ΤΟ ΑΠΟΛΩΛΟΣ ΠΡΟΒΑΤΟ συλλογή διηγημάτων

Μια απολαυστική συλλογή διηγημάτων, μωσαϊκό μιας 40ετίας.

Πέμπτη 26 Μαΐου 2016

Ο Σίσυφος και η «αιώνια παρθένα»


ΠΟΛΙΤΙΚΗ  ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Η​​ άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία περιγράφηκε ως η πρώτη φορά που η αριστερά κυβερνά τη χώρα. Συστατικό και συνάμα απόδειξη της πολιτικής αυτής αγνότητας είναι και ο ισχυρισμός περί του «ηθικού πλεονεκτήματος της αριστεράς». Εχουν όμως έτσι τα πράγματα; Είναι η ελληνική αριστερά όσο πολιτικά παρθένα ισχυρίζεται πως είναι; Η απάντηση είναι αρνητική.
Πρώτη φορά αριστερά υπήρξε αναμφίβολα το ΚΚΕ την περίοδο 1943-1949. Διαμέσου του ΕΑΜ, μιας οργάνωσης που έλεγχε πλήρως, το ΚΚΕ κυβέρνησε στη διάρκεια της Κατοχής περίπου το 70% της χώρας: την «Ελεύθερη Ελλάδα» που μπορεί μεν να είχε απαλλαγεί από τους κατακτητές, αλλά δεν ήταν ιδιαίτερα ελεύθερη. Με την απελευθέρωση, από το φθινόπωρο του 1944, και ώς την άνοιξη του 1945, η εξουσία του ΚΚΕ (γνωστή ως «εαμοκρατία») ασκήθηκε σε ολόκληρη σχεδόν τη χώρα με τρόπο που δεν διέφερε από τις «Λαϊκές Δημοκρατίες» του σοβιετικού πλοκ. Τέλος, το ΚΚΕ κυβέρνησε ορισμένες ορεινές περιοχές την περίοδο 1946-1949. Συνολικά, η κυβερνητική αυτή εμπειρία του ΚΚΕ υπήρξε ιδιαίτερα τραυματική καθώς ταυτίστηκε με έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο. Καθώς μάλιστα ήταν βραχύβια, η μνήμη της σταδιακά σκεπάστηκε από την εκρηκτική οικονομική ανάπτυξη των επόμενων δεκαετιών. Η τραχιά κυριαρχία των νικητών του Εμφυλίου στο διάστημα που ακολούθησε συνέβαλε στο να καλυφθεί η περίοδος αυτή από την αχλύ του απαγορευμένου καρπού, γεγονός που τροφοδότησε τον έντονο πολιτικό ρομαντισμό της «αδύνατης επανάστασης» ο οποίος στοίχειωσε τα όνειρα της γενιάς του Πολυτεχνείου.
Η γενιά αυτή μετουσίωσε τα όνειρά της σε πράξη διαμέσου του ΠΑΣΟΚ. Δεύτερη φορά αριστερά υπήρξε το ΠΑΣΟΚ του 1981, η άνοδος του οποίου στην εξουσία χαιρετίστηκε μέσα και έξω από τη χώρα ως ο θρίαμβος του ελληνικού σοσιαλισμού. Πολύ αργότερα, η εκσυγχρονιστική στροφή του Σημίτη και η καταστροφική θητεία του Γιώργου Παπανδρέου συνέβαλαν στον παραμερισμό ή και την παρερμηνεία της κομβικής αυτής περιόδου. Πάντως, δεν χρειάζεται να πάει κανείς πίσω στο «άγριο» 1974 για να διαπιστώσει τη σαφή αριστερή ταυτότητα του ΠΑΣΟΚ εκείνης της εποχής. Αρκεί μια ανάγνωση του προγράμματος του 1981, του περίφημου τότε και ξεχασμένου σήμερα «Συμβολαίου με τον Λαό».
Εκεί, το ΠΑΣΟΚ αυτοδιαφημιζόταν, ούτε λίγο ούτε πολύ, ως η «λύση για τη σημερινή βαθιά κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού» και προκήρυσσε πως αγωνίζεται «για μια κοινωνία δίκαιη όπου θα σταματήσει η εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο και η αποξένωση από το προϊόν του μόχθου του».
Κατήγγειλε μάλιστα την οικονομική ανάπτυξη που είχε προηγηθεί ως «αριθμητική αύξηση, που παρουσιάσθηκε στους δείκτες της οικονομίας μέχρι το ξέσπασμα της κρίσης» γιατί «μοναδικός στόχος της πορείας που ακολουθήθηκε ήταν το κυνήγι του κέρδους» από «το μεγάλο ξένο και ντόπιο κεφάλαιο, που καταπιέζει όλο και περισσότερα στρώματα του λαού μας, κάθε μέρα και πιο στυγνά». Κάπου εκεί πρόσθετε στα δεινά του τόπου και την «αλόγιστη εισαγωγή ξένης τεχνολογίας»! Ομως, με το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση (και «τον λαό στην εξουσία») θα ξεκινούσε ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της κοινωνίας και «το κοινωνικό συμφέρον» θα έμπαινε πάνω από το κέρδος.
Προφανώς η Ελλάδα απέφυγε τη μετατροπή της σε σοσιαλιστικό παράδεισο, αλλά η κοσμοαντίληψη αυτή και σαφέστατα αριστερή ήταν και εγκαταστάθηκε για τα καλά στο υποσυνείδητο των περισσότερων Ελλήνων, μπολιασμένη καθώς ήταν και με γενναίες δόσεις εθνοπατριωτισμού. Συγκρινόμενος με τον λόγο του ΠΑΣΟΚ της εποχής εκείνης, ο σημερινός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ φαντάζει συχνά ως μετριοπαθής!
Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι, λοιπόν, τρίτη φορά αριστερά. Από την άποψη αυτή καθόλου δεν θα πρέπει να μας ξαφνιάζουν οι απόπειρες μίμησης του ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’80. Αλλωστε, σημαντικό κομμάτι του στελεχικού του δυναμικού και βέβαια η μεγάλη πλειοψηφία των ψηφοφόρων του εκεί γαλουχήθηκαν και από κει προήλθαν. Ούτε είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς πως η αμέσως επόμενη κίνησή του μπροστά στα σημερινά αδιέξοδα θα είναι η ενεργοποίηση της αντιδεξιάς στρατηγικής, στην οποία διακρίθηκαν πολιτικές προσωπικότητες του βεληνεκούς ενός Μένιου Κουτσόγιωργα ή ενός Βαγγέλη Γιαννόπουλου. Αλλωστε, έχουν ήδη στηθεί οι σημερινές «Αυριανές». Εννοείται πως τα κόλπα αυτά καρποφορούν πολύ πιο δύσκολα όταν δεν υπάρχουν χρήματα.
Η αξία της απομάκρυνσής μας από το παραμύθι τού πρώτη φορά αριστερά ξεφεύγει κατά πολύ από την τρέχουσα πολιτική. Οπως ξεχάστηκαν ή ωραιοποιήθηκαν οι καταστροφές που προκάλεσαν η πρώτη και δεύτερη φορά αριστερά, έτσι και σήμερα υπάρχει ο κίνδυνος να προσπεράσουμε με την ίδια αμεριμνησία τη ζημιά που επέφερε ο ΣΥΡΙΖΑ. Και όπως συνέβη στο παρελθόν, θα εμφανιστούν πολλοί καλοθελητές, κάποιοι πονηροί και άλλοι ανόητοι, που θα ισχυριστούν πως τάχα ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν ποτέ πραγματική αριστερά, και πώς να, υπάρχει μια πιο αγνή και πιο παρθένα «πρώτη φορά αριστερά» που περιμένει τη σειρά της να δοκιμαστεί στην εξουσία. Και θα κινδυνέψουμε να την ξαναπατήσουμε, όπως ακριβώς ο Σίσυφος που κουβαλάει τον βράχο του δίχως σταματημό. Με τη διαφορά πως, αντίθετα από τους θεούς της αρχαίας μυθολογίας, τα κράτη δεν είναι αθάνατα.
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.



Πέμπτη 19 Μαΐου 2016

Ο Φίλιππος Ηλιού για το Μακεδονικό : μερικές αλήθειες

Το κείμενο του ιστορικού Φίλιππου Ηλιού, ιδρυτή των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ), που έχουν έδρα στο κτίριο του ΣΥΡΙΖΑ, στην πλατεία Κουμουνδούρου, είναι η αριστερή αντεθνικιστική ανάγνωση της υστερίας που επικράτησε στην Ελλάδα μετά το 1992, σχετικά με το όνομα της γειτονικής χώρας, η συνταγματική ονομασία της οποίας είναι Δημοκρατία της Μακεδονίας. Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στις 21/2/1993, στην εφημερίδαΕποχή, ως συνέντευξη στον Νίκο Φίλη. Εδώ αναδημοσιεύεται από το βιβλίοΨηφίδες Ιστορίας και Πολιτικής του 20ού αιώνα, Πόλις, Αθήνα 2007.
Το πιο ενοχλητικό, επικίνδυνο και ανησυχητικό για την Ελλάδα και τους Έλληνες δεν είναι ότι πιθανόν να αναγνωριστεί ένα κράτος με το όνομα που αυτό έχει επιλέξει, όπως έχει άλλωστε το δικαίωμα, αλλά ότι με αφορμή το Μακεδονικό αναδείχθηκαν και επιβλήθηκαν, ως κυρίαρχες τάσεις στην ελληνική κοινωνία και τους παράγοντες που διαμορφώνουν την κοινή γνώμη, στοιχεία μιας πρωτοφανούς αρχαϊκότητας, που μας εμφανίζουν να αθετούμε δημοκρατικές κατακτήσεις και πολύτιμες δημοκρατικές ευαισθησίες, που, μετά τη μεταπολίτευση, είχε θεωρηθεί ότι αποτελούσαν πλέον κοινό κτήμα των Ελλήνων πολιτών. Χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε πάντοτε, μέσα σε μια έξαρση εθνικισμού, αναβιώσαμε, στο επίπεδο της πολιτείας, των κομμάτων, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αλλά και σε αριστερά κινήματα, έναν εθνικισμό και έναν σοβινισμό άλλων εποχών, έναν ρατσισμό που δεν τιμά την ελληνική κοινωνία. Τα φαινόμενα της μισαλλοδοξίας, του φανατισμού και των νέων δογματισμών που αναπτύσσονται, υπονομεύουν την εθνική συνοχή και τις συλλογικές συνειδήσεις πολύ περισσότερο απ’ ό,τι οι υπαρκτοί ή οι εφευρισκόμενοι εξωτερικοί «κίνδυνοι». Και όλα αυτά γίνονται με τη βεβαιότητα και την ήσυχη συνείδηση ότι πράττουμε ένα εθνικό καθήκον. Στην ουσία καταρρακώνεται κάθε έννοια εθνικού αυτοσεβασμού και αυτογνωσίας.
Για τη θεωρούμενη εθνική υπόθεση επιστρατεύθηκαν από τους αρμοδίους, και έγιναν με μεγάλη ευκολία δεκτά από την κοινή γνώμη, πράγματα που αντιστρατεύονται τις αρχές της κοινής λογικής και ό,τι αποτελεί το σημερινό επίπεδο των ιστορικών γνώσεων. Λέγεται ότι η Μακεδονία ήταν, είναι και θα είναι ελληνική. Όλοι όμως, γνωρίζουν ότι δίπλα στην ελληνική Μακεδονία υπάρχουν σλαβικές Μακεδονίες, που διαμορφώθηκαν ιστορικά και την ύπαρξη των οποίων ουδείς ποτέ θεώρησε ότι μπορεί να αμφισβητήσει. Προχωρούμε: «Η ελληνική Μακεδονία ήταν, είναι και θα είναι ελληνική». Γιατί θέλουμε να ξεχνούμε ότι η ελληνική Μακεδονία έγινε ελληνική κατά τον διανυόμενο αιώνα, μέσα από ένα σπαρακτικό ξερίζωμα πληθυσμών, με αμοιβαίες ανταλλαγές πληθυσμών, με τον ερχομό των μικρασιατών Ελλήνων μετά από την καταστροφή; Η σημερινή πληθυσμιακή σύνθεση της Μακεδονίας είναι, κατά κύριο λόγο, αποτέλεσμα των ανταλλαγών πληθυσμών και όχι της επιβίωσης γηγενών ελληνικών πληθυσμιακών συνόλων.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι πάντα μπορούμε να εμφανίζουμε στοιχεία, πολλά από τα οποία μπορεί να είναι βάσιμα, για να τεκμηριώσουμε μια άποψη. Το σημαντικό όμως είναι ότι, χωρίς να εξηγούμε τι αντιπροσωπεύει και πώς πραγματοποιήθηκε η διαδικασία της ελληνοποίησης της ελληνικής Μακεδονίας, καλλιεργούμε έναν «εθνικό φανατισμό» στους πολίτες, μέσα από ένα σύνθημα που δεν έχει αντιστοιχία προς τις ιστορικές πραγματικότητες. Δεν θέλω να σχολιάσω τις αηδίες περί Μεγαλέξανδρου. Αν, στη θέση των συνθημάτων που ευνοούν την αμάθεια, φανατίζουν και αποπροσανατολίζουν, είχαν αναδειχθεί τα στοιχεία της ιστορικότητας των φαινομένων, και ιδίως των εθνικών φαινομένων, τότε οι πολίτες αυτής της χώρας θα είχαν τη δυνατότητα να αντιληφθούν ευκολότερα πόσο κοινές σε όλους τους λαούς είναι οι εθνοκεντρικές τάσεις και πόσο αυτά που θεωρούνται ελληνικές μοναδικότητες ή ελληνικές θαυματουργίες αποτελούν κοινούς τόπους στην ιστορία όλων των λαών, όταν, σε συγκεκριμένες φάσεις της ιστορικής διαδρομής τους, θεωρούν ότι αντιπροσωπεύουν το κέντρο της γης και τον ομφαλό του κόσμου. Αλλά φαίνεται ότι αυτή η ιστορικοποίηση της γνώσης κάποιους δεν τους συνέφερε. Και οδηγηθήκαμε στους παραλογισμούς και τις παραδοξολογίες…
Το πρόβλημα είναι πώς θα αναγνωρίσουμε τις ιδιαιτερότητες μέσα από τις οποίες διαμορφώθηκαν οι εθνότητες στη Βαλκανική. Να καταλάβουμε σε τι δράματα οδήγησε η αντιπαράθεση, με ευθύνη όλων των εθνοτήτων και όλων των κρατών, γιατί όλοι με το ίδιο πρότυπο και τους ίδιους μηχανισμούς λειτούργησαν προκειμένου να εξασφαλίσουν και την ύπαρξή τους και την επιβίωσή τους. Έχω την εντύπωση ότι με τον τρόπο που χειρίστηκε τα προβλήματα η ελληνική εξωτερική πολιτική υπονόμευσε τον ιδιαίτερο ρόλο που θα μπορούσε, για ιστορικούς λόγους, να έχει η Ελλάδα στα Βαλκάνια. Η χώρα μας, έχοντας αποφύγει το στάδιο του υπαρκτού σοσιαλισμού, με ένα δημοκρατικό πολίτευμα που στηρίζεται σε αξίες οι οποίες τείνουν να γίνουν κυρίαρχες στη διεθνή κοινότητα, θα μπορούσε να έχει, όχι έναν ανώτερο ρόλο, αλλά έναν πρόσκαιρα οδηγητικό, υπό τον όρο ότι θα έπαιζε το παιχνίδι της σύγκλισης και του σεβασμού των ιδιαιτεροτήτων και όχι το παιχνίδι της αντιπαλότητας.
Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης κατόρθωσαν να διαμορφώσουν ένα κλίμα ανομολόγητου ρατσισμού, είτε με την περιφρόνηση του τρίτου είτε με την εικόνα ότι η Ελλάδα είναι το κέντρο της γης και όλοι οι άλλοι την επιβουλεύονται. Όμως όποτε έχουμε υπάρξει ελληνοκεντρικοί και ομφαλοσκόποι, αυτό συνοδεύτηκε από εθνική πτώση και συχνά καταστροφές, στο μέτρο ιδίως που μια τέτοια τάση μας απομόνωσε από τα στοιχεία που, διασταυρούμενα με τις δικές μας ιδιαιτερότητες, ενίσχυαν την πολιτισμική μας φυσιογνωμία. Όταν βγαίνουμε και αποκαλούμε τους γείτονες κρατίδιο, έχουμε ποτέ σκεφτεί ότι η Κύπρος είναι το ένα τέταρτο του «κράτους των Σκοπίων» Θα θέλαμε να την αποκαλούν κρατίδιο; Υπάρχει κι ένα θέμα αγωγής του πολίτη. Το μέσο ενημέρωσης οφείλει να μεταδίδει την πληροφορία ως έχει. Όταν ο Μιτεράν μιλάει για τη Δημοκρατία της Μακεδονίας και εννοεί τη Δημοκρατία της Μακεδονίας με πρωτεύουσα τα Σκόπια και οι δημοσιογράφοι βάζουν εισαγωγικά στη λέξη Μακεδονία, είναι ως εάν τα εισαγωγικά να τα έχει βάλει ο Μιτεράν. Έτσι, όμως, δημιουργείται η εντύπωση ότι η διεθνής κοινότητα έχει την άποψή σου και συνεπώς σκληραίνεις τη θέση σου. [...]
Η αναζωπύρωση του εθνικισμού στην Ελλάδα εντάσσεται σε έναν κύκλο που έχει τα ομόλογά του και στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και στις χώρες του Ισλάμ, όπου ξαναζωνταντεύουν οι θρησκευτικές και οι εθνικιστικές αδιαλλαξίες. […] Φάνηκε ότι, παρά τις επιφάσεις κάποιου εκσυγχρονισμού, η κοινωνία μας απέχει πολύ από το να ζήσει με την αξιοπρέπεια των ανθρώπων και των πολιτών του εικοστού και του εικοστού πρώτου αιώνα.