ΤΟ ΑΠΟΛΩΛΟΣ ΠΡΟΒΑΤΟ συλλογή διηγημάτων

Μια απολαυστική συλλογή διηγημάτων, μωσαϊκό μιας 40ετίας.

Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2017

Οι ρίζες του σοβιετικού αδιεξόδου


Πού βρίσκονταν, άραγε, οι ρίζες του αδιεξόδου στο οποίο θα κατέληγε ένα καθεστώς το οποίο, αφού πρώτα «διαχειρίστηκε τα όνειρα» εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων (όπως τα «διαχειρίστηκε»), διαλύθηκε στα εξ ων συνετέθη εβδομήντα χρόνια αργότερα; Πολλές ήταν οι εσφαλμένες παραδοχές και εκτιμήσεις που αποτέλεσαν τις βάσεις του τόσο φιλόδοξου και μεγαλεπήβολου αυτού εγχειρήματος. Αν ήθελε κάποιος να σταθεί σε ορισμένες από αυτές, θα μπορούσε να επισημάνει τα εξής: Ηδη, από τα τέλη του 19ου αιώνα το θεωρητικό οικοδόμημα του μαρξισμού είχε αρχίσει να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. Ούτε οι προλετάριοι ήταν πια σε κατάσταση που να μην έχουν να χάσουν «παρά τις αλυσίδες τους», ούτε ο αριθμός τους αυξανόταν με τέτοιο ρυθμό ώστε να αποτελούν τη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού.
Αντιθέτως, ο καπιταλισμός αφενός γεννούσε –και συνεχίζει να γεννά– όλο και πολυπληθέστερα μικροαστικά στρώματα και αφετέρου αποδεικνυόταν ικανός να δίνει στους εργάτες πολύ περισσότερα απ’ ό,τι φανταζόταν ο Μαρξ – άλλωστε, η αυξημένη αγοραστική τους δύναμη ήταν απαραίτητη για την αναπαραγωγή του. Εκεί βρίσκονται οι ρίζες του λεγόμενου ρεφορμισμού, και όχι βέβαια σε κάποια θρυλούμενη «προδοσία» της Σοσιαλδημοκρατίας.
Στη Δυτική Ευρώπη
Επιπλέον, στη Δυτική Ευρώπη, σε αντιδιαστολή με ό,τι συνέβαινε στην τσαρική Ρωσία, υπήρχε βαθιά ριζωμένη και συχνά με αγώνες κατακτημένη παράδοση πολιτικών ελευθεριών, κοινοβουλευτικών θεσμών και δημοκρατικής κουλτούρας, που τόσο το προλεταριάτο όσο και τα απαραίτητα για τις συμμαχίες της εργατικής τάξης στρώματα δεν ήταν διατεθειμένα να απαρνηθούν ή να αποκηρύξουν. Αντιθέτως, επιθυμούσαν να εμπλουτιστούν αυτοί οι θεσμοί και αυτές οι παραδόσεις, αποκτώντας και νέο, κοινωνικό περιεχόμενο. Τέλος, η αντίληψη του Λένιν για το κόμμα και τον ρόλο του έπασχε αφετηριακά. «Η εργατική τάξη από μόνη της δεν μπορεί να υπερβεί το επίπεδο του τρεϊντγιουνιονισμού. Η επαναστατική θεωρία και η σοσιαλιστική συνείδηση έρχονται στο προλεταριάτο απ’ έξω», έγραφε ο Λένιν. Και προσέθετε: «Η οργάνωση των επαναστατών πρέπει να αγκαλιάζει, πριν απ’ όλα και κυρίως, ανθρώπους που έχουν για επάγγελμα την επαναστατική δράση και που θα καθοδηγούν τον επαναστατικό αγώνα του προλεταριάτου. Η οργάνωση αυτή δεν μπορεί παρά να είναι κατ’ ανάγκην όσο το δυνατόν συνωμοτική». Αυτή η στρατιωτική/συνωμοτική αντίληψη του Λένιν δεν προέρχεται προφανώς από τον Μαρξ (ο οποίος, άλλωστε, ελάχιστα πράγματα έγραψε για το κόμμα). Αντιθέτως, είναι γέννημα αφενός του απολυταρχικού καθεστώτος και της απουσίας δημοκρατικών θεσμών και παραδόσεων στην τσαρική Ρωσία, και αφετέρου των απόψεων περί επαναστατικής πρωτοπορίας μιας ακραίας εκδοχής γιακωβινισμού – απόψεων όπως αυτές που χαρακτήριζαν τη δράση του Μπλανκί στη Γαλλία ή των ναροντνίκων τον 19ο αιώνα στη Ρωσία.
Σε τελική ανάλυση, ο μπολσεβικισμός υπήρξε γέννημα της ιδιότυπης όσο και παρά φύσιν σύζευξης ενός ακραίου ντετερμινισμού (η ανθρωπότητα πορεύεται νομοτελειακά προς τον σοσιαλισμό) με έναν ακραίο βολονταρισμό (η δύναμη που θα «σπρώξει» την Ιστορία προς τον νομοτελειακό προορισμό της δεν μπορεί παρά να είναι κάποιοι αποφασισμένοι επαναστάτες, οι οποίοι δρουν στο όνομα και προς το συμφέρον της εργατικής τάξης). Και βέβαια, από τη στιγμή που είχε υιοθετηθεί η αρχή της υποκατάστασης, μέσω διαδοχικών υποκαταστάσεων (της τάξης από το κόμμα, του κόμματος από το πολιτικό γραφείο, του πολιτικού γραφείου από τον γραμματέα) ο δρόμος ήταν ανοιχτός για τον «πατερούλη» Στάλιν και τους επιγόνους του, οι οποίοι, «γνωρίζοντας» ποια είναι τα συμφέροντα των όπου Γης καταπιεσμένων, θα μεριμνούσαν γι’ αυτά, όπως εκείνοι έκριναν.
* Ο κ. Ανδρέας Παππάς είναι επιμελητής εκδόσεων και μεταφραστής. Το 1977 είχε κυκλοφορήσει, από τις εκδόσεις Υποδομή, σε δική του μετάφραση, το βιβλίο του Ε. Η. Carr «Ιστορία της Σοβιετικής Ενωσης, 1917-1923», τόμος 1. Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη, επίσης σε δική του μετάφραση, το βιβλίο του Ε. Η. Carr «Μικρή Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης».
Έντυπη

Δευτέρα 1 Μαΐου 2017

Πλούσια χώρα, αλλά «καταραμένη», το Κονγκό


Κωπηλατώντας στον ποταμό Κόνγκο της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό. Μετά τον Αμαζόνιο, είναι ο ποταμός που διοχετεύει τον Ατλαντικό με το περισσότερο γλυκό νερό στον πλανήτη.
Η σχέση του Κονγκό με τη Δύση ξεκινά τον 16ο αιώνα με τους Πορτογάλους εξερευνητές, ωστόσο δεν θα έπεφτε κάποιος έξω εάν άρχιζε πολύ αργότερα, τον 19ο αιώνα. Για την ακρίβεια, η ιστορία της απέραντης αυτής χώρας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με ένα όνομα: Χένρι Μόρτον Στάνλεϊ. Αν δεν τον γνωρίζετε, υπήρξε ο πιο διάσημος δημοσιογράφος της βικτωριανής εποχής. Πολιτογραφημένος Αμερικανός, αλλά με ουαλλικό αίμα, εγκαταλελειμμένο από τους γονείς του παιδί με το στίγμα του «μπάσταρδου» να τον έχει στιγματίσει ισοβίως, ο Στάνλεϊ πέτυχε το δημοσιογραφικό scoop του αιώνα με τον εντοπισμό του Σκωτσέζου εξερευνητή Ντέιβιντ Λίβινγκστον στα βάθη της αφρικανικής ζούγκλας το 1871.
Ωστόσο, το μεγαλύτερο κατόρθωμά του ήρθε τρία χρόνια αργότερα, όταν ως ανταποκριτής της αγγλικής εφημερίδας Telegraph και της αμερικανικής The New York Herald, εξερεύνησε επί τρία συναπτά έτη (1874-1877) την καρδιά της αφρικανικής ηπείρου, διανύοντας τα 3.000 χιλιόμετρα του ποταμού Κόνγκο και διεισδύοντας σε μια απέραντη, σκοτεινή, άγρια περιοχή οργιώδους βλάστησης, αφόρητης υγρασίας και αναρίθμητων ασθενειών και μολύνσεων, στην οποία δεν είχε προηγουμένως πατήσει λευκός. Εως τότε οι διάφορες ευρωπαϊκές εξερευνητικές αποστολές εξαντλούνταν στις ακτές της ηπείρου. Ο Στάνλεϊ, όμως, είχε φτάσει στην καθαρή «καρδιά του σκότους», στον ποταμό «που καταπίνει όλους τους ποταμούς».

Τυχοδιωκτικός τύπος, ο Στάνλεϊ μετανάστευσε από την Αγγλία στην Αμερική στα 18 του, βρέθηκε να πολεμά... και από τις δύο πλευρές του αμερικανικού εμφυλίου και στη συνέχεια να καλύπτει ως πολεμικός ανταποκριτής τις σφαγές των Ινδιάνων. Ισως λοιπόν να μην είναι τυχαίο ότι κατά την εξερεύνηση του Κονγκό θα χρησιμοποιήσει με χαρακτηριστική ευκολία βίαιες μεθόδους εις βάρος άοπλων ιθαγενών, συχνά γυναικόπαιδων. Αλλά εκείνη την εποχή κάτι τέτοιο απλώς εθεωρείτο δεδομένο και λίγα χρόνια αργότερα η ίδια η βασίλισσα Βικτωρία τον παρασημοφόρησε.

Παραδόξως, οι εκκλήσεις του προς τις βρετανικές αρχές για εκμετάλλευση της Αφρικής δεν έπιασαν τόπο. Υπήρξε όμως κάποιος που «τσίμπησε», διαβάζοντας τα συναρπαστικά ρεπορτάζ και τις εξωτικές ανταποκρίσεις του: ο βασιλιάς του Βελγίου Λεοπόλδος Β΄, ο οποίος είδε αίφνης λαμπρό μέλλον για το Βέλγιο – ένα νεαρό ευρωπαϊκό κράτος που είχε γεννηθεί μόλις το 1830 και αποζητούσε μιαν αποικία.

Ο Λεοπόλδος προσκάλεσε τον Στάνλεϊ στις Βρυξέλλες, επιφυλάσσοντάς του φιλοξενία πλουσιοπάροχη. Οι δύο άνδρες συμφώνησαν σε όλα και ο Στάνλεϊ έγινε ο άνθρωπος του Λεοπόλδου στο στήσιμο της τεράστιας αποικίας από το μηδέν. Πρωτεύουσα της χώρας ορίστηκε η Κινσάσα, η οποία πήρε το όνομα Λεόπολντβιλ και η άλλη, μετέπειτα μεγάλη, εμβληματική πόλη της, το Κισαγκάνι, πήρε το όνομα Στάνλεϊβιλ...

Ουράνιο για τη Χιροσίμα

Το πόσο πλούσια γη ήταν (και παραμένει) το Κονγκό σε μεταλλεύματα ειδικά είναι πλέον ευρύτερα γνωστό. Διόλου συμπτωματικά, το ουράνιο για τις ατομικές βόμβες που ρίχθηκαν στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι προέρχονταν από ένα ορυχείο της περιοχής της Κατάνγκα και ήταν τα αποθέματα χαλκού στην ίδια περιοχή που χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον για την ανοικοδόμηση της Ευρώπης και της Ιαπωνίας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (τα κέρδη της οποίας καρπώθηκε το Βέλγιο).

Εννοείται ότι η πρωτοβουλία του Λεοπόλδου βρήκε μιμητές: μέσα στις επόμενες δεκαετίες, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Βρετανία είδαν αλλιώς την Αφρική και σε μια μεγάλη διάσκεψη στο Βερολίνο το 1885 συμφωνήθηκε ο τεμαχισμός της ηπείρου. Το Κονγκό ειδικότερα ανακηρύχθηκε ελεύθερο κράτος – κατ’ ευφημισμόν, διότι στην πραγματικότητα η αχανής αυτή έκταση δεν ανήκε στο Βέλγιο αλλά αποκλειστικά και μόνον στον ίδιο τον Λεοπόλδο.

Ετσι ξεκίνησε ένας ξέφρενος χορός αίματος, με την εκμετάλλευση των πλούσιων πρώτων υλών της χώρας (ελεφαντόδοντο, καουτσούκ αρχικά, μεταλλεύματα αργότερα) από τον Βέλγο ηγεμόνα. Οι διαταγές που έφταναν στα κατώτερα κλιμάκια των απεσταλμένων αλλά και των ντόπιων φυλάρχων του Βέλγου βασιλιά ήταν σαφείς: οι ιθαγενείς θα έπρεπε να τους προμηθεύουν με τα ανάλογα αποθέματα. Σε περίπτωση αποτυχίας, τους περίμενε σκληρή τιμωρία. Κάπως έτσι, άρχισαν σιγά σιγά να κυκλοφορούν φωτογραφίες με άπειρα κομμένα χέρια και μαρτυρίες ιεραποστόλων για ξεκληρισμένα χωριά, προκαλώντας την οργή και την αγανάκτηση των ανθρωπιστικών συλλόγων της εποχής καθώς και ξένων κυβερνήσεων. Από το 1895 έως το 1905 υπολογίζεται ότι δολοφονήθηκαν συνολικά πάνω από τρία εκατομμύρια ιθαγενείς του Κονγκό.

Στο σημείο αυτό μπαίνει στην ιστορία ένα ακόμη όνομα: αυτό του Αμερικανού συγγραφέα Μαρκ Τουέιν. Στην πολύ πρόσφατη έκδοση «Τυράννων μονόλογοι», περιλαμβάνεται η περίφημη πολεμική του, γεμάτη καυστικό χιούμορ, με τίτλο «Ο μονόλογος του βασιλιά Λεοπόλδου». Κυκλοφόρησε το 1905, σε μια εποχή που επικρατούσε διεθνής κατακραυγή για τις πρακτικές που ακολουθούσε ο Λεοπόλδος στο Κονγκό.
Βεβαίως, μερικά χρόνια πριν από τον Τουέιν, είχε προηγηθεί η έκδοση της νουβέλας «Η καρδιά του σκότους» (1899) του Τζόζεφ Κόνραντ όπου και εκεί γίνεται σαφής αναφορά στις κτηνωδίες που διαπράττονταν στην Κεντρική Αφρική. Ο ίδιος ο Κόνραντ είχε το 1892 προσληφθεί από βελγική εταιρεία για να εργαστεί σε ατμόπλοιο στον ποταμό Κόνγκο και είχε δει από πρώτο χέρι τι συνέβαινε.

Η διεθνής –αλλά και εντός του Βελγίου– κατακραυγή υποχρέωσε τον Λεοπόλδο σε αναδίπλωση: το 1908 το ελεύθερο κράτος του Κονγκό έγινε επίσημα αποικία του Βελγίου με την ονομασία Βελγικό Κονγκό. Οι συνθήκες βελτιώθηκαν αισθητά αλλά πολλές από τις ξένες εθνότητες που δημιούργησαν κοινότητες στο Κονγκό (μεταξύ αυτών μια επί σειρά πολλών δεκαετιών ακμάζουσα ελληνική κοινότητα) θυμούνται ακόμα τη σκληρότητα με την οποία μεταχειρίστηκαν οι Βέλγοι αποικιοκράτες τους Κονγκολέζους (συγκριτικά, πιο ήπιοι ήσαν οι Γάλλοι στο γειτονικό, και κατά πολύ μικρότερο, Γαλλικό Κονγκό).

Με τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ήρθε το κύμα των αντιαποικιακών αγώνων στην αφρικανική ήπειρο. Ετσι, μετά την Γκάνα, το 1957, ακολούθησε πλήθος κρατών της υποσαχάριας Αφρικής το 1960, μεταξύ αυτών και του Κονγκό, στις 30 Ιουνίου. Οι πρώτες ελεύθερες εκλογές έφεραν στην πρωθυπουργία τον πρώην ταχυδρομικό υπάλληλο Πατρίς Λουμούμπα, με πρόεδρο τον Ζοζέφ Καζαβούμπου. Ως αρχηγό του γενικού επιτελείου στρατού ο Λουμούμπα τοποθέτησε τον αξιωματικό Μομπούτου Σέσε-Σέκο.

Η ελπίδα όμως κράτησε ελάχιστα. Πολύ σύντομα η χώρα βυθίστηκε σε αναρχία και χάος, με στάσεις των Κονγκολέζων στρατιωτών, ταραχές, απόσχιση της πλούσιας σε ορυχεία Κατάνγκα, στροφή του Λουμούμπα για βοήθεια προς την ΕΣΣΔ (ίσως το μοιραίο του λάθος), σε αντίθεση με τον Μομπούτου στο πρόσωπο του οποίου Βέλγοι και Αμερικανοί βρήκαν τον ιδανικό συνεργάτη. Τον Ιανουάριο του 1961, ο ίδιος ο Μομπούτου έδωσε τη διαταγή να συλληφθεί ο Λουμούμπα και να ξυλοκοπηθεί δημοσίως. Αργότερα στάλθηκε στην Κατάνγκα όπου ο κυβερνήτης της, Μόιζ Τσόμπε, συντόνισε την εκτέλεσή του. Οπως παραδέχθηκε ένας από τους εκτελεστές του Λουμούμπα, φρόντισε να αφαιρέσει δύο δόντια απ’ το πτώμα του για σουβενίρ...

Τσε Γκεβάρα

Ο Μομπούτου ανέλαβε και επισήμως τη διακυβέρνηση της χώρας το 1965, επιβάλλοντας ένα στυγνό δικτατορικό καθεστώς. Θα παρέμενε στην εξουσία έως το 1997. Σύμφωνα με ειδικούς, αυτά τα τριάντα χρόνια του Μομπούτου (ο οποίος μιμήθηκε και ίσως και να ξεπέρασε σε αγριότητα τις πρακτικές των αποικιοκρατών) ήταν η οριστική καταδίκη του Κονγκό, μιας χώρας με εξαιρετικές υποδομές, οργάνωση και ανθηρή οικονομία την εποχή που ανέλαβε τα ηνία της χώρας και παρά την κοινωνικοποίηση ξένων επιχειρήσεων που ο ίδιος επέβαλε, αρχές της δεκαετίας του ’70. Τότε, πραγματοποίησε τη λεγόμενη «ζαϊροποίηση» και το Κονγκό μετονομάστηκε σε Ζαΐρ. Οταν πάντως εκδιώχθηκε από τη χώρα, από τον Λορέν Καμπιλά, το Ζαΐρ –που μετονομάστηκε πλέον σε Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό– ήταν ήδη χρεοκοπημένο.

Οχι ότι δεν υπήρξαν προσπάθειες ανατροπής του. Κάποιες από αυτές ήταν κάπως αστείες. Παράδειγμα, το 1965 κατέφτασε στο Κονγκό ο Τσε Γκεβάρα, γεμάτος επαναστατικό ζήλο, για να οργανώσει την ανατροπή του Μομπούτου. Τα επαναστατικά όνειρα του Τσε όμως γκρεμίστηκαν με την αποτυχημένη ανατίναξη ενός υδροηλεκτρικού σταθμού. Αηδιασμένος από το «πόσο άχρηστοι ήταν ως επαναστάτες οι Κονγκολέζοι σύντροφοί του», αποσύρθηκε διακριτικά στην Τανζανία και δεν επέστρεψε ποτέ στο Κονγκό.

Εκτός όμως από μια κατεστραμμένη οικονομία, ο Μομπούτου άφησε κληρονομιά και μια κουλτούρα άγριας, αποχαλινωμένης βίας σε ολόκληρη τη χώρα. Σύμφωνα με αναλυτές, το σοβαρότερο σφάλμα του ήταν να συμμαχήσει με τη φυλή Χούτου της Ρουάντας, στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές εκείνης του ’90, θέτοντας έτσι τα θεμέλια για την αιματηρή κρίση που μαστίζει τη χώρα έως σήμερα. Και αυτό διότι με το πέρας της γενοκτονίας στη Ρουάντα (1994), όπου οι Χούτου φόνευσαν περίπου 1,5 εκατομμύριο της φυλής Τούτσι, οι πρώτοι έλαβαν πρόσκληση από τον Μομπούτου να εισέλθουν στο Κονγκό για προστασία.

Ο ερχομός των χιλιάδων Χούτου στο ανατολικό Κονγκό έφερε το τέλος του Μομπούτου, όταν τον ανέτρεψε ο Λορέν Καμπιλά με τη στήριξη των Τούτσι από τη Ρουάντα, καθώς και στρατευμάτων από την Ουγκάντα (ο Μομπούτου κατέφυγε στο Μαρόκο όπου πέθανε από καρκίνο του προστάτη).

Ομως και αυτή η συμμαχία αποδείχθηκε βραχύβια. Για την ακρίβεια, από το 1998 και μετά άρχισε ο ένας να μάχεται τον άλλο. Κάπως έτσι ξεκίνησε ο Μεγάλος Αφρικανικός Πόλεμος, στον οποίο αναμείχθηκαν ακόμα χώρες όπως η Ζιμπάμπουε, το Τσαντ, η Ανγκόλα και η Ναμίμπια, καθώς και χιλιάδες μισθοφόροι από τη Δύση, με τους νεκρούς να ξεπερνούν τα τέσσερα εκατομμύρια ανθρώπους. Πόσοι άραγε γνωρίζουμε στη Δύση γι’ αυτό τον πόλεμο;

Σήμερα, δυστυχώς, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, ένας από τους πιο όμορφους τόπους στον πλανήτη, θεωρείται κάτι σαν «χαμένη υπόθεση», «παγκόσμια πρωτεύουσα των βιασμών» και με την ανεξέλεγκτη, σαδιστική βία λογής λογής ανταρτικών και παραστρατιωτικών ομάδων να κυριαρχεί. Τον Μάρτιο του 2001, ο Λορέν Καμπιλά δολοφονήθηκε από τους σωματοφύλακές του. Οκτώ ημέρες αργότερα τον διαδέχθηκε ο γιος του, Ζοζέφ. Ο τελευταίος κυβερνά έως σήμερα. Υποτίθεται ότι πρέπει να προχωρήσει σε εκλογές. Δεν δείχνει όμως ιδιαίτερα πρόθυμος να κάνει κάτι τέτοιο...
Τι πρέπει να διαβάσετε
• Mark Twain, «Τυράννων μονόλογοι», μτφρ. Νάσος Ταρκαζίνης, σημειώσεις Κατερίνα Σχινά, εκδ. Παπαδόπουλος.
• Τζόζεφ Κόνραντ, «Η καρδιά του σκότους», μτφρ. Γιώργος-Ικαρος Μπαμπασάκης, εκδ. Ερατώ.
• Ρίσαρντ Καπισίνσκι, «Εβενος, το χρώμα της Αφρικής», μτφρ. Ζώγια Μαυροειδή, εκδ. Μεταίχμιο.
• Ρόναν Μπένετ, «Ουδέτερος παρατηρητής», μτφρ. Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδ. Πόλις.
• Μάριο Βάργκας Λιόσα, «Το όνειρο του Κέλτη», μτφρ. Μαργαρίτα Μπονάτσου, εκδ. Καστανιώτη.
• Γιώργος Ρούβαλης, «Congo Cha Cha», εκδ. Απόπειρα.
• Γεώργιος Αντύπας, «Οι Ελληνες του Βελγικού Κονγκό», ιδιωτική έκδοση.
• Ούγκο Κλάους, «Οι φήμες», μτφρ. Γιάννης Ιωαννίδης, εκδ. Καστανιώτη.
• David Van Reybrouck, «Congo. The Epic History of a People», εκδ. Ecco.
• Tim Butcher, «Blood River. The Terrifying Journey Through the World’s Most Dangerous Country», εκδ. Grove Press.
• Thomas Turner, «Congo Wars. Conflict, Myth & Reality», εκδ. Zed Books.
• Adam Hochschild, «King Leopold’s Ghost. A Story of Greed, Terror, and Heroism in Colonial Africa», εκδ. Houghton Mifflin.
• Michela Wrong, «In the Footsteps of Mr. Kurtz», εκδ. Harper Perennial.
• Graham Greene, «A Burnt-Out Case», εκδ. Penguin Classics.


Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2017

Μια ευσύνοπτη περιγραφή του λαϊκισμού

Οι πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων χρόνων έχουν επαναφέρει διεθνώς στο προσκήνιο, με πρωτόγνωρη ένταση, το παλιό πολιτικό φαινόμενο του λαϊκισμού. Οι αυτοαποκαλούμενοι «ηγέτες» που λαϊκίζουν στον υπερθετικό βαθμό πληθαίνουν διεθνώς. Ο λαϊκίστικος λόγος τους μοιράζεται τα ίδια χαρακτηριστικά: διέγερση του συναισθήματος και προσπάθεια αδρανοποίησης της λογικής των πολιτών, δημιουργία ακραίας πόλωσης που οδηγεί σε διχασμό της κοινωνίας, συστηματική καλλιέργεια ψευδοδιλημμάτων, διακήρυξη προγραμμάτων μη πραγματοποιήσιμων. Ο λαϊκίστικος αυτός λόγος αποσκοπεί αποκλειστικά στη με κάθε θυσία κατάληψη της εξουσίας. Τα αποτελέσματα αυτού του σύγχρονου ρεύματος του λαϊκισμού, που λαμβάνει πλέον διαστάσεις ορμητικού χειμάρρου, είναι λίγο πολύ γνωστά. Οι πολίτες όλο και συχνότερα πείθονται και στηρίζουν τους «αυτόκλητους σωτήρες». Οταν οι τελευταίοι, όμως, καλούνται να ασκήσουν εξουσία, αποδεικνύονται πολύ μικρότεροι των περιστάσεων. Ο λαϊκίστικος λόγος τους καταρρέει με κρότο υπό το βάρος των αδυσώπητων προβλημάτων και των τεράστιων ευθυνών. Η κοινωνία καλείται στη συνέχεια να πληρώσει το μεγάλο κόστος της λαϊκίστικης συμπεριφοράς τους ενώ αποσυντίθεται.

Θ. Φορτσάκης 
Καθημερινή