Πού βρίσκονταν, άραγε, οι ρίζες του αδιεξόδου στο οποίο θα κατέληγε ένα καθεστώς το οποίο, αφού πρώτα «διαχειρίστηκε τα όνειρα» εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων (όπως τα «διαχειρίστηκε»), διαλύθηκε στα εξ ων συνετέθη εβδομήντα χρόνια αργότερα; Πολλές ήταν οι εσφαλμένες παραδοχές και εκτιμήσεις που αποτέλεσαν τις βάσεις του τόσο φιλόδοξου και μεγαλεπήβολου αυτού εγχειρήματος. Αν ήθελε κάποιος να σταθεί σε ορισμένες από αυτές, θα μπορούσε να επισημάνει τα εξής: Ηδη, από τα τέλη του 19ου αιώνα το θεωρητικό οικοδόμημα του μαρξισμού είχε αρχίσει να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. Ούτε οι προλετάριοι ήταν πια σε κατάσταση που να μην έχουν να χάσουν «παρά τις αλυσίδες τους», ούτε ο αριθμός τους αυξανόταν με τέτοιο ρυθμό ώστε να αποτελούν τη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού.
Αντιθέτως, ο καπιταλισμός αφενός γεννούσε –και συνεχίζει να γεννά– όλο και πολυπληθέστερα μικροαστικά στρώματα και αφετέρου αποδεικνυόταν ικανός να δίνει στους εργάτες πολύ περισσότερα απ’ ό,τι φανταζόταν ο Μαρξ – άλλωστε, η αυξημένη αγοραστική τους δύναμη ήταν απαραίτητη για την αναπαραγωγή του. Εκεί βρίσκονται οι ρίζες του λεγόμενου ρεφορμισμού, και όχι βέβαια σε κάποια θρυλούμενη «προδοσία» της Σοσιαλδημοκρατίας.
Στη Δυτική Ευρώπη
Επιπλέον, στη Δυτική Ευρώπη, σε αντιδιαστολή με ό,τι συνέβαινε στην τσαρική Ρωσία, υπήρχε βαθιά ριζωμένη και συχνά με αγώνες κατακτημένη παράδοση πολιτικών ελευθεριών, κοινοβουλευτικών θεσμών και δημοκρατικής κουλτούρας, που τόσο το προλεταριάτο όσο και τα απαραίτητα για τις συμμαχίες της εργατικής τάξης στρώματα δεν ήταν διατεθειμένα να απαρνηθούν ή να αποκηρύξουν. Αντιθέτως, επιθυμούσαν να εμπλουτιστούν αυτοί οι θεσμοί και αυτές οι παραδόσεις, αποκτώντας και νέο, κοινωνικό περιεχόμενο. Τέλος, η αντίληψη του Λένιν για το κόμμα και τον ρόλο του έπασχε αφετηριακά. «Η εργατική τάξη από μόνη της δεν μπορεί να υπερβεί το επίπεδο του τρεϊντγιουνιονισμού. Η επαναστατική θεωρία και η σοσιαλιστική συνείδηση έρχονται στο προλεταριάτο απ’ έξω», έγραφε ο Λένιν. Και προσέθετε: «Η οργάνωση των επαναστατών πρέπει να αγκαλιάζει, πριν απ’ όλα και κυρίως, ανθρώπους που έχουν για επάγγελμα την επαναστατική δράση και που θα καθοδηγούν τον επαναστατικό αγώνα του προλεταριάτου. Η οργάνωση αυτή δεν μπορεί παρά να είναι κατ’ ανάγκην όσο το δυνατόν συνωμοτική». Αυτή η στρατιωτική/συνωμοτική αντίληψη του Λένιν δεν προέρχεται προφανώς από τον Μαρξ (ο οποίος, άλλωστε, ελάχιστα πράγματα έγραψε για το κόμμα). Αντιθέτως, είναι γέννημα αφενός του απολυταρχικού καθεστώτος και της απουσίας δημοκρατικών θεσμών και παραδόσεων στην τσαρική Ρωσία, και αφετέρου των απόψεων περί επαναστατικής πρωτοπορίας μιας ακραίας εκδοχής γιακωβινισμού – απόψεων όπως αυτές που χαρακτήριζαν τη δράση του Μπλανκί στη Γαλλία ή των ναροντνίκων τον 19ο αιώνα στη Ρωσία.
Σε τελική ανάλυση, ο μπολσεβικισμός υπήρξε γέννημα της ιδιότυπης όσο και παρά φύσιν σύζευξης ενός ακραίου ντετερμινισμού (η ανθρωπότητα πορεύεται νομοτελειακά προς τον σοσιαλισμό) με έναν ακραίο βολονταρισμό (η δύναμη που θα «σπρώξει» την Ιστορία προς τον νομοτελειακό προορισμό της δεν μπορεί παρά να είναι κάποιοι αποφασισμένοι επαναστάτες, οι οποίοι δρουν στο όνομα και προς το συμφέρον της εργατικής τάξης). Και βέβαια, από τη στιγμή που είχε υιοθετηθεί η αρχή της υποκατάστασης, μέσω διαδοχικών υποκαταστάσεων (της τάξης από το κόμμα, του κόμματος από το πολιτικό γραφείο, του πολιτικού γραφείου από τον γραμματέα) ο δρόμος ήταν ανοιχτός για τον «πατερούλη» Στάλιν και τους επιγόνους του, οι οποίοι, «γνωρίζοντας» ποια είναι τα συμφέροντα των όπου Γης καταπιεσμένων, θα μεριμνούσαν γι’ αυτά, όπως εκείνοι έκριναν.
* Ο κ. Ανδρέας Παππάς είναι επιμελητής εκδόσεων και μεταφραστής. Το 1977 είχε κυκλοφορήσει, από τις εκδόσεις Υποδομή, σε δική του μετάφραση, το βιβλίο του Ε. Η. Carr «Ιστορία της Σοβιετικής Ενωσης, 1917-1923», τόμος 1. Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη, επίσης σε δική του μετάφραση, το βιβλίο του Ε. Η. Carr «Μικρή Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης».