τα μεγέθη Ελληνισμός και Χριστιανισμός. Διαπλέκονται σφιχτά, αλληλοεπηρεάζονται καθοριστικά και συνυπάρχουν, έπειτα από μια περιπετειώδη πορεία δύο χιλιετιών, στη διάρκεια των οποίων δεν έλειψε και η σφοδρή μεταξύ τους αντιπαλότητα. Μολαταύτα η πολλαχόθεν προβαλλόμενη εξίσωση Ελληνισμός = Χριστιανισμός δεν ισχύει. Και φυσικά πολύ λιγότερες πιθανότητες να ισχύει έχει η επίσης συστηματικά προβαλλόμενη εξίσωση Ορθοδοξία = Ελληνισμός. Γι’ αυτήν δεν είναι ανάγκη να ρωτήσουμε τη Μεγάλη Ιστορία. Πειστικές απαντήσεις μπορεί να μας προσφέρει και η καθημερινή μικροϊστορία. Εκτός πια κι αν στο περιβάλλον μας τυχαίνει να μην υπάρχει, σαν γνώριμος ή καλός φίλος, ούτε ένας καθολικός Ελληνας ή Εβραίος Ελληνας ή άθρησκος Ελληνας. Για να μη μιλήσουμε για τους Ρομά Ελληνες και τους μουσουλμάνους Ελληνες.

Στα κατά καιρούς επεισόδια, σαν εμπνευστές του φοβερού σχεδίου που έχει στόχο του τον αφελληνισμό και τον αποχριστιανισμό μας έχουν καταγγελθεί πολλοί. O Τζορτζ Σόρος, για παράδειγμα, οι καταχθόνιοι σιωνιστές, οι Βρυξέλλες, η τρόικα, ακόμα και οι πρόσφυγες, που είναι λέει όργανα (μίσθαρνα, τι άλλο) στην υπηρεσία της Σαουδικής Αραβίας ή των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών, με σκοπό τον σταδιακό εξισλαμισμό της Ελλάδας. Πρωτίστως δε έχει κατηγορηθεί ο Χένρι Κίσινγκερ. Οι «ανθελληνικές» δηλώσεις του, τω καιρώ εκείνω της παντοδυναμίας του, χρησιμοποιούνται μονότονα σαν ακράδαντο τεκμήριο της εναντίον μας συνωμοσίας, μολονότι έχουν ένα αθεράπευτο εγγενές πρόβλημα: δεν έγιναν ποτέ. Βεβαίως, το ότι δεν έγιναν, δεν μας εμποδίζει να τις μνημονεύουμε πάλι και πάλι σαν να έγιναν. Ούτε ο Μπιλ Γκέιτς προέτρεψε ποτέ τους επιτελείς των εταιρειών του να μάθουν ελληνικά, και μάλιστα αρχαία, γιατί τάχα είναι η γλώσσα που ενισχύει την ηγετική ικανότητα των ανθρώπων. Αυτό όμως δεν μας εμποδίζει να τσιτάρουμε μετά μανίας και αλαζονείας τη μηδέποτε υπάρξασα προτροπή του σαν απόδειξη της γλωσσικής μας ανωτερότητας.

Στην τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα ο «κίνδυνος αφελληνισμού» είχε όνομα: Αλβανοί. Εκείνοι οι Αλβανοί που «δεν θα γίνουν Ελληνες ποτέ». Και όμως. Αρκετοί από αυτούς έγιναν. Και ακόμα περισσότερο τα παιδιά τους, που εδώ γεννήθηκαν κι εδώ πήγαν σχολείο, και τα ελληνικά μιλούν σαν πρώτη γλώσσα τους. Νοθεύτηκε άραγε η ελληνικότητα από τους νέους φορείς της, που την επιλέγουν και δεν τη βρίσκουν έτοιμη στην κούνια τους; Ενδεχόμενη καταφατική απάντηση θα σήμαινε ότι και αρκετοί από τους πιο σπουδαίους καπετάνιους του ’21 ήταν μειωμένης ελληνικότητας, σαν Αρβανίτες.

«Σοβαρότατο πρόβλημα αφελληνισμού και αποχριστιανισμού μας» ανέκυψε και πάνω στο μιλένιουμ, επί πρωθυπουργίας Κώστα Σημίτη και με υπουργό Δικαιοσύνης τον Μιχάλη Σταθόπουλο. Η απαλοιφή τού «Χ.Ο.» από τα νέα δελτία αστυνομικής ταυτότητας είχε εκληφθεί σαν κήρυξη πολέμου κατά της Ορθοδοξίας («άρα και κατά του ελληνισμού», σύμφωνα με το εξισωτικό δόγμα) από όλους όσοι θεωρούν την πίστη υπόθεση μιας δήλωσης, μιας εγγραφής, της υποκρισίας εν γένει. Στις «λαοσυνάξεις» της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης το κυρίαρχο σύνθημα διαβεβαίωνε ότι «Ελλάδα σημαίνει Ορθοδοξία», ενώ ο τότε Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, πρωταγωνιστής σε μια πράξη άμετρη και απερίσκεπτη, ύψωσε στο Σύνταγμα το λάβαρο της Επανάστασης του 1821· ύψωσε δηλαδή το λάβαρο όλων των Ελλήνων εναντίον των μισών (πάνω-κάτω) Ελλήνων. Το είχε φέρει στην Αθήνα, σαν να ’ταν ιδιοκτησία του, ο μητροπολίτης Καλαβρύτων. Ο Αμβρόσιος δηλαδή. Καθοριστικός συνδιαμορφωτής και σήμερα των άκρως συντηρητικών απόψεων της Εκκλησίας. Αθανάσιος Λενής είναι το κατά κόσμον όνομα του αγίου Καλαβρύτων. Και θυμάμαι εδώ, συνειρμικά, από τον καιρό που καταβροχθίζαμε τόμους και τόμους για την Αντίσταση, την ατάκα που έλεγε συνεχώς κάποιος στα βουνά, Λενής το επώνυμο, του ΕΔΕΣ μάλλον ή της ΕΚΚΑ 5/42: «Ενας Λένιν έφτιαξε τον κομμουνισμό, ένας Λενής θα τον ξεπαστρέψει». Ζαβολιάρες συμπτώσεις.

Ούτε νιώθουν ούτε και είναι λιγότερο χριστιανοί ορθόδοξοι (άρα και λιγότερο Ελληνες, σύμφωνα με το πανίσχυρο δόγμα) όσοι έχουν ταυτότητα δίχως τον προσδιορισμό «Χ.Ο.», δηλαδή όλοι μας. Αλίμονο άλλωστε αν το φρόνημα ήταν σκέτο ντύμα, που το φοράς ή το βγάζεις κατά περίσταση. Φαίνεται όμως ότι οι ποιμένες μας κρίνουν πως ούτε η ελληνικότητα των Ελλήνων είναι γερή και βαθιά ριζωμένη ούτε η θρησκευτική τους πίστη ανθεκτική. Γι’ αυτό και, όπως εντελώς αστόχαστα υποθέτουν, το ποίμνιο κινδυνεύει να εξισλαμιστεί, και μάλιστα από τους πρόσφυγες, που τους αντιμετωπίζουν σαν δούρειους ίππους του Ισλάμ. Μέσα στην αγωνία τους να κινδυνολογήσουν, καταντούν να θεωρούν την ελληνικότητα πανεύκολα αλλοιώσιμη, την πίστη ρηχότατη και τον ελληνισμό ετοιμόρροπο. Και δεν νιώθουν ότι έτσι μειώνουν και προσβάλλουν τους ανθρώπους αυτής της χώρας.


Σβήσε τους μύθους τους στην Ελλάδα...

 
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
​Δ​εν ξεχνιέται εύκολα η καμπάνια για την προώθηση του τουρισμού με το σλόγκαν «Ζήσε το μύθο σου στην Ελλάδα» – και αγγλιστί «Live your myth in Greece». Και δεν ξεχνιέται επειδή, πλην των άλλων, ήταν αχρείαστη, μια περιττή σπατάλη. Είχε άραγε ανάγκη διαφημιστικής ενίσχυσης η εικόνα της Ελλάδας το φθινόπωρο του 2004, πριν καλά καλά λήξει το «χρυσό καλοκαίρι» μας, με το Euro και προπάντων με τους Ολυμπιακούς, που είχαν φέρει τη χώρα στο κέντρο της παγκόσμιας προσοχής, όπως έλεγαν οι ίδιοι οι ολυμπιακόφρονες; Χρειάζονταν ειδικά τηλεοπτικά σποτ (μια γοργόνα που αναδυόταν μέσα από αρχαιοελληνικό ναό) και ακριβές καταχωρίσεις στα έντυπα 28 χωρών, όταν η Ελλάδα μοιραζόταν ακόμα με το οικουμενικό κοινό τον κολακευτικό μύθο των «Ολυμπιακών στην κοιτίδα τους, των καλύτερων Ολυμπιακών της σύγχρονης εποχής»;
Βρισκόμασταν όμως στην εποχή των εντατικά καλλιεργούμενων ψευδαισθήσεων και της απεριόριστης γαλαντομίας. Η σκυτάλη του φενακισμού και της εθνικής αυταπάτης (τα μαυσωλεία της φθείρονται στην παραλία του Φαλήρου, τσιμεντένια σκέλεθρα που χρησιμοποιούνται πέντε φορές τον χρόνο) πέρασε δίχως πρόβλημα από την «ισχυρή Ελλάδα» στην «ολυμπιακή Ελλάδα». Τώρα πληρώνουμε. Από το ένα μνημόνιο στο άλλο. Και τώρα οι υπεύθυνοι δηλώνουν αθώοι του αίματος και του κρίματος.
Απολύτως ταιριαστό λοιπόν τω καιρώ εκείνω το «Ζήσε το μύθο σου στην Ελλάδα». Απέδιδε πιστά το πνεύμα της εποχής. Και επιπλέον εναρμονιζόταν με τη φιλολογική και γενικότερα τη διανοητική ιστορία ενός τόπου κατ’ εξοχήν μυθογόνου. Εξαιρετική η αρχαιοελληνική μυθολογία, ρίχνει φως σε πολλές σκοτεινές περιοχές του ανθρώπινου μυαλού, όχι πάντα με τον τρόπο του Φρόιντ. Πρωτοπόρο το αρχαίο ελληνικό μυθιστόρημα, με τα «Εφεσιακά» του Ξενοφώντα του Εφέσιου, το «Κατά Λευκίππην και Κλειτοφώντα» του Αχιλλέα Τάτιου, τα «Αιθιοπικά» του Ηλιόδωρου κ.λπ., και ελκυστικές οι πρώτες δοκιμές διαστημικής μυθιστορηματικής φαντασίας από τον Λουκιανό. Και με τη δική τους σημασία για την εξέλιξη της νεότερης λογοτεχνίας μας, επώνυμης και ανώνυμης, οι μεσοβυζαντινές ερωτικές μυθιστορίες, «Καλλίμαχος και Χρυσορρόη», «Βέλθανδρος και Χρυσάντζα» κ.λπ.
Μυθοπλαστικός λοιπόν ο τόπος μας, αν μάλιστα μετρήσουμε και τους σύγχρονους αστικούς μύθους (τον μύθο του περιούσιου λαού λ.χ.), που αποτελούν συστατικό της κουλτούρας μας. Κι ένας μύθος ο ίδιος. Αυτά όμως αφορούν εμάς. Και τους τουρίστες μας. Οχι τους πρόσφυγες. Οι πρόσφυγες δεν έρχονται εδώ ούτε σαν επενδυτές (αυτό το υπέθεσε ένας μυθοποιός υπουργός) ούτε σαν τουρίστες. Δεν έρχονται «για να ζήσουν το μύθο τους», αλλά επειδή η Ελλάδα είναι ένας προσωρινός σταθμός σε μιαν οδύσσεια που για πολλούς έχει το τέλος τραγωδίας. Βρίσκουν καλοσύνη εδώ. Οχι απ’ όλους. Δεν λείπουν κι εκείνοι που τους εχθρεύονται ή τους εκμεταλλεύονται σκαιά. Δεν είμαστε άγιοι μέχρις ενός. Ούτε γονιδιακά φιλόξενοι και αντιρατσιστές, όπως επιμένει ένας άλλος μύθος. Από πάστα ανθρώπου είμαστε καμωμένοι. Και τίποτε το ανθρώπινο δεν μας είναι ξένο. Καλό ή κακό.
Ούτε οι πρόσφυγες και οι μετανάστες είναι όλοι τους άγιοι. Διαφορετικές οι φυλές τους, διαφορετική η γλώσσα, η κουλτούρα, η θρησκεία ή το δόγμα, υψώνουν ανάμεσά τους τείχη, άλλα από τα ευρωπαϊκά τείχη που τους χωρίζουν από το όνειρό τους. Αν όμως θέλουμε να είμαστε στοιχειωδώς ειλικρινείς, δεν μπορεί παρά να σκεφτούμε πως οι σποραδικές έριδες στους κόλπους τους δεν είναι περισσότερες από τις έριδες που θα ξεσπούσαν αν είχαμε επί πέντε ή δέκα εβδομάδες πέντε ή δέκα χιλιάδες Ευρωπαίους (Αγγλους, Γάλλους, Ελληνες, Γερμανούς, Ούγγρους) να συμβιώνουν σε άθλιες συνθήκες. Να μετρούν τις κενές ημέρες τους απολύτως εξαρτημένοι, απολύτως αδειασμένοι, χωρίς να περνάει τίποτε από το χέρι τους όσον αφορά την ίδια τους τη μοίρα. Και χωρίς ορατή ελπίδα πως η βασανιστική εκκρεμότητά τους θα λήξει.
Μολαταύτα, οι μυθοπαραγωγοί (δημοσιογραφούντες και πολιτικοί, της κατηγορίας των οψιμότατων «αντιλαϊκιστών») έχουν πιάσει από καιρό δουλειά – όπως άλλωστε συμβαίνει και στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Κατασκευάζουν μυθεύματα, χαλκεύουν πληροφορίες και διαστρεβλώνουν ειδήσεις για να πλήξουν τους πρόσφυγες. Να τους κατασυκοφαντήσουν. Να τους παραστήσουν όλους, και τα μωρά τους ακόμα, σαν φανατικούς ανθέλληνες και μανιακούς αντιχριστιανούς. Και να τους παραδώσουν έτσι στην περιφρόνηση, στο μίσος και στην εκδικητικότητα των πιο ευερέθιστων ημεδαπών ή των περισσότερο εξοικειωμένων ιδεολογικά με τον σωβινισμό και τον ρατσισμό. Τους μύθους αυτούς τους διακινούν από τηλεοπτικές εκπομπές που παριστάνουν τις ανάλαφρες και από άλλες που παριστάνουν τις σοβαρές και μυαλωμένες. Από εφημερίδες ελαφρά ή βαθιά κίτρινες, που σκορπούν δηλητήριο με τα πρωτοσέλιδά τους, αλλά και από τύποις σοβαρότερες. Και προπάντων από αμέτρητες πηγές μαυρίλας στο Διαδίκτυο – σάιτ, μπλογκ, τουίτερ, φέισμπουκ.
Εχουμε ακούσει λοιπόν κι έχουμε διαβάσει τον μύθο πως «αυτοί οι τύποι», οι Ασιάτες γενικά, «το ’χουν στο αίμα τους να βιάζουν» – εξ ου και ο «βιασμός» ενός κοριτσιού στην Ειδομένη, που συνέχισαν να τον πλασάρουν σαν βιασμό μέρες αφότου οι γονείς του διέψευσαν ότι συνέβη κάτι τέτοιο. Εχουμε ακούσει τον μύθο πως δεν αγαπούν ιδιαίτερα τα παιδιά τους, γι’ αυτό ενίοτε τα εκτοξεύουν, υποτίθεται, δίκην σφαίρας.
Εχουμε διαβάσει ότι απαίτησαν να πάψει να χτυπάει η καμπάνα μιας εκκλησίας, ότι κατέβασαν εικόνες από ναούς και σε άλλους άφησαν περιττώματα. Τα διέψευσαν όλα αυτά δήμαρχοι και ιεράρχες, πλην ο μύλος του ρατσισμού συνέχισε να τα αλέθει, αδιάφορος για τη μαρτυρημένη πραγματικότητα. Μήπως άλλωστε δεν συνέχισαν να παίζουν με την «εκφωνήτρια της ΕΡΤ που φόρεσε μαντίλα για να πει τις ειδήσεις στα αραβικά», παρότι όλοι έβλεπαν να τις λέει Σύρος δημοσιογράφος;
Τον χάρτη της αντιπροσφυγικής μυθολογίας μπορεί να τον δει κανείς στο Ιντερνετ, όπως τον δημιούργησαν οι υπεύθυνοι της σελίδας Refugees Mythbusters gr., παρακινημένοι από ανάλογο γερμανικό εγχείρημα. Ο πιο φρέσκος μύθος; Στη Χίο, λέει, ένας πρόσφυγας επιχείρησε να κατεβάσει την ελληνική σημαία από τον ιστό της. Χοντρό το ψέμα, το καταγγέλλουν με το όνομά τους 13 Χιώτες δημοσιογράφοι και εικονολήπτες:
«Ανέβηκε πρόσφυγας στον ιστό, όπως και άλλοι τις προηγούμενες μέρες, που τίμησαν με τον δικό τους τρόπο τις σημαίες, ελληνική και ευρωπαϊκή, ακουμπώντας πάνω τους το μέτωπό τους και φιλώντας τες». Και; Θα πάψουν να εμπορεύονται επικίνδυνα ψέματα οι προβοκάτορες; Αυτό κι αν είναι μύθος.


Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2016

Δυο παρατηρήσεις για το μικρό διήγημα.



Όπως λέει και ο Στίβεν Χέλερ στην εισαγωγή μιας ακόμα εξαιρετικής ανθολογίας – με τίτλο Αναπάντεχη Μυθοπλασία. Αμερικανικά Υπέρμικρα Διηγήματα – αλλά και από τη δική μου εμπειρία ως συγγραφέας τόσο μικρών διηγημάτων, τα κύρια γνωρίσματα ή μάλλον προϋποθέσεις, που πρέπει να έχει στο μυαλό του ένας επίδοξος συγγραφέας ή αναγνώστης είναι «αφενός η μικρή έκταση και αφετέρου ένας σημαντικής διάρκειας και ισχύος απόηχος». Επομένως, όπως είπαμε και προηγουμένως : Συντομία και Απόηχος.

Και η Αμερικανίδα συγγραφέας Γκρέις Πέιλι συμπληρώνει : «ένα διήγημα βρίσκεται πιο κοντά στο ποίημα παρά σε ένα μυθιστόρημα (το έχω πει ένα εκατομμύριο φορές) και όταν είναι πάρα πολύ σύντομο – 1,5 ,  2,5 σελίδες – πρέπει να διαβάζεται σαν ποίημα. Δηλαδή αργά. Οι αναγνώστες που τους αρέσει να προσπερνούν περιγραφές ή αφηγήσεις δεν μπορούν να το κάνουν σε μια τρισέλιδη ιστορία»

Απόσπασμα από την παρουσίαση του Βασίλη Μανουσάκη με τίτλο : Εν είδει προλόγου – Ιστορίες Μπονζάι

Περιοδικό Πλανόδιον  2011

NOMODOYAKAMO


Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016

Οι δίκες για την εξόντωση των Ελλήνων Εβραίων

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Η ​​ελληνική έκδοση, που δεν ταυτίζεται πλήρως με τη γαλλική, των «Απομνημονευμάτων» της Μπεάτε και του Σερζ Κλάρσφελντ (μτφρ. Καρίνα Λάμψα, εκδ. Καπόν, Δεκέμβριος 2015) και η επίσκεψή τους στην Ελλάδα για την παρουσίαση του βιβλίου είναι καλή αφορμή για να συζητήσουμε μια οδυνηρή υπόθεση, που όλα γύρω μάς ωθούν να ξεχάσουμε. Το γαλλογερμανικό τούτο ζευγάρι ακτιβιστών το προόρισε, θαρρείς, η ιστορία και η τύχη να αφιερώσει τη ζωή του στη δίωξη των φυγόδικων εγκληματιών ναζί: συναντιούνται τυχαία σε μια αποβάθρα του παρισινού μετρό, τη μέρα της απαγωγής του Αϊχμαν από τους Ισραηλινούς. Ο πατέρας του Σερζ, Εβραίος της Ρουμανίας, είχε δολοφονηθεί στο Αουσβιτς, ενώ ο πατέρας της Μπεάτε υπηρέτησε ως απλός στρατιώτης της Βέρμαχτ.
Η στάση της μεταπολεμικής Γερμανίας απέναντι στο ναζιστικό παρελθόν της δεν είναι μία και ενιαία, έχει φάσεις, παρουσιάζει αλλαγές και διαφοροποιήσεις. Ενα πάντως είναι βέβαιο: έπειτα από τις δίκες κάποιων ηχηρών ναζιστικών ονομάτων θα ακολουθήσει ευθύς μετά, κατά τη δεκαετία του ’50, η ενσωμάτωση των εγκληματιών ναζί στην πολιτική, οικονομική και πολιτιστική ζωή της Γερμανίας. Εχει άλλωστε ξεκινήσει ο Ψυχρός Πόλεμος που αναδιαμορφώνει τα πολιτικά διακυβεύματα σε όλο τον κόσμο, ορίζει νέους συμμάχους και νέους εχθρούς. Η Δυτική Γερμανία είναι απαραίτητη στο ένα στρατόπεδο και η Ανατολική στο άλλο.
Ο Ψυχρός Πόλεμος είναι αυτός που θα προσφέρει στη Γερμανία το συγχωροχάρτι για τα εγκλήματα του ναζισμού.
Η ομαλή ενσωμάτωση των ναζί στη γερμανική κοινωνία είναι τόση, που το 1966 γίνεται, ούτε λίγο ούτε πολύ, καγκελάριος της Ομοσπονδιακής Γερμανίας ένα υψηλό στέλεχος του ναζιστικού καθεστώτος, ο Κουρτ Γκέοργκ Κίζινγκερ. Ο εν λόγω, μέλος του Ναζιστικού Κόμματος από την 1η Μαΐου 1933, ήταν ο σύνδεσμος μεταξύ του Ρίμπεντροπ και του Γκαίμπελς. Ας σημειωθεί ότι οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις είχαν στείλει φυλακή τον Κίζινγκερ για 17 μήνες. Μόλις άρχισε ο Ψυχρός Πόλεμος αποφυλακίστηκε.
Εχουμε συνήθως την εντύπωση ότι οι ναζί εγκληματίες έζησαν μεταπολεμικά κρυμμένοι σε διάφορες χώρες, μεταμφιεσμένοι, με αλλαγμένα ονόματα. Η εντύπωση αυτή ισχύει για μικρό αριθμό εγκληματιών. Οι περισσότεροι ζούσαν κανονικά, ήρεμα, με τα πραγματικά τους ονόματα, όπως ο Κουρτ Λίσκα και ο Χέρμπερτ Χάγκεν. Οταν η Μπεάτε Κλάρσφελντ θέλει να βρει τον Λίσκα –δηλαδή την παρισινή Γκεστάπο αυτοπροσώπως– κάνει την απλούστερη κίνηση στον κόσμο: τηλεφωνεί στην υπηρεσία πληροφοριών του γερμανικού ΟΤΕ και πληροφορείται αμέσως το τηλέφωνο και τη διεύθυνσή του στην Κολωνία. Η αναζήτηση, θέλω να πω, των εγκληματιών ναζί –με εξαίρεση τον Αϊχμαν– δεν είναι υπόθεση κατασκοπείας, μυστικών υπηρεσιών, ανθρωποκυνηγητού γκανγκστερικού τύπου, αλλά υπόθεση αρχειακής έρευνας και συγκρότησης φακέλων – και πρωτίστως βούλησης. Η βούληση αυτή, που έλειψε στη Γερμανία των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων, θα εκφραστεί, καθυστερημένα αλλά αποφασιστικά, κυρίως από τη γενιά του 1968.
Αυτή η βούληση ακριβώς είναι ό,τι έλειψε και στην Ελλάδα, η οποία παρουσιάζει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά εξόντωσης των Εβραίων σε όλη την Ευρώπη (97% και 98% σε ορισμένες πόλεις) και ταυτόχρονα το χαμηλότερο, μηδενικό ουσιαστικά, στη δικαστική δίωξη όσων διέπραξαν το έγκλημα ή συνέπραξαν σε αυτό.
Τούτη η διπλή, θλιβερή πρωτιά οφείλεται, κατά το πρώτο σκέλος της, στο γεγονός απλούστατα ότι η κοινωνία δεν προστάτεψε τους Εβραίους πολίτες της τη δύσκολη ώρα, και, κατά το δεύτερο, στο ότι, αντίθετα από όλες τις άλλες χώρες της Ευρώπης, το ιδεολογικό και πολιτικό θεμέλιο του μεταπολεμικού κράτους δεν ήταν η Αντίσταση αλλά η νίκη κατά του κομμουνισμού στον Εμφύλιο. Το μεταπολεμικό ελληνικό κράτος ήταν συνολικά στραμμένο στη δίωξη των κομμουνιστών και των συνοδοιπόρων και όχι των ναζί εγκληματιών και των Ελλήνων συνεργατών τους. Οι τελευταίοι άλλωστε συμμετείχαν στη συμμαχία των δυνάμεων που νίκησε στον Εμφύλιο και άρα στη μεταπολεμική πολιτική εξουσία. Οι δωσίλογοι στην Ελλάδα δεν έμειναν απλώς, στη συντριπτική πλειονότητά τους, ατιμώρητοι, αλλά έγιναν βουλευτές και υπουργοί.
Η απροθυμία των μεταπολεμικών ελληνικών κυβερνήσεων να δικάσουν τους ναζί εγκληματίες και τους συνεργάτες τους φάνηκε ταπεινωτικά στη δίκη του Μαξ Μέρτεν, υπεύθυνου για την εξολόθρευση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, που έγινε στην Αθήνα στις αρχές του 1959, και η οποία κατέληξε, επί κυβερνήσεως Κων. Καραμανλή και υπό την εκβιαστική πίεση της γερμανικής κυβέρνησης, σε νομοθετικές ρυθμίσεις που αμνήστευαν τα εγκλήματα πολέμου ακόμη και όσων εξέτιαν ποινή –δηλαδή του Μέρτεν, που είχε εν τω μεταξύ καταδικαστεί– και ανέστελλαν κάθε δίωξη εγκλημάτων πολέμου Γερμανών υπηκόων. Οι Γερμανοί ναζί και οι Ελληνες συνεργάτες τους δεν δικάστηκαν για την εξολόθρευση των Εβραίων ούτε στη Γερμανία ούτε στην Ελλάδα.
Αν σήμερα είναι αργά για δίκες, αφού οι περισσότεροι εγκληματίες έχουν πεθάνει, δεν είναι ωστόσο αργά για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματός τους, για τη συγκρότηση των φακέλων τους. Παρά το γεγονός ότι τα αρχεία του Εθνικού Γραφείου Εγκληματιών Πολέμου πολτοποιήθηκαν το 1975, επί κυβερνήσεως ξανά Κων. Καραμανλή, και παρά τη δαμόκλειο σπάθη του νόμου περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων, η ιστοριοδιφική αυτή έρευνα είναι δυνατή και αναγκαία. Θα αποκαλύψει οδυνηρές πτυχές των τοπικών ελληνικών κοινωνιών, αλλά θα μάθουμε καλύτερα και ποιοι πραγματικά είμαστε. Είναι χρέος αλήθειας και δικαιοσύνης.


Πέμπτη 26 Μαΐου 2016

Ο Σίσυφος και η «αιώνια παρθένα»


ΠΟΛΙΤΙΚΗ  ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Η​​ άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία περιγράφηκε ως η πρώτη φορά που η αριστερά κυβερνά τη χώρα. Συστατικό και συνάμα απόδειξη της πολιτικής αυτής αγνότητας είναι και ο ισχυρισμός περί του «ηθικού πλεονεκτήματος της αριστεράς». Εχουν όμως έτσι τα πράγματα; Είναι η ελληνική αριστερά όσο πολιτικά παρθένα ισχυρίζεται πως είναι; Η απάντηση είναι αρνητική.
Πρώτη φορά αριστερά υπήρξε αναμφίβολα το ΚΚΕ την περίοδο 1943-1949. Διαμέσου του ΕΑΜ, μιας οργάνωσης που έλεγχε πλήρως, το ΚΚΕ κυβέρνησε στη διάρκεια της Κατοχής περίπου το 70% της χώρας: την «Ελεύθερη Ελλάδα» που μπορεί μεν να είχε απαλλαγεί από τους κατακτητές, αλλά δεν ήταν ιδιαίτερα ελεύθερη. Με την απελευθέρωση, από το φθινόπωρο του 1944, και ώς την άνοιξη του 1945, η εξουσία του ΚΚΕ (γνωστή ως «εαμοκρατία») ασκήθηκε σε ολόκληρη σχεδόν τη χώρα με τρόπο που δεν διέφερε από τις «Λαϊκές Δημοκρατίες» του σοβιετικού πλοκ. Τέλος, το ΚΚΕ κυβέρνησε ορισμένες ορεινές περιοχές την περίοδο 1946-1949. Συνολικά, η κυβερνητική αυτή εμπειρία του ΚΚΕ υπήρξε ιδιαίτερα τραυματική καθώς ταυτίστηκε με έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο. Καθώς μάλιστα ήταν βραχύβια, η μνήμη της σταδιακά σκεπάστηκε από την εκρηκτική οικονομική ανάπτυξη των επόμενων δεκαετιών. Η τραχιά κυριαρχία των νικητών του Εμφυλίου στο διάστημα που ακολούθησε συνέβαλε στο να καλυφθεί η περίοδος αυτή από την αχλύ του απαγορευμένου καρπού, γεγονός που τροφοδότησε τον έντονο πολιτικό ρομαντισμό της «αδύνατης επανάστασης» ο οποίος στοίχειωσε τα όνειρα της γενιάς του Πολυτεχνείου.
Η γενιά αυτή μετουσίωσε τα όνειρά της σε πράξη διαμέσου του ΠΑΣΟΚ. Δεύτερη φορά αριστερά υπήρξε το ΠΑΣΟΚ του 1981, η άνοδος του οποίου στην εξουσία χαιρετίστηκε μέσα και έξω από τη χώρα ως ο θρίαμβος του ελληνικού σοσιαλισμού. Πολύ αργότερα, η εκσυγχρονιστική στροφή του Σημίτη και η καταστροφική θητεία του Γιώργου Παπανδρέου συνέβαλαν στον παραμερισμό ή και την παρερμηνεία της κομβικής αυτής περιόδου. Πάντως, δεν χρειάζεται να πάει κανείς πίσω στο «άγριο» 1974 για να διαπιστώσει τη σαφή αριστερή ταυτότητα του ΠΑΣΟΚ εκείνης της εποχής. Αρκεί μια ανάγνωση του προγράμματος του 1981, του περίφημου τότε και ξεχασμένου σήμερα «Συμβολαίου με τον Λαό».
Εκεί, το ΠΑΣΟΚ αυτοδιαφημιζόταν, ούτε λίγο ούτε πολύ, ως η «λύση για τη σημερινή βαθιά κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού» και προκήρυσσε πως αγωνίζεται «για μια κοινωνία δίκαιη όπου θα σταματήσει η εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο και η αποξένωση από το προϊόν του μόχθου του».
Κατήγγειλε μάλιστα την οικονομική ανάπτυξη που είχε προηγηθεί ως «αριθμητική αύξηση, που παρουσιάσθηκε στους δείκτες της οικονομίας μέχρι το ξέσπασμα της κρίσης» γιατί «μοναδικός στόχος της πορείας που ακολουθήθηκε ήταν το κυνήγι του κέρδους» από «το μεγάλο ξένο και ντόπιο κεφάλαιο, που καταπιέζει όλο και περισσότερα στρώματα του λαού μας, κάθε μέρα και πιο στυγνά». Κάπου εκεί πρόσθετε στα δεινά του τόπου και την «αλόγιστη εισαγωγή ξένης τεχνολογίας»! Ομως, με το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση (και «τον λαό στην εξουσία») θα ξεκινούσε ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της κοινωνίας και «το κοινωνικό συμφέρον» θα έμπαινε πάνω από το κέρδος.
Προφανώς η Ελλάδα απέφυγε τη μετατροπή της σε σοσιαλιστικό παράδεισο, αλλά η κοσμοαντίληψη αυτή και σαφέστατα αριστερή ήταν και εγκαταστάθηκε για τα καλά στο υποσυνείδητο των περισσότερων Ελλήνων, μπολιασμένη καθώς ήταν και με γενναίες δόσεις εθνοπατριωτισμού. Συγκρινόμενος με τον λόγο του ΠΑΣΟΚ της εποχής εκείνης, ο σημερινός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ φαντάζει συχνά ως μετριοπαθής!
Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι, λοιπόν, τρίτη φορά αριστερά. Από την άποψη αυτή καθόλου δεν θα πρέπει να μας ξαφνιάζουν οι απόπειρες μίμησης του ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’80. Αλλωστε, σημαντικό κομμάτι του στελεχικού του δυναμικού και βέβαια η μεγάλη πλειοψηφία των ψηφοφόρων του εκεί γαλουχήθηκαν και από κει προήλθαν. Ούτε είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς πως η αμέσως επόμενη κίνησή του μπροστά στα σημερινά αδιέξοδα θα είναι η ενεργοποίηση της αντιδεξιάς στρατηγικής, στην οποία διακρίθηκαν πολιτικές προσωπικότητες του βεληνεκούς ενός Μένιου Κουτσόγιωργα ή ενός Βαγγέλη Γιαννόπουλου. Αλλωστε, έχουν ήδη στηθεί οι σημερινές «Αυριανές». Εννοείται πως τα κόλπα αυτά καρποφορούν πολύ πιο δύσκολα όταν δεν υπάρχουν χρήματα.
Η αξία της απομάκρυνσής μας από το παραμύθι τού πρώτη φορά αριστερά ξεφεύγει κατά πολύ από την τρέχουσα πολιτική. Οπως ξεχάστηκαν ή ωραιοποιήθηκαν οι καταστροφές που προκάλεσαν η πρώτη και δεύτερη φορά αριστερά, έτσι και σήμερα υπάρχει ο κίνδυνος να προσπεράσουμε με την ίδια αμεριμνησία τη ζημιά που επέφερε ο ΣΥΡΙΖΑ. Και όπως συνέβη στο παρελθόν, θα εμφανιστούν πολλοί καλοθελητές, κάποιοι πονηροί και άλλοι ανόητοι, που θα ισχυριστούν πως τάχα ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν ποτέ πραγματική αριστερά, και πώς να, υπάρχει μια πιο αγνή και πιο παρθένα «πρώτη φορά αριστερά» που περιμένει τη σειρά της να δοκιμαστεί στην εξουσία. Και θα κινδυνέψουμε να την ξαναπατήσουμε, όπως ακριβώς ο Σίσυφος που κουβαλάει τον βράχο του δίχως σταματημό. Με τη διαφορά πως, αντίθετα από τους θεούς της αρχαίας μυθολογίας, τα κράτη δεν είναι αθάνατα.
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.



Πέμπτη 19 Μαΐου 2016

Ο Φίλιππος Ηλιού για το Μακεδονικό : μερικές αλήθειες

Το κείμενο του ιστορικού Φίλιππου Ηλιού, ιδρυτή των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ), που έχουν έδρα στο κτίριο του ΣΥΡΙΖΑ, στην πλατεία Κουμουνδούρου, είναι η αριστερή αντεθνικιστική ανάγνωση της υστερίας που επικράτησε στην Ελλάδα μετά το 1992, σχετικά με το όνομα της γειτονικής χώρας, η συνταγματική ονομασία της οποίας είναι Δημοκρατία της Μακεδονίας. Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στις 21/2/1993, στην εφημερίδαΕποχή, ως συνέντευξη στον Νίκο Φίλη. Εδώ αναδημοσιεύεται από το βιβλίοΨηφίδες Ιστορίας και Πολιτικής του 20ού αιώνα, Πόλις, Αθήνα 2007.
Το πιο ενοχλητικό, επικίνδυνο και ανησυχητικό για την Ελλάδα και τους Έλληνες δεν είναι ότι πιθανόν να αναγνωριστεί ένα κράτος με το όνομα που αυτό έχει επιλέξει, όπως έχει άλλωστε το δικαίωμα, αλλά ότι με αφορμή το Μακεδονικό αναδείχθηκαν και επιβλήθηκαν, ως κυρίαρχες τάσεις στην ελληνική κοινωνία και τους παράγοντες που διαμορφώνουν την κοινή γνώμη, στοιχεία μιας πρωτοφανούς αρχαϊκότητας, που μας εμφανίζουν να αθετούμε δημοκρατικές κατακτήσεις και πολύτιμες δημοκρατικές ευαισθησίες, που, μετά τη μεταπολίτευση, είχε θεωρηθεί ότι αποτελούσαν πλέον κοινό κτήμα των Ελλήνων πολιτών. Χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε πάντοτε, μέσα σε μια έξαρση εθνικισμού, αναβιώσαμε, στο επίπεδο της πολιτείας, των κομμάτων, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αλλά και σε αριστερά κινήματα, έναν εθνικισμό και έναν σοβινισμό άλλων εποχών, έναν ρατσισμό που δεν τιμά την ελληνική κοινωνία. Τα φαινόμενα της μισαλλοδοξίας, του φανατισμού και των νέων δογματισμών που αναπτύσσονται, υπονομεύουν την εθνική συνοχή και τις συλλογικές συνειδήσεις πολύ περισσότερο απ’ ό,τι οι υπαρκτοί ή οι εφευρισκόμενοι εξωτερικοί «κίνδυνοι». Και όλα αυτά γίνονται με τη βεβαιότητα και την ήσυχη συνείδηση ότι πράττουμε ένα εθνικό καθήκον. Στην ουσία καταρρακώνεται κάθε έννοια εθνικού αυτοσεβασμού και αυτογνωσίας.
Για τη θεωρούμενη εθνική υπόθεση επιστρατεύθηκαν από τους αρμοδίους, και έγιναν με μεγάλη ευκολία δεκτά από την κοινή γνώμη, πράγματα που αντιστρατεύονται τις αρχές της κοινής λογικής και ό,τι αποτελεί το σημερινό επίπεδο των ιστορικών γνώσεων. Λέγεται ότι η Μακεδονία ήταν, είναι και θα είναι ελληνική. Όλοι όμως, γνωρίζουν ότι δίπλα στην ελληνική Μακεδονία υπάρχουν σλαβικές Μακεδονίες, που διαμορφώθηκαν ιστορικά και την ύπαρξη των οποίων ουδείς ποτέ θεώρησε ότι μπορεί να αμφισβητήσει. Προχωρούμε: «Η ελληνική Μακεδονία ήταν, είναι και θα είναι ελληνική». Γιατί θέλουμε να ξεχνούμε ότι η ελληνική Μακεδονία έγινε ελληνική κατά τον διανυόμενο αιώνα, μέσα από ένα σπαρακτικό ξερίζωμα πληθυσμών, με αμοιβαίες ανταλλαγές πληθυσμών, με τον ερχομό των μικρασιατών Ελλήνων μετά από την καταστροφή; Η σημερινή πληθυσμιακή σύνθεση της Μακεδονίας είναι, κατά κύριο λόγο, αποτέλεσμα των ανταλλαγών πληθυσμών και όχι της επιβίωσης γηγενών ελληνικών πληθυσμιακών συνόλων.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι πάντα μπορούμε να εμφανίζουμε στοιχεία, πολλά από τα οποία μπορεί να είναι βάσιμα, για να τεκμηριώσουμε μια άποψη. Το σημαντικό όμως είναι ότι, χωρίς να εξηγούμε τι αντιπροσωπεύει και πώς πραγματοποιήθηκε η διαδικασία της ελληνοποίησης της ελληνικής Μακεδονίας, καλλιεργούμε έναν «εθνικό φανατισμό» στους πολίτες, μέσα από ένα σύνθημα που δεν έχει αντιστοιχία προς τις ιστορικές πραγματικότητες. Δεν θέλω να σχολιάσω τις αηδίες περί Μεγαλέξανδρου. Αν, στη θέση των συνθημάτων που ευνοούν την αμάθεια, φανατίζουν και αποπροσανατολίζουν, είχαν αναδειχθεί τα στοιχεία της ιστορικότητας των φαινομένων, και ιδίως των εθνικών φαινομένων, τότε οι πολίτες αυτής της χώρας θα είχαν τη δυνατότητα να αντιληφθούν ευκολότερα πόσο κοινές σε όλους τους λαούς είναι οι εθνοκεντρικές τάσεις και πόσο αυτά που θεωρούνται ελληνικές μοναδικότητες ή ελληνικές θαυματουργίες αποτελούν κοινούς τόπους στην ιστορία όλων των λαών, όταν, σε συγκεκριμένες φάσεις της ιστορικής διαδρομής τους, θεωρούν ότι αντιπροσωπεύουν το κέντρο της γης και τον ομφαλό του κόσμου. Αλλά φαίνεται ότι αυτή η ιστορικοποίηση της γνώσης κάποιους δεν τους συνέφερε. Και οδηγηθήκαμε στους παραλογισμούς και τις παραδοξολογίες…
Το πρόβλημα είναι πώς θα αναγνωρίσουμε τις ιδιαιτερότητες μέσα από τις οποίες διαμορφώθηκαν οι εθνότητες στη Βαλκανική. Να καταλάβουμε σε τι δράματα οδήγησε η αντιπαράθεση, με ευθύνη όλων των εθνοτήτων και όλων των κρατών, γιατί όλοι με το ίδιο πρότυπο και τους ίδιους μηχανισμούς λειτούργησαν προκειμένου να εξασφαλίσουν και την ύπαρξή τους και την επιβίωσή τους. Έχω την εντύπωση ότι με τον τρόπο που χειρίστηκε τα προβλήματα η ελληνική εξωτερική πολιτική υπονόμευσε τον ιδιαίτερο ρόλο που θα μπορούσε, για ιστορικούς λόγους, να έχει η Ελλάδα στα Βαλκάνια. Η χώρα μας, έχοντας αποφύγει το στάδιο του υπαρκτού σοσιαλισμού, με ένα δημοκρατικό πολίτευμα που στηρίζεται σε αξίες οι οποίες τείνουν να γίνουν κυρίαρχες στη διεθνή κοινότητα, θα μπορούσε να έχει, όχι έναν ανώτερο ρόλο, αλλά έναν πρόσκαιρα οδηγητικό, υπό τον όρο ότι θα έπαιζε το παιχνίδι της σύγκλισης και του σεβασμού των ιδιαιτεροτήτων και όχι το παιχνίδι της αντιπαλότητας.
Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης κατόρθωσαν να διαμορφώσουν ένα κλίμα ανομολόγητου ρατσισμού, είτε με την περιφρόνηση του τρίτου είτε με την εικόνα ότι η Ελλάδα είναι το κέντρο της γης και όλοι οι άλλοι την επιβουλεύονται. Όμως όποτε έχουμε υπάρξει ελληνοκεντρικοί και ομφαλοσκόποι, αυτό συνοδεύτηκε από εθνική πτώση και συχνά καταστροφές, στο μέτρο ιδίως που μια τέτοια τάση μας απομόνωσε από τα στοιχεία που, διασταυρούμενα με τις δικές μας ιδιαιτερότητες, ενίσχυαν την πολιτισμική μας φυσιογνωμία. Όταν βγαίνουμε και αποκαλούμε τους γείτονες κρατίδιο, έχουμε ποτέ σκεφτεί ότι η Κύπρος είναι το ένα τέταρτο του «κράτους των Σκοπίων» Θα θέλαμε να την αποκαλούν κρατίδιο; Υπάρχει κι ένα θέμα αγωγής του πολίτη. Το μέσο ενημέρωσης οφείλει να μεταδίδει την πληροφορία ως έχει. Όταν ο Μιτεράν μιλάει για τη Δημοκρατία της Μακεδονίας και εννοεί τη Δημοκρατία της Μακεδονίας με πρωτεύουσα τα Σκόπια και οι δημοσιογράφοι βάζουν εισαγωγικά στη λέξη Μακεδονία, είναι ως εάν τα εισαγωγικά να τα έχει βάλει ο Μιτεράν. Έτσι, όμως, δημιουργείται η εντύπωση ότι η διεθνής κοινότητα έχει την άποψή σου και συνεπώς σκληραίνεις τη θέση σου. [...]
Η αναζωπύρωση του εθνικισμού στην Ελλάδα εντάσσεται σε έναν κύκλο που έχει τα ομόλογά του και στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και στις χώρες του Ισλάμ, όπου ξαναζωνταντεύουν οι θρησκευτικές και οι εθνικιστικές αδιαλλαξίες. […] Φάνηκε ότι, παρά τις επιφάσεις κάποιου εκσυγχρονισμού, η κοινωνία μας απέχει πολύ από το να ζήσει με την αξιοπρέπεια των ανθρώπων και των πολιτών του εικοστού και του εικοστού πρώτου αιώνα.


Τρίτη 19 Απριλίου 2016

Κυπριακό και Σκοπιανό – Τραγωδίες παράλληλες


Τ​​ο πρόβλημα με την ονομασία του κράτους που εμείς θέλουμε να ονομάζουμε ΠΓΔΜ δεν έφυγε ποτέ από την επικαιρότητα. Από το 1991 με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, όταν δημιουργήθηκε το κρατίδιο, η ονομασία έγινε αφορμή για έναν νέο διχασμό. Από τη μια πλευρά έχουμε αυτούς που θέλουν να βρεθεί κάποια λύση που να ικανοποιεί και τα δύο μέρη και από την άλλη έχουμε τους «ανένδοτους πατριώτες» που δεν θέλουν με κανένα τρόπο να υπάρχει η λέξη Μακεδονία στην ονομασία του κρατιδίου. Πρόσφατα, είχαμε άλλη μια έκρηξη πατριωτισμού για το ατόπημα ενός υπουργού να αποκαλέσει το κρατίδιο με το απαγορευμένο όνομά του.

Κάθε φορά που γίνεται αυτή συζήτηση μου έρχεται στο μυαλό το Κυπριακό, γιατί, όπως θα διαπιστώσετε, υπάρχουν ορισμένες πολύ χαρακτηριστικές συμπτώσεις και στις δύο ιστορίες. Για το Κυπριακό ο Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας έγραψε ένα δίτομο βιβλίο με τίτλο «Ιστορία χαμένων ευκαιριών» όπου περιγράφει την προσωπική του εμπειρία στον χειρισμό του Κυπριακού, ως υπουργός Εξωτερικών. Είναι πραγματικά ασύλληπτο τι ΔΕΝ μάθαμε από την εμπειρία που αποκτήσαμε στον χειρισμό του Κυπριακού. Η παροιμία «κάθε πέρυσι και καλύτερα» βρίσκει την απόλυτη εφαρμογή της. Θα προσπαθήσω να σας δώσω μια σύντομη ανασκόπηση, επισημαίνοντας ορισμένες από τις πλέον χαρακτηριστικές στιγμές της Ιστορίας μας, οι οποίες δεν είναι πολύ γνωστές.
Οι Αγγλοι «αγόρασαν» την Κύπρο από τους Τούρκους το 1878. Από τότε αναζωπυρώθηκαν οι ελπίδες των Κυπρίων για Ενωση με την Ελλάδα. Τον Ιούλιο του 1903, οι Ελληνοκύπριοι που ήταν μέλη του Νομοθετικού Συμβουλίου ψήφισαν υπέρ της Ενωσης με την Ελλάδα, ενώ οι Τουρκοκύπριοι απείχαν από την ψηφοφορία. Είναι χαρακτηριστικό ότι, στις 9 Οκτωβρίου 1907, ο αναπληρωτής υπουργός Αποικιών, Sir Winston Churchill, επισκέφθηκε την Αμμόχωστο, όπου βρέθηκε μπροστά σε ένα τεράστιο πλήθος ειρηνικών διαδηλωτών με συνθήματα υπέρ της Ελλάδος και της Ενωσης.
Στις 12 Δεκεμβρίου 1912, στην πρώτη επίσκεψη του Ελευθέριου Βενιζέλου στο Λονδίνο, συζητήθηκε με τον Lloyd George (υπουργό Οικονομικών) και τον Sir Winston Churchill (Πρώτο Λόρδο του Ναυαρχείου) η παραχώρηση της Κύπρου με αντάλλαγμα μία ναυτική βάση στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς. Ο Churchill ήταν ένθερμος υποστηρικτής της πρότασης αυτής και οι συνομιλίες έγιναν σε πολύ θετικό κλίμα, αλλά δυστυχώς δεν ολοκληρώθηκαν.
Στις 16 Οκτωβρίου 1915 (ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος είχε ήδη ξεκινήσει), ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Sir Edward Grey, με τηλεγράφημά του προς τον πρωθυπουργό της Ελλάδος Αλέξανδρο Ζαΐμη και τον κυβερνήτη της Κύπρου Sir John Clawson, τους πληροφορούσε ότι η Μεγάλη Βρετανία είναι έτοιμη να παραχωρήσει την Κύπρο στην Ελλάδα, με την προϋπόθεση η Ελλάδα να εγκαταλείψει την ουδέτερη στάση της και να συμμαχήσει μαζί τους. Η ελληνική κυβέρνηση απέρριψε την πρόταση, γιατί ο γερμανικής καταγωγής Βασιλεύς της Ελλάδος δεν ήθελε να πολεμήσει ενάντια στους Γερμανούς. Οπως είναι ευνόητο στην Κύπρο επικράτησε μεγάλη απογοήτευση στους Ελληνοκυπρίους και ανακούφιση στους Τουρκοκυπρίους. Αυτή ήταν ίσως η κρισιμότερη στιγμή στην ιστορία του Κυπριακού. Οταν αργότερα (1917) η Ελλάδα μπήκε στον πόλεμο, η ευκαιρία είχε χαθεί. Δυστυχώς, ο διχασμός της εποχής εκείνης, μεταξύ Βασιλικών και Βενιζελικών, υπήρξε η αιτία που δεν έγινε αποδεκτή η πρόταση αυτή. Και από την ημερομηνία αυτή αρχίζει η «Ιστορία των χαμένων ευκαιριών», ο παραγκωνισμός της διπλωματίας και ουσιαστικά να μεγαλώνει η απόσταση μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και Κύπρου.
Τον Οκτώβριο του 1931, έγιναν αιματηρές ταραχές στην Κύπρο με αποτέλεσμα να γίνουν σκληρότεροι οι Αγγλοι. Στον πόλεμο που ακολούθησε, οι Κύπριοι πολέμησαν στο πλευρό των Αγγλων και κάπως εξομαλύνθηκαν οι σχέσεις. Στο Δημοψήφισμα του 1950, το 95,7% υποστήριξε την Ενωση με την Ελλάδα. Αξίζει να σημειωθεί ότι 800 Τουρκοκύπριοι ψήφισαν υπέρ της Ενωσης. Από εδώ ξεκινάει νέος κύκλος χαμένων ευκαιριών. Οι Αγγλοι πρότειναν διάφορα σχέδια, τα οποία περιλάμβαναν μια μεταβατική περίοδο συνήθως 5 ετών και στη συνέχεια πλήρη «αυτοδιάθεση», δηλαδή την πολυπόθητη Ενωση. Οι «ανένδοτοι» δεν ήταν διατεθειμένοι να δεχθούν κανένα από τα προτεινόμενα σχέδια. Ηθελαν και επέβαλαν το μαξιμαλιστικό αίτημα για «άμεση Ενωση». Κύριος εκφραστής των ανένδοτων ήταν ο Μητροπολίτης Κυρήνειας Κυπριανός συνεπικουρούμενος από τον εκδότη της εφημερίδας «Πατρίς», Πολύκαρπο Ιωαννίδη.
Η συνέχεια είναι λίγο-πολύ γνωστή. Ξεκίνησε ο ένοπλος αγώνας της ΕΟΚΑ την 1η Απριλίου 1955, κατά τη διάρκεια του οποίου και πάλι απορρίψαμε μια σειρά από προτάσεις οι οποίες δεν ικανοποιούσαν απολύτως, αλλά ήταν πολύ κοντά στα επιδιωκόμενα. Ισως η μεγαλύτερη ευκαιρία μετά το 1915 να χάθηκε τον Ιανουάριο του 1956, όταν ύστερα από έντονες διπλωματικές ενέργειες διαμορφώθηκε ένα σχέδιο, που ονομάστηκε «Σχέδιο Harding», το οποίο ήταν πολύ κοντά στα επιδιωκόμενα. Η κυπριακή πλευρά εξέθεσε τις θέσεις της και τα δύο κείμενα δόθηκαν στη δημοσιότητα. Οι γνωστοί ανένδοτοι, συμπεριλαμβανομένου και του αρχηγού της ΕΟΚΑ, ήταν εναντίον του συμβιβασμού. Για την επίτευξη της τελικής συμφωνίας έφθασε στην Κύπρο ο υπουργός Αποικιών, Alan Lennox Boyd. Την παραμονή της συνάντησής του με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, έγιναν στην Κύπρο, με εντολή του Γρίβα, 19 εκρήξεις βομβών σε αγγλικούς στόχους. Παρά τις εκρήξεις ο Μακάριος επεδίωξε τη συνάντηση, αλλά ο υπουργός εκνευρισμένος αναχώρησε από την Κύπρο. Ετσι τορπιλίσθηκε για άλλη μία φορά από τους υπερπατριώτες ένα αποδεκτό σχέδιο λύσης του Κυπριακού, πολύ καλύτερο από τη σημερινή κατάσταση.
Φτάσαμε έτσι στις συμφωνίες της Ζυρίχης το 1959. Καλές ή κακές, ήταν πάντως μια λύση. Στη συνέχεια οι ανένδοτοι προσπάθησαν και πάλι να επιβάλουν τις μαξιμαλιστικές και ανεδαφικές πλέον διεκδικήσεις, με αποτέλεσμα την Πράσινη Γραμμή, το πραξικόπημα, την εισβολή και την απώλεια του 30% του κυπριακού εδάφους. Από το 1974 απορρίπτουμε συνεχώς προτάσεις για διευθέτηση του Κυπριακού, γιατί κανένας δεν θέλει να κατηγορηθεί για ενδοτισμό και μειοδοσία, με αποτέλεσμα να διαιωνίζεται η κατάσταση και ουσιαστικά να χειροτερεύει για τους Ελληνοκυπρίους. Η τραγική ειρωνεία είναι ότι χάθηκε (μεταξύ άλλων) η Κηρύνεια, η πατρίδα των βασικών εκφραστών του ανένδοτου αγώνα.
Στο θέμα της ονομασίας των Σκοπίων φαίνεται ότι ακολουθούμε περίπου τα ίδια βήματα. Το 1992 είχαμε την ευκαιρία να διαπραγματευθούμε ένα συμβιβαστικό όνομα το οποίο δεν θα υποβάθμιζε την ελληνικότητα της Μακεδονίας. Στο Συμβούλιο των Πολιτικών Αρχηγών (κατά το πρότυπο του Εθνικού Συμβουλίου της Κύπρου) κανένας δεν ήθελε να φάει τη «ρετσινιά» του εθνικού μειοδότη και έτσι όλοι υπερθεμάτιζαν για την πλέον εθνικά υπερήφανη στάση. Από τότε έχουν περάσει 24 χρόνια στα οποία στηρίξαμε οικονομικά το κρατίδιο των Σκοπίων, αφήσαμε να περάσει πολύτιμος χρόνος και σχεδόν όλες οι χώρες του κόσμου το έχουν αναγνωρίσει με το συνταγματικό όνομά του. Το χειρότερο είναι ότι όσο περνάει ο καιρός το κράτος των Σκοπίων, λόγω των γεγονότων, γίνεται πιο αδιάλλακτο, ώστε λύσεις που μπορούσαν να υιοθετηθούν στο παρελθόν δεν γίνονται αποδεκτές σήμερα.
Η πραγματικότητα είναι δυστυχώς αδυσώπητη. Δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο (πλην της Αυστρίας, το 1919) όπου μια χώρα να θέλει να επιβάλει πώς θα ονομάζεται μια άλλη χώρα. Ενας έντιμος συμβιβασμός είναι προτιμότερος από τη «μη λύση», η οποία ισοδυναμεί με την de facto αναγνώριση των Σκοπίων ως Μακεδονία και ουσιαστικά τη μεγαλύτερη δυνατή ήττα για την Ελλάδα.
Υπάρχει διέξοδος στο πρόβλημα αυτό; Δεν νομίζω. Είδατε τι έγινε όταν ένας υπουργός χρησιμοποίησε την απαγορευμένη ονομασία. Κόντεψε να πέσει η κυβέρνηση ή τουλάχιστον έτσι φάνηκε, για να προβληθεί ο πατριωτισμός ορισμένων. Κανένας πολιτικός δεν θα τολμήσει να υπογράψει έναν συμβιβασμό για τον οποίο οι αντίπαλοί του θα τον κατηγορούν για μειοδοσία και ενδοτισμό. Βλέπετε, έχουμε το ταλέντο να αυτοεγκλωβιζόμαστε σε αδιέξοδες καταστάσεις.
Με τη δημοσιότητα που έχει πάρει η κατάσταση στην Ειδομένη, όλα τα ξένα μέσα Μακεδονία αποκαλούν την ΠΓΔΜ. Ακόμα, οι πρόσφυγες και οι μετανάστες, όταν μιλάνε στη δική μας τηλεόραση, Μακεδονία αποκαλούν τα Σκόπια. Ενοχλήθηκε κανένας από τους υπερπατριώτες που διαθέτουμε σε αφθονία;
* Ο κ. Ανδρέας Δρυμιώτης είναι σύμβουλος επιχειρήσεων.


Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

Ροκ και Αριστερά

 

Τ​​ο σημαντικό δεν είναι ότι οι Rolling Stones εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στην Κούβα. Σημαντικότερο είναι το γεγονός ότι το κομμουνιστικό καθεστώς επί 60 και πλέον χρόνια είχε απαγορεύσει τη μουσική τους –τυπικώς την περίοδο 1961-1966, ουσιαστικώς στη συνέχεια–, και οι φαν του συγκροτήματος συμπεριφέρονταν όπως οι δικοί μας αντιστασιακοί στη χούντα. Μαζεύονταν στα σπίτια για να ακούσουν κρυφά την «ιμπεριαλιστική μουσική» τους. Φυσικά δεν μπορούμε να ξέρουμε με ποιο σκεπτικό το καθεστώς του Φιντέλ Κάστρο απαγόρευε επί της ουσίας τη μουσική πολλών δυτικών συγκροτημάτων (ανάμεσά τους ήταν και οι Beatles), όπως και κάποιους λατινοαμερικανούς καλλιτέχνες. Στις δικτατορίες δεν γίνεται διάλογος για τις απαγορεύσεις, δεν εξηγείται το σκεπτικό. Κάποιοι αποφασίζουν –βαφτίζοντας κάτι «αντεθνικό», «ιμπεριαλιστικό», «νεοφιλελεύθερο», κ.λπ.– και διατάσσουν. Και εκατομμύρια άνθρωποι το στερούνται, έτσι χωρίς αιτιολογία και λογική.
Κάποιοι μπορεί να πουν «Σιγά το πράγμα! Και τι έγινε που Κουβανοί γεννήθηκαν και πέθαναν χωρίς να ακούσουν ποτέ τους Beatles ή τους Rolling Stones; Αλλα είναι τα σημαντικά πράγματα στη ζωή...». Ακόμη κι αν συμφωνήσουμε με την ιεράρχησή τους, ότι δηλαδή ο σοσιαλισμός είναι πιο μεγάλος από το ροκ εν ρολ, πρέπει να αναρωτηθούμε: Ποιος ορίζει τι είναι σημαντικό στη ζωή κάποιου; Ο «Πατερούλης» Φιντέλ ή ο κνίτης της γειτονιάς μας; Το γεγονός ότι πάνω από 250.000 άνθρωποι στήθηκαν μέχρι και 18 ώρες στην ουρά για να ακούσουν ένα συγκρότημα σημαίνει ότι κάποιοι άνθρωποι έχουν διαφορετική ιεράρχηση προτεραιοτήτων από τους δυτικούς Αριστερούς, οι οποίοι είναι ελεύθεροι να διαλέξουν αν θα πάνε σε μια συναυλία ή όχι, και μπορούν –επίσης εκ του ασφαλούς– να καταδικάζουν είτε το ροκ εν ρολ είτε τον κομμουνισμό. Και ποιος μπορεί να πει κάτι στον 62χρονο νυχτοφύλακα Joaquin Ortiz, που δήλωσε στο Associated Press: «Μετά τη σημερινή συναυλία μπορώ να πεθάνω. Αυτή ήταν κάτι σαν την τελευταία μου επιθυμία: να δω τους Rolling Stones». Κάνει λάθος που είχε μαράζι να ακούσει τους «γερόλυκους» της ροκ; Μπορεί! Αλλά πόσο δίκιο είχε η «Αυγή» που έγραφε ότι το ροκ εν ρολ προκάλεσε στη δυτικογερμανική κοινωνία «τόσο κακό όσο και ο ναζισμός»; («Οι μικροί νταήδες του ροκ εν ρολ», «Αυγή», 29.9.1956).
Η συναυλία του 1967
Ολα τα ολοκληρωτικά συστήματα είχαν πρόβλημα και απαγόρευαν τη μουσική που θεωρούσαν ανατρεπτική. Εχουν γραφτεί πολλά για την απαγόρευση της τζαζ από τους ναζί και του ροκ εν ρολ από τα κομμουνιστικά καθεστώτα. Στην Ελλάδα της «ανάπηρης μετεμφυλιακής δημοκρατίας» ευτυχώς δεν υπήρξαν απαγορεύσεις, αν και η συναυλία των Rolling Stones στην Αθήνα (τέσσερις μέρες πριν από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967) είχε άδοξο τέλος, όταν ο Μικ Τζάγκερ είχε την «ανατρεπτική ιδέα» να μοιράσει μερικά κόκκινα γαρίφαλα στους θεατές. Η αστυνομία –θεωρώντας, προφανώς, ότι η πράξη του ήταν κρυφή κομμουνιστική προπαγάνδα!– έσπασε στο ξύλο τον μάνατζερ του συγκροτήματος, ενώ η συναυλία βυθίστηκε στο σκοτάδι, αφού οι Αρχές κατέβασαν τον γενικό διακόπτη του ηλεκτρικού στο γήπεδο του Παναθηναϊκού.
Οσο κι αν φανεί παράξενο, το ροκ στην Ελλάδα είχε δύο βασικούς εχθρούς: την Εκκλησία και την Αριστερά. Οπως λέει ο ιστορικός Κώστας Κατσάπης: «Και οι δύο ιδεολογίες προσλαμβάνουν ως κάτι το εντελώς επικίνδυνο αυτό το πολιτιστικό προϊόν που λέγεται ροκ εν ρολ. Η διαφορά έγκειται στην ερμηνεία του λόγου για τον οποίο είναι επικίνδυνο. Για μεν το ελληνορθόδοξο στρατόπεδο, το ροκ εν ρολ είναι δημιούργημα των δυτικών κοινωνιών, οι οποίες από αιώνες έχουν ξεφύγει από τον ορθό δρόμο της Ορθοδοξίας, με αποτέλεσμα τη δημιουργία προβλημάτων που πριονίζουν τις βασικές αξίες με τις οποίες πρέπει να δομείται μια κοινωνία, όπως η οικογένεια και η χρηστή συμπεριφορά. Σ’ ό,τι αφορά την Αριστερά, το βασικό σημείο κριτικής είναι η αντιμετώπιση του ροκ εν ρολ ως τμήματος μιας γενικότερης προσπάθειας των Αμερικανών στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου να προπαγανδίσουν τη δική τους κοινωνία και τον δικό τους πολιτισμό ως ανώτερο του ευρωπαϊκού ή και κατ’ επέκταση του ανατολικού» («Η Καθημερινή», 13.3.2016).
Πνευματική διείσδυση
Στη μελέτη του «Ηχοι και απόηχοι. Κοινωνική ιστορία του ροκ εν ρολ φαινομένου στην Ελλάδα, 1956-1967» (εκδ. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε) ο κ. Κώστας Κατσάπης περιγράφει αναλυτικά και παραθέτει πολλές πηγές για τον ιδεολογικό πόλεμο που έκανε η Αριστερά στη «μόδα του ροκ εν ρολ»: «Για την Αριστερά το ροκ εν ρολ αποτελούσε τμήμα μιας γενικότερης διείσδυσης των Ηνωμένων Πολιτειών στη χώρα, διείσδυση η οποία δεν είχε μονάχα την αναμφισβήτητη πολιτική, στρατιωτική και οικονομική της διάσταση, αλλά και την πνευματική. “Η Αμερική δεν εξάγει στη χώρα μας μόνο κεφάλαια και δεν μας σκλαβώνει μονάχα πολιτικά. Εξάγει και... πνεύμα και πάει να μας σκλαβώσει και πνευματικά”, υποστήριζε σε σχετικό αφιέρωμά της η “Αυγή” το 1957». Η ίδια εφημερίδα ενέτασσε τη ροκ μουσική στην «προπαγάνδα του περιλάλητου “αμερικάνικου τρόπου ζωής”, [ο οποίος προσπαθεί] να μας απόδειξη πως ο τρόπος ζωής και σκέψεως της σημερινής Αμερικής και ο πολιτισμός του δολαρίου είναι τα καλύτερα φρούτα του ανθρώπινου πολιτισμού. Ο δεύτερος σκοπός που επιδιώκεται είναι να διαφθείρη συνειδήσεις, να πλάση τους Ελληνες κατ’ εικόνα και ομοίωσιν των δούλων [...], έτσι που να μην μπορούν να σκέφτονται ελεύθερα».
Γι’ αυτό και το Κεντρικό Συμβούλιο της Νεολαίας ΕΔΑ το 1959, σύμφωνα με τον κ. Κατσάπη, «κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η εισαγωγή “ξένων στοιχείων” στη διασκέδαση και τον τρόπο ζωής της ελληνικής νεολαίας δεν στερούνταν πολιτικών προεκτάσεων, το αντίθετο μάλιστα αποτελούσε τμήμα μιας προσπάθειας στην οποία (φέρεται πως) είχαν αποδυθεί τα τελευταία χρόνια οι Αμερικανοί με στόχο να “σβύσουν από τους νέους τις γνήσιες εθνικές παραδόσεις, την εθνική υπερηφάνεια και την αγάπη για την πατρίδα” και να μεταβάλλουν τους Ελληνες νέους σε “τυφλούς θαυμαστές του αμερικανικού τρόπου ζωής”».
Οι δε θαυμαστές του ροκ εν ρολ, σύμφωνα με την «Αυγή» του 1958, ήταν «τα παρδαλά μαϊμουδάκια του νέου τρόπου ζωής» που –ως δέσμιοι του πάθους τους για τον αμερικανικό τρόπο ζωής– έκαναν αχαλίνωτα πάρτι: «Ωρα τέσσερις πρωινή. Το άρρωστο γειτονάκι απόκαμε πια και αποκοιμήθηκε βαριά πνιγμένο στον ιδρώτα, το καημένο. Οι εργάτες της συνοικίας βλαστημούν στα κρεβάτια τους. Η συνοικία ξυπνά. Το πικ-απ βρυχάται. Οι καννίβαλοι χορευτές ανασκολοπίζονται κατά ζεύγη σε μιαν οργιαστική σάμπα. Καμιά ελληνική πλάκα δεν ακούστηκε, στ’ αντικρυνό Χόλλυγουντ. Τα πάντα ουίσκυ, καπνός, φωνάρα, αγριότητα, αδιαφορία για τους περίοικους συνανθρώπους, κραιπάλη».
Αυτές ήταν οι αντιλήψεις της Αριστεράς για το ροκ και, ευτυχώς, δεν βρέθηκε στην Ελλάδα κανένας κομαντάντε να επιβάλει τα κομμουνιστικά του γούστα, γιατί τώρα θα μαθαίναμε κι εμείς ότι υπήρξαν οι Beatles.
Οπως ακριβώς και οι Κουβανοί...


Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

Το γεφύρι της γλώσσας


ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Ε​​πειδή όσα λένε οι ελληνοκόποι κολακεύουν αγρίως το φάντασμα του «μέσου Ελληνα», που θέλει ευγενή την καταγωγή του, περιούσια τη φυλή του και αυτονόητη την υπεροχή του, οι πιστοί τους υπερτερούν σε αριθμό και σε φανατισμό. Και σε σάιτ ή μπλογκ. Ετσι εξηγείται η απίστευτη αντοχή των πιο εξωφρενικών γλωσσικών δοξασιών και η ήττα της γλωσσολογικής επιστήμης, στη σφαίρα της δημοσιότητας. Το ίδιο συμβαίνει με την ιστοριογραφική επιστήμη, επίσης ηττημένη από τους θρύλους που ικανοποιούν την εθνική μας φιλαυτία.

Ολα αυτά αιτιολογούν την ακυρωτική αίσθηση ματαιότητας που βασανίζει όσους προσπαθούν, γράφοντας και ξαναγράφοντας να περισώσουν κάτι από τον ορθό λόγο μέσα στην αυτοκρατορία των παραδοξολογημάτων. Στο γεφύρι της γλώσσας, ολημερίς χτίζονται επιχειρήματα που πείθουν με τον τρόπο της επιστήμης πως η γλώσσα μας δεν πέθανε, τα φωνήεντα δεν καταργούνται διά νόμου ή πως δεν υπάρχουν γλωσσικά γονίδια, ούτε ανώτερες και κατώτερες γλώσσες. Και το βράδυ όλα αυτά τα γκρεμίζουν οι τηλεβόες της ελληνικής υπεροχής απέναντι σε όλους και σε όλα, οι οποίοι συν τοις άλλοις επιμένουν ότι μετρήθηκαν ήδη 6.000.000 ελληνικές λέξεις! Εδώ επιχειρείται η εκμετάλλευση μιας από τις ισχυρότερες μαζικές πεποιθήσεις, ότι οι αριθμοί λένε πάντα την αλήθεια. 
Στην περίπτωση της γλώσσας ενδέχεται το δόγμα αυτό όχι μόνο να μην αληθεύει, αλλά να συνιστά μια πλανεμένη και παραπλανητική δοξασία. Οι γλώσσες έχουν τα δικά τους μαθηματικά. Κατά συνέπεια, τα αριθμητικά δεδομένα μπορεί να μη συνιστούν τόσο ακλόνητες αποδείξεις όσο ισχυρίζεται ένα κράμα ιδεοληψίας και φαντασίωσης, το οποίο δεσπόζει σε πολλές απόψεις. Το γεγονός λ.χ. ότι από τις 166.724 λέξεις του λεξικού του Webster οι 35.136 είναι ελληνικές ή ελληνογενείς, κατά τις μετρήσεις του Αριστείδη Κωνσταντινίδη στο βιβλίο Οι ελληνικές λέξεις στην αγγλική γλώσσα (1991), τις οποίες αναπαράγει ο Γ. Μπαμπινιώτης στην πρώτη σελίδα της εισαγωγής του στο «Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας», δεν σημαίνει βέβαια πως η αγγλική γλώσσα είναι κατά το 1/5 ελληνική· αγγλική παραμένει, αγγλικότατη. Για να ελαφρολογήσω, αν ήταν κατά το 1/5 ελληνική, όσοι μαθητεύουν σε φροντιστήρια Αγγλικής θα μπορούσαν να ζητήσουν να περικοπεί το ένα πέμπτο των διδάκτρων τιμής ένεκεν ή ως άνευ λόγου καταβαλλόμενο.
Μια άλλη στατιστική τώρα, την οποία, επίσης, αναδημοσιεύει ο Γ. Μπαμπινιώτης στην ίδια εισαγωγή του. Στην «Επιστημονική Επετηρίδα» του Πανεπιστημίου Αθηνών (τόμ. 5, 1908-1909) και υπό τον τίτλο «Περί της ενότητος της ελληνικής γλώσσης», ο Γεώργιος Χατζιδάκις έγραφε τα εξής: «Εκ των 4.900 περίπου λέξεων της Καινής Διαθήκης σχεδόν αι ημίσειαι, ήτοι λέξεις 2.280, λέγονται και σήμερον έτι εν τη κοινή λαλιά, των δεν λοιπών αι πλείσται μεν, 2.220, εννοούνται καλώς υπό πάντων των Ελλήνων αναγιγνωσκόμεναι ή ακουόμεναι, ολίγαι δε μόνον, περί τας 400, είναι αληθώς ακατανόητοι υπό του Ελληνικού λαού».
Σπεύδω να πω ότι είναι δώρο μέγα να μιλάμε και να γράφουμε στην τωρινή της φάση μια γλώσσα που καλλιεργείται επί τρεις χιλιετίες. Την πορεία της αυτή εγώ τουλάχιστον την εννοώ ως εξελικτική· όχι ως πτωτική και πτωχευτική, όπως την εννοούν όσοι διατείνονται ότι περιπέσαμε στην αγλωσσία. Ας μην ασχοληθούμε όμως άλλο εδώ με τα επιμνημόσυνα κείμενα για μια γλώσσα ζωηρότατη, ικανή εκτός των άλλων να προσπερνάει λάθη στη χρήση της, λάθη που πάντα γίνονταν. Μια γλώσσα που, με τη μετανάστευση των τελευταίων δεκαετιών και την προσφυγιά των τελευταίων χρόνων, διευρύνει συνεχώς το πλήθος των χρηστών της. Οι νέοι Λουκιανοί, οι νέοι Μελέαγροι, οι νέοι Ρωμανοί Μελωδοί –μιλώ για τρεις Σύρους–, ίσως να ζουν ανάμεσά μας.
Ας αφήσουμε, επίσης, στις μεγαλειώδεις φαντασιώσεις της απαιδευσίας τους όσους ανεβάζουν τις χιλιετίες της γραπτής ελληνικής σε δέκα τουλάχιστον, κατορθώνοντας έτσι, με την τηλεοαίγλη τους, να γίνουν βουλευτές, υπουργοί, αντιπρόεδροι κομμάτων. Ας αρκεστούμε σε ένα μειδίαμα, ενθυμούμενοι τον ισχυρισμό τους ότι το «όλε» και το «χαλόου» γεννήθηκαν από το ομηρικό «ούλε», το «κουπεπέ» από το «κούπα, ω παι», ο δε «πλους» από το «πλουτς», απόδειξη τάχα πως η ελληνική είναι πλασμένη από τη φύση.
Οσοι αμφιβάλλουν ότι βρέθηκε άνθρωπος να οδηγήσει τον πλατωνικό κρατυλισμό στην ακρότατη γελοιότητα «ετυμολογώντας» τον «πλουν» από το «πλουτς πλουτς» (που πάντως πολλά αυτιά το ακούνε σαν «πλατς», εξ ου και το «πλατσούρισμα» ή το «πλάτσα-πλούτσα»), ας αναζητήσουν στο γιουτιούμπ τη σκηνή των γενεθλίων. Τη διεύθυνση θα τη βρουν στο βιβλίο του Βασίλειου Αργυρόπουλου «Γλωσσική αρχαιολατρία, μια σύγχρονη μυθολογία», η οποία διανέμεται δωρεάν στο Διαδίκτυο. Στις σελίδες του θα διαβάσουν πολλές ακόμα απομυθοποιήσεις δημοφιλέστατων παραγλωσσικών δοξασιών, όπως άλλωστε και στο δίτομο έργο του Γιάννη Η. Χάρη «Η γλώσσα, τα πάθη και τα λάθη» («Πόλις»), στο τομίδιο «Δέκα μύθοι για την ελληνική γλώσσα» που επιμελήθηκε ο ίδιος (Πατάκης), και στο βιβλίο του Νίκου Σαραντάκου «Γλώσσα μετ’ εμποδίων: Συμβολή στη χαρτογράφηση του γλωσσικού ναρκοπεδίου» (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου).
Για να επιστρέψω στο δώρο, ας προσθέσω ότι δεν μένει απλώς άδωρο αλλά καταντάει επικίνδυνα φενακιστικό το να το χρησιμοποιούμε σαν εχέγγυο πνευματικής και όχι μόνο γλωσσικής ανωτερότητάς μας. Και βαυκαλιζόμαστε αυτοκαταστροφικά όταν, διαστρεβλώνοντας τη σημασία του, το μεταχειριζόμαστε σαν απόδειξη ότι μπορούμε να διαβάσουμε άνευ διδασκάλου την Καινή Διαθήκη, αλλά και την Παλαιά, καθώς και τον Θουκυδίδη ή τον Ομηρο.
Δεν θα μείνω εδώ στα ευτράπελα ανεκδοτολογικά για τη σύγχυση που προκαλεί η λαθεμένη ερμηνεία λέξεων που ακούγονται στους ναούς. Θα ξαναπώ όμως πόσο λαθεμένα εννοούμε, καίτοι γλωσσογονιδιωμένοι, το κατά κόρον χρησιμοποιούμενο «ο νεκρός δεδικαίωται», κολοβωμένο άλλωστε, (η πλήρης πρόταση στην Προς Ρωμαίους επιστολή του Παύλου είναι «Ο γαρ αποθανών δεδικαίωται από της αμαρτίας»). Το χωρίο ερμηνευόταν εσφαλμένα από παλιά. Γι’ αυτό ο Ωριγένης, ο Βασίλειος, ο Χρυσόστομος, ο Δαμασκηνός, εξήγησαν πως ο νεκρός απαλλάσσεται από την αμαρτία όχι επειδή συγχωρούνται τα ανομήματά του αλλά επειδή σαν νεκρός αδυνατεί πια να αμαρτήσει. «Τις γαρ εθεάσατο πώποτε νεκρόν, ή γάμον αλλότριον διορύττοντα, ή μιαιοφονία τας χείρας φοινίσσοντα, ή άλλο τι των ατόπων διαπραττόμενον;» ρωτάει τον 5ο αι. ο Θεοδώρητος ο Κύρου. Δηλαδή, ποιος είδε ποτέ νεκρό να καταστρέφει ξένο γάμο, να φονεύει βάφοντας κόκκινα τα χέρια του στο αίμα ή να κάνει οτιδήποτε άτοπο; Ουδείς – εκτός αν παρακολουθεί θρίλερ.
Την άλλη Κυριακή η συνέχεια


Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

Ποιες αρχές για ποια διανόηση


08.11.2015
Τ​​ο θυμάστε το παλιό ανέκδοτο; Ποιες είναι οι πέντε αρχές της σοβιετικής διανόησης; Πρώτον: μη σκέφτεσαι! Δεύτερον, αν σκέφτεσαι μη μιλάς! Τρίτον, αν σκέφτεσαι και μιλάς, μη γράφεις! Τέταρτον, αν σκέφτεσαι, μιλάς και γράφεις, μην υπογράφεις! Πέμπτον, αν σκέφτεσαι, μιλάς, γράφεις και υπογράφεις, μην απορείς!
Ευτυχώς, δεν βρισκόμαστε εδώ. Ομως είναι ξεκάθαρο πως τα τελευταία χρόνια, οι συνθήκες διεξαγωγής του δημόσιου διαλόγου έχουν επιδεινωθεί δραματικά. Η επικράτηση της εθνολαϊκιστικής κουλτούρας αμφισβητεί ευθέως όχι μόνο βασικές κατακτήσεις της φιλελεύθερης δημοκρατίας, αλλά την ίδια την κληρονομιά του διαφωτισμού.

Στη μεταπολίτευση αναδείχθηκαν δύο βασικά ρεύματα διανόησης, όχι ίδιας βαρύτητας και επιρροής. Κατ’ αρχάς εμφανίστηκε η γαλλικών προδιαγραφών αριστερή μαρξιστική ή μαρξίζουσα διανόηση, που τάραξε τα νερά τόσο στον ακαδημαϊκό χώρο όσο και στην τέχνη. Η ελευθεριακή της στάση σε κοινωνικά θέματα (έντονα επηρεασμένη από την κουλτούρα του γαλλικού Μάη), η πνευματική της εξωστρέφεια (πολύγλωσση και πολυταξιδεμένη) και η κριτική ματιά της συνέβαλαν στην αναζωογόνηση της δημόσιας συζήτησης και της ακαδημαϊκής γνώσης στην Ελλάδα. Η διανόηση αυτή αμφισβήτησε γόνιμα κυρίαρχους εθνικούς μύθους και πρότεινε μια νέα αφήγηση για τη σύγχρονη Ελλάδα. Αν και είχε τα δικά της ταμπού (η δεκαετία του ’40 είναι ένα τέτοιο) που την οδήγησαν συχνά σε αφελείς ή/και προπαγανδιστικές προσεγγίσεις, προσέφερε τα μέγιστα στον εξευρωπαϊσμό της πολιτικής μας κουλτούρας και στην έξοδο από την πνευματική μας απομόνωση.

Η φιλελεύθερη διανόηση, από την άλλη, μειοψηφική αλλά υπαρκτή, με δυναμική κυρίως μετά τη δεκαετία του ’80 όταν ο κομμουνισμός κατέρρευσε και έπαψε να διαμορφώνει τις πνευματικές μόδες, έδωσε τους καρπούς της μέσα από τις δικές της «αιρετικές» προσεγγίσεις στα θέματα της οικονομίας, της πολιτικής και της ιστορίας. Απειλώντας την πρωτοκαθεδρία της αριστερής διανόησης, πέτυχε σε πλείστους τομείς την αμφισβήτηση ή και το ξεπέρασμα παλιομοδίτικων μαρξιστικών αγκυλώσεων.

Παρά τις διαφορές τους, κοινός παρονομαστής των δύο ρευμάτων υπήρξε ο δυτικόστροφος χαρακτήρας τους, η υπεράσπιση της κληρονομιάς του διαφωτισμού και η πεποίθηση πως ο πολιτικός και κοινωνικός πλουραλισμός είναι απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου η χώρα να αποτελεί τμήμα του σύγχρονου ανεπτυγμένου κόσμου. Η υπεράσπιση των μειοψηφιών, η προσήλωση στην υπεράσπιση της ελευθερίας της έκφρασης και η καταδίκη του αυταρχισμού και της λογοκρισίας κάθε μορφής υπήρξε η κοινή συνισταμένη των περισσότερων διανοουμένων μέχρι τουλάχιστον τα χρόνια της κρίσης.

Η νέα διαίρεση μεταξύ μνημονιακών και αντιμνημονιακών κατέστρεψε τις κατακτήσεις και τους παγιωμένους προσανατολισμούς της ελληνικής διανόησης. Από τη μια, το φιλελεύθερο ρεύμα ηττήθηκε κατά κράτος στην προσπάθειά του να επηρεάσει τη δημόσια συζήτηση κουβαλώντας το στίγμα του «μνημονιακού γερμανοτσολιά». Από την άλλη, η αριστερή διανόηση πέτυχε μια πύρρειο νίκη, που αλλοίωσε τη φυσιογνωμία της. Καθώς σύρθηκε στον κόσμο του εθνολαϊκισμού και των αξιών της «βαθιάς» Ελλάδας, υποχρεώθηκε να απαρνηθεί σημαντικό τμήμα της ταυτότητάς της. Ο τυφλός και εντέλει ανόητος αντιμνημονιακός αγώνας υπήρξε το όπιο των αριστερών διανοουμένων και είχε καταλυτικές συνέπειες στην ποιότητα του δημόσιου διαλόγου και στα ήθη που κυριάρχησαν τα τελευταία χρόνια.

Η επιχείρηση τρομοκράτησης, το λιντσάρισμα και ο ξυλοδαρμός των «μνημονιακών», ο σοβινιστικός και εθνικιστικός λόγος, ο λανθάνων αντικοινοβουλευτισμός της μούντζας και της κρεμάλας, όλα εξαγνίστηκαν στην αντιμνημονιακή κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Στο όνομα του αντιμνημονιακού αγώνα, αριστεροί διανοούμενοι υποστήριξαν ή ανέχτηκαν ακραίες μορφές βίας και έκλεισαν τα μάτια στον αναδυόμενο αυταρχικό αντιδυτικισμό και στον αρχέγονο/πρωτόγονο εθνικισμό. Μερικοί δεν κατάλαβαν καν ότι στις πλατείες των Αγανακτισμένων τον τόνο δεν τον έδινε η Αριστερά αλλά ο εθνικισμός. Εντέλει οι αριστεροί διανοούμενοι υποχρεώθηκαν στο τέλος να υιοθετήσουν ό,τι είχαν αντιπαλέψει για δεκαετίες: την ερμηνεία του κόσμου υπό το πρίσμα ενός επαρχιώτικου εθνοκεντρισμού που ήθελε τη χώρα αιώνιο θύμα των ξένων δυνάμεων και την κοινωνία να χωρίζεται στον καλό λαό από τη μία και στις διεφθαρμένες και προδοτικές ελίτ από την άλλη.

Ρητορεύοντας μανιχαϊστικά με όρους Αντίστασης και Εμφυλίου Πολέμου, η αριστερή διανόηση αντιμετώπισε τους «μνημονιακούς» όχι ως πολιτικούς αντιπάλους, αλλά ως εχθρούς. Προκειμένου να ανατρέψει τους «δωσίλογους» και τα «τσιράκια της Μέρκελ» ανέχτηκε το μίσος και την παράνοια. Σε κάποιες περιπτώσεις έγινε ένα με αυτά.

Και τώρα; Τώρα συνειδητοποιούμε όλοι, «μνημονιακοί» και πρώην αντιμνημονιακοί, πως η δημόσια σφαίρα απειλείται από τον ανορθολογισμό και τις κραυγές. Ο βαθύς εθνολαϊκισμός μοιράζει πλέον τα νέα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων και πατριωτισμού. Οποιαδήποτε διαφωνία (από θέματα δημοσκοπήσεων μέχρι αυτό της γενοκτονίας των Ποντίων) μπορεί να εξελιχθεί σε έναν ατελείωτο χορό από ύβρεις, απειλές και θεωρίες συνωμοσίας κάθε είδους. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί πως δεν κινδυνεύει να μολυνθεί από αυτήν την κατάσταση.
Απέναντι σε όλα αυτά, είτε από φόβο είτε για να μην υπονομεύσει την κυβέρνηση, η αριστερή διανόηση σιωπά ή μιλάει σιγά, σχεδόν ψιθυριστά. Φοβούμαι, εντέλει, πως πλησιάζει η ώρα που θα υιοθετήσει την πέμπτη αρχή της σοβιετικής διανόησης.
* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα.