ΤΟ ΑΠΟΛΩΛΟΣ ΠΡΟΒΑΤΟ συλλογή διηγημάτων

Μια απολαυστική συλλογή διηγημάτων, μωσαϊκό μιας 40ετίας.

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2018

Ενας καβγάς... τρομοκρατική επίθεση


ΚΟΣΜΟΣ 03.12.2018

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Στις 24 Νοεμβρίου 2017 ακούστηκαν πυροβολισμοί στην Oxford Street του Λονδίνου. Περαστικοί και καταναλωτές άρχισαν να τρέχουν προσπαθώντας να απομακρυνθούν. Μέσα από το Twitter και το Facebook μεταδόθηκε η είδηση ότι βρίσκεται σε εξέλιξη τρομοκρατική επίθεση στον ομώνυμο σταθμό του μετρό και στο πολυκατάστημα Selfridge’s. Ειδικές δυνάμεις της αστυνομίας εμφανίστηκαν στην περιοχή μέσα σε έξι λεπτά, αλλά διαπιστώθηκε ότι δεν είχε συμβεί τίποτα. Το Λονδίνο δεν δεχόταν τρομοκρατική επίθεση και δεν ακούστηκαν ποτέ πυροβολισμοί. Ομως ο πανικός είχε εξαπλωθεί παντού. Εννέα άνθρωποι τραυματίστηκαν και μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο. Χρειάστηκε πάνω από μισή ώρα για να αποκατασταθεί η ηρεμία. Τι ήταν αυτό που προκάλεσε τόση αναστάτωση;
Πρόκειται για το φαινόμενο που ο Γουίλιαμ Ντέιβις αποκάλεσε «Nervous Statesis» στο ομώνυμο βιβλίο του που κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο (εκδ. Jonathan Cape). Ολα ξεκίνησαν από έναν καβγά μεταξύ δύο μεθυσμένων σε μια ασφυκτικά γεμάτη πλατφόρμα τρένων στον σταθμό του μετρό της Oxford Street. Ανθρωποι που βρίσκονταν κοντά στο συμβάν οπισθοχώρησαν απότομα χτυπώντας άλλους, με αποτέλεσμα να εκδηλωθεί ένα φαινόμενο ντόμινο βεβιασμένων κινήσεων, που «ανέβηκε» στις σκάλες και εξαπλώθηκε μέχρι τα πεζοδρόμια στην επιφάνεια του δρόμου. Ελάχιστοι ήταν οι αυτόπτες μάρτυρες της βίαιης φιλονικίας. Οσοι βρίσκονταν λίγα μέτρα πιο πέρα ερμήνευσαν τις κινήσεις όσων ήθελαν να απομακρυνθούν από την εστία της σύγκρουσης ως σημάδι ότι και οι ίδιοι έπρεπε να τρέξουν για να σωθούν. Προεξόφλησαν ότι αυτή η αναστάτωση δεν μπορούσε παρά να οφείλεται σε τρομοκρατική επίθεση και με τα smartphones που κρατούσαν στα χέρια τους έσπευσαν να «ανεβάσουν» στα social media ότι «άκουσαν πυροβολισμούς».
Οι αιτίες
Το συμβάν δεν είναι μόνο χαρακτηριστικό της συναισθηματικής φόρτισης που επικρατεί στο Λονδίνο, όπου οι πολίτες βρίσκονται σε μόνιμη επαγρύπνηση που αρχίζει να θυμίζει τη ζωή σε εμπόλεμη ζώνη λόγω της μνήμης τρομοκρατικών επιθέσεων που έχουν εκδηλωθεί στο παρελθόν. Οφείλεται ταυτόχρονα στο φαινόμενο της καταγραφής, της μετάδοσης και του σχολιασμού των γεγονότων σε πραγματικό χρόνο που εξασφαλίζουν τα έξυπνα κινητά τηλέφωνα (smartphones) και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (social media). Η μετάδοση των γεγονότων σε πραγματικό χρόνο αναγκάζει τους πολίτες να αντιδράσουν «συναισθηματικά» και υπό συνθήκες πανικού μπορεί να παρασυρθούν σε μια αυθόρμητη παραγωγή ψευδών γεγονότων («πυροβολισμοί») και στη διάδοση ψευδών ειδήσεων («τρομοκρατική επίθεση»). Η επιτάχυνση της ροής πληροφοριών υπογραμμίζεται από τον καθηγητή Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιώργο Αλεβιζόπουλο. «Το άτομο ως μονάδα σε μια κοινωνία που φαίνεται απειλητική, κυρίως λόγω της απροβλεπτότητάς της, αντιδρά με συναισθηματικό τρόπο βασισμένο σε ένα ασαφές ένστικτο. Η ταχύτητα παροχής και εναλλαγής των ερεθισμάτων-πληροφοριών κάνει τα νεότερα δεδομένα που προστίθενται ξένα και δυνάμει απειλητικά για το άτομο. Η ταχύτητα (εισροής νέων δεδομένων) αποτελεί αντιξοότητα ως προς την ορθολογική επεξεργασία τους».

Η διευθύνουσα σύμβουλος της διαφημιστικής εταιρείας Newtons Laboratory Κατερίνα Σάββα επισημαίνει πως ανεξάρτητα από την επιτάχυνση της ροής νέων πληροφοριών, «σε κάθε διαδικασία επιλογής που συμμετέχουμε υπάρχει πάντα ένα συναισθηματικό υπόβαθρο που έχει παίξει καθοριστικό ρόλο. Οι νέες έρευνες στις νευροεπιστήμες έδειξαν ότι τραυματισμοί στο κέντρο του εγκεφάλου που ελέγχει τα συναισθήματα οδηγούν σε καθολική αδυναμία λήψης αποφάσεων. Αυτή η συνειδητοποίηση επηρέασε τον τρόπο οργάνωσης όλων των διαπραγματεύσεων. Οι διαπραγματευτές που εξακολουθούν να οδηγούν μια διαπραγμάτευση σε μια αντιπαραβολή λογικών επιλογών θεωρούνται αδύναμοι και ξεπερασμένοι». Σε αυτή την παρατήρηση συμφωνεί ο αντιπρόεδρος της Ν.Δ., Κωστής Χατζηδάκης. «Αλίμονο στον πολιτικό που πιστεύει ότι κέρδισε τη μάχη επειδή παρουσίασε έναν “τετράγωνο” συλλογισμό. Απευθυνόμαστε σε ανθρώπους που δεν έχουν μόνο μυαλό, αλλά και καρδιά.
Επομένως δίπλα στη λογική χρειάζεται η ευαισθησία. Αυτό ισχύει περισσότερο σε μεσογειακούς λαούς, όπως ο δικός μας».
Πώς έπεσε η Μέρκελ
Το πρόβλημα, βέβαια, είναι ότι όλοι οι λαοί γίνονται σήμερα όλο και περισσότερο «μεσογειακοί». Η Δύση βιώνει την αποδυνάμωση της διάκρισης ανάμεσα στον πόλεμο και στην ειρήνη λόγω των διαρκών εκστρατειών (Αφγανιστάν, Ιράκ, Συρία κ.α.) που προκαλούν μεταναστευτικά κύματα, αλλά και των τρομοκρατικών γεγονότων και των κάθε λογής επιθέσεων μίσους. Η κατάσταση αυτή συνδυάζεται με τη νέα τεχνολογία πρόσληψης της πραγματικότητας σε πραγματικό χρόνο (real time) με αποτέλεσμα για πρώτη φορά στην ιστορία ένας απλός καβγάς να μεγιστοποιηθεί σε μαζική αναστάτωση σε μία από τις μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου, το Λονδίνο. Κάτι παρόμοιο παρατηρήθηκε στη Γερμανία. Ερευνα του βρετανικού Πανεπιστημίου Γουόρικ έδειξε ότι τα εγκλήματα μίσους κατά των προσφύγων στη Γερμανία είναι ευθέως ανάλογα με τη χρήση του Facebook. Στις γερμανικές περιοχές όπου το Facebook έχει περισσότερους χρήστες διαπράττονται περισσότερα εγκλήματα μίσους. Η ταχύτητα της πληροφορίας και του σχολιασμού μέσω του Facebook για τη δολοφονία Γερμανού πολίτη από δύο μετανάστες, έναν Σύρο και έναν Ιρακινό, που έγινε στις 26 Αυγούστου στην ανατολική πόλη Τσέμνιτζ, προκάλεσε κύμα διαδηλώσεων με τη συμμετοχή φιλοναζιστών. Οι διαδηλώσεις ήταν τόσο ογκώδεις ώστε η αστυνομία απέτυχε να τις ελέγξει.
Η αντιμεταναστευτική δυσφορία που συσσωρεύεται τα τελευταία δύο χρόνια στη Γερμανία μετασχηματίστηκε σε μαζική αποδοκιμασία των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας στις κρίσιμες τοπικές εκλογές του φθινοπώρου. Σε αυτό το φαινόμενο οφείλεται εν μέρει η ραγδαία αποδυνάμωση της Αγκελα Μέρκελ και η πρόσφατη ανακοίνωση για την επικείμενη παραίτησή της από την ηγεσία των Χριστιανοδημοκρατών. Η Γερμανίδα καγκελάριος, με την πολιτική ανοιχτών συνόρων του 2016, χαρακτηρίστηκε «σύμβολο παγκοσμιοποίησης» και βρέθηκε σε δυσαρμονία με τους ψηφοφόρους σε μια εποχή που οι λαοί επιστρέφουν στο έθνος-κράτος. Γιατί επιστρέφουν; «Θεωρούμε ότι μια ενιαία παγκόσμια ομάδα δεν εξυπηρετεί την επιβίωση της “δικής μας ομάδας” γιατί την αποσυνθέτει μέσα σε ένα ενιαίο σύνολο», εξηγεί ο κ. Αλεβιζόπουλος. «Η ιδέα της παγκόσμιας ομάδας γίνεται αντιληπτή ως απειλή, γιατί ακυρώνει τις βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις μας για την έννοια της εγγύτητας».
Η κατάρα του Facebook
Σύμφωνα με σειρά από μελέτες των τελευταίων τριών ετών, το κοινωνικό δίκτυο που δεσπόζει παγκοσμίως, το Facebook, λανθασμένα υποδείχθηκε ως μοχλός επέκτασης της παγκοσμιοποίησης, αφού δεν ενώνει, αλλά αντίθετα διασπά και κατακερματίζει την ανθρωπότητα σε αμέτρητες επιμέρους «εγγύτητες». Κατακερματίζει παράλληλα την ίδια την αλήθεια σε αμέτρητες «ισοδύναμες αλήθειες». Υπάρχουν εκατομμύρια ξεχωριστά Facebook που λειτουργούν σαν παράλληλα σύμπαντα με τους δικούς τους νόμους και τις δικές τους αλήθειες χωρίς να έχουν μεταξύ τους καμία επαφή. Η διαβρωτική δύναμη του Facebook οφείλεται στο γεγονός ότι όχι μόνο διαμορφώνει «ασφαλείς χώρους» όπου συγκεντρώνονται και δυναμώνουν συλλογικότητες μίσους και παραλογισμού, αλλά ότι αυτές οι συλλογικότητες του παραλόγου μπορούν να ενεργοποιήσουν την εκδήλωση γεγονότων που δεν θα συνέβαιναν ποτέ εάν δεν υπήρχε το Facebook.
Μέσα από τον μηχανισμό θετικής ανατροφοδότησης του Facebook (το κουμπί «μου αρέσει») τα μέλη μιας ομάδας, που υπό άλλες συνθήκες θα παρέμεναν σιωπηλά και στο περιθώριο, επικυρώνουν το ένα τις πεποιθήσεις του άλλου με αποτέλεσμα οι πεποιθήσεις αυτές να αποκτούν ισχύ και κύρος αντίστοιχο της αλήθειας – ακόμα και αν πρόκειται για ακραίες θεωρίες συνωμοσίας. Στη συνέχεια επενεργούν στην πραγματικότητα και τη μεταβάλλουν ριζικά. Με άλλα λόγια, το Facebook απέδειξε ότι υπήρχε ένα ανεξάντλητο απόθεμα μίσους, πρωτογονισμού και παραλογισμού στην ανθρωπότητα. Αυτό το σκοτεινό δυναμικό δεν εκφραζόταν γιατί είχε τεθεί σε καραντίνα από τον σύγχρονο μηχανισμό κατασκευής και επιβολής της αλήθειας, που είναι η επιστημονική σκέψη, η οποία διαδέχθηκε τη θρησκεία και τη μαγεία. Το Facebook έδωσε τη δυνατότητα στις μάζες να σπάσουν τις αλυσίδες της επιστήμης.
Εμβόλια και χρέος
Παραδείγματα; Απειρα. Οι γελοίες δοξασίες κατά των εμβολίων έχουν εξελιχθεί σε «αντιεμβολιαστικό κίνημα», που απειλεί τη δημόσια υγεία σε πολλές χώρες του κόσμου. Οι άλλοτε περιθωριακές φαντασιώσεις περί «διαγραφής του χρέους» και η παράκρουση περί «ανθρωπιστικής κρίσης» άρχισαν να υιοθετούνται από μια κρίσιμη μάζα πολιτών, με αποτέλεσμα να κοντέψουν να οδηγήσουν την Ελλάδα σε εθνική καταστροφή και σε πραγματική ανθρωπιστική κρίση.
Η κρίση εθνικισμού που ξεκίνησε από περιθωριακές ομάδες της Δεξιάς και της Ακροδεξιάς στη Μ. Βρετανία κατέληξε στο δημοψήφισμα υπέρ του Brexit. Οι μέχρι πρότινος αστείες «συναισθηματικές» πεποιθήσεις (που υποδαύλιζαν έντεχνα οι εταιρείες πετρελαίου) ότι η κλιματική αλλαγή δεν έχει σχέση με την ανθρώπινη δραστηριότητα αναβαθμίστηκαν σε «έγκυρη αλήθεια» ισοδύναμη με την αλήθεια που εκπορεύεται από επιστημονικά δεδομένα. Αυτό συνέβαλε στην εκλογή στην προεδρία των ΗΠΑ ενός από τους αρνητές της κλιματικής αλλαγής (του Ντόναλντ Τραμπ) ο οποίος με τη σειρά του αρνείται να πάρει έκτακτα μέτρα για την αντιμετώπιση της μεγαλύτερης υπαρξιακής απειλής για την ανθρωπότητα.
Οι ομάδες διάδοσης εναλλακτικών αληθειών και οι ευθύνες της επιστήμης
Ζούμε μια συνολική κρίση της λογικής. Αυτό δεν είναι μόνο έργο των social media. Η ίδια η επιστήμη ευθύνεται εξίσου γι’ αυτό. Για παράδειγμα, το ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν) είναι ανεπαρκές για να ορίσει την οικονομική ανάπτυξη σε μια εποχή έκρηξης της ανισότητας, αλλά παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ως το «απόλυτο μέτρο» ευημερίας. Οπως τόνισε χαρακτηριστικά ο συχνά αιρετικός επικεφαλής οικονομολόγος της Τράπεζας της Αγγλίας Αντι Χαλντέιν, αν το 10% του εθνικού εισοδήματος που κατέχει το 1% του πληθυσμού αυξηθεί μέσα σε ένα χρόνο κατά 50% και το υπόλοιπο 90% του εθνικού εισοδήματος που κατέχει το 99% του πληθυσμού δεν αυξηθεί καθόλου τότε οι πολιτικοί θα πανηγυρίζουν ότι η χώρα πέτυχε «ισχυρή ανάπτυξη 5% του ΑΕΠ», ενώ την ίδια στιγμή το 99% δεν θα έχει βιώσει καμία οικονομική πρόοδο. Δεν είναι τυχαίο ότι το Brexit ψηφίστηκε περισσότερο σε θύλακες της Βρετανίας όπου ίσχυε ακριβώς το παραπάνω φαινόμενο. Συμπέρασμα;
Καθώς η πραγματικότητα γίνεται ολοένα και πιο σύνθετη, τα επιστημονικά εργαλεία τους χθες δεν επαρκούν για τη ρεαλιστική αποκωδικοποίησή της και γι’ αυτό επικρατούν μοντέλα ερμηνείας τα οποία στηρίζονται στην ενεργοποίηση του συναισθήματος. Οι θεωρητικοί θεμελιωτές των σύγχρονων κρατών, όπως ο φιλόσοφος του 17ου αιώνα Τόμας Χομπς, επέμεναν ότι χωρίς τον διαχωρισμό του συναισθήματος από τη λογική, οι κοινωνίες κινδυνεύουν να αναλωθούν σε εσωτερικές συγκρούσεις. Οι ειδικοί σε κάθε κλάδο αναγνωρίστηκαν ως φρουροί και εγγυητές της λογικής έτσι ώστε άνθρωποι που δεν έχουν τίποτα κοινό μεταξύ τους να συμφωνούν και να υπακούν σε έναν στοιχειώδη κώδικα συνύπαρξης. Οταν όμως οι οικονομολόγοι και οι πολιτικοί επιμένουν ότι ευημερεί μια κοινωνία που συμπιέζεται οικονομικά, τότε οι πολίτες αποδεσμεύονται από το άρρητο συμβόλαιο να πειθαρχούν στον ορθό λόγο και αρχίζουν να συνασπίζονται μέσα από τα social media σε ομάδες παραγωγής εναλλακτικών αληθειών. Κάτι παρόμοιο συνέβη τη δεκαετία του ’30, όταν οι ναζί αποδοκίμαζαν την «εβραϊκή επιστήμη», δηλαδή τη φυσική του Αϊνστάιν και την ψυχανάλυση του Φρόιντ. Σήμερα φθάσαμε στο σημείο που η λογική δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αν δεν κατορθώσει να κινητοποιήσει τις κοινωνίες «συναισθηματικά». Ο ψύχραιμος και αποστασιοποιημένος γιατρός που μιλάει για τα εμβόλια θεωρείται αλαζονικός και μέλος των ελίτ. Είναι αναγκασμένος «να δείξει συναίσθημα» για να ξαναγίνει αποδεκτός και να πείσει τους δύσπιστους ότι πρέπει να εμβολιαστούν. Το συναίσθημα και η λογική ενώνονται, πλέον, σε ένα ρευστό και ενιαίο συνεχές που καθορίζει τις σύγχρονες δημοκρατίες και την ίδια τη ζωή μας. Κάπως έτσι τρέχουμε για να διασωθούμε από απειλές που δεν υπήρχαν μέχρι εμείς οι ίδιοι να τις επινοήσουμε.
Έντυπη


Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2018

«Το όνομά μας είναι η ψυχή μας»


Αρχή φόρμας
Τέλος φόρμας


ΤΡΙΤΗ, 30 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2018 00:00

Κατασκευάζοντας το έθνος

Του Σωτήρη Βανδώρου

Σημαία!... Να, ελληνική σημαία!... Κι άλλη σημαία!Επί τρεις-τεσσερις μέρες μας είχε «τρελάνει». Είτε από το μπαλκόνι να ψάχνει στις απέναντι πολυκατοικίες, είτε σε διαδρομές με το αυτοκίνητο να κοιτά αριστερά και δεξιά, όπου στεκόμασταν κι όπου βρισκόμασταν, διαρκώς επιχειρούσε να εντοπίσει σημαίες και σημαιάκια. Και μόλις έβρισκε μία έσκαγε το χαμόγελο κι έμπηγε τη φωνή: «Σημαία!» Ήταν πριν μερικά χρόνια, λίγο πριν από την 25η Μαρτίου, όταν ο τότε 2,5 ετών γιος μου κατασκεύασε με τα άλλα παιδάκια στον παιδικό σταθμό ελληνικές σημαίες από χαρτόνι, ως ταιριαστή στο κλίμα των ημερών χειροτεχνία. Ενθουσιασμός!
Αυτή η εμπειρία ήταν πολύ διδακτική για… εμένα. Διότι κατανόησα με τον πιο παραστατικό τρόπο αυτό που ο Ernest Gellner λέει για την εποχή των εθνικισμών· δηλαδή ότι οι άνθρωποι δεν διαμορφώνονται πλέον στη μητρική αγκαλιά, αλλά στα νηπιαγωγεία (Έθνη και Εθνικισμός). Μικρή διόρθωση: ακόμη νωρίτερα! Προφανώς, σε τόσο μικρή ηλικία το παιδί δεν μπορεί να αντιληφθεί τι ακριβώς συμβολίζει η σημαία, δεν μπορεί να γνωρίζει τι είναι έθνος, δεν μπορεί να δείξει την Ελλάδα στο χάρτη. Αυτό όμως καμία σημασία δεν έχει. Γιατί το ουσιώδες είναι ότι κατασκευάζεται μια ταυτότητα. Και στο μηχανισμό αυτής της διαδικασίας κατασκευής η γνωστική διάσταση παίζει δευτερεύοντα ρόλο. Αποφασιστική είναι η ψυχική σύνδεση με αυτό το «κάτι» με το οποίο ταυτιζόμαστε.
Από ψυχαναλυτική άποψη, αυτό θα πει ότι τα άτομα συγκροτούνται ως υποκείμενα με την εισαγωγή τους στη συμβολική τάξη και με την επενέργεια ενός κύριου σημαίνοντος, το οποίο ως δομή ιεραρχεί, οργανώνει και καθηλώνει τα υπόλοιπα σημαίνοντα, παράγοντας έτσι νόημα και σημασία. Εν προκειμένω, το κύριο σημαίνον του έθνους παίζει αυτόν τον ρόλο και επιτρέπει στο νήπιο να αποκτήσει μια ταυτότητα, βάσει της οποίας θα τοποθετηθεί στον κόσμο και θα δομήσει τον ψυχισμό του. Είναι εξίσου σημαντικό ότι τα ίχνη αυτού του μηχανισμού εξαφανίζονται από τη μνήμη του υποκειμένου μέσω της λήθης και της απώθησης, έτσι ώστε εκ των υστέρων να θεωρεί πως αυτά τα στοιχεία ήταν ανέκαθεν παρόντα (Ν. Δεμερτζής, Ο λόγος του εθνικισμού).
Το νήπιο, ή ακόμη και το βρέφος, επενδύει συναισθηματικά στη σημαία, στον εθνικό ύμνο, σε πλείστες εκδοχές της εθνικότητας, κατά τρόπο ασυνείδητο, εξ αυτού όμως και καθοριστικό. Διότι, χωρίς να είναι σε θέση να επεξεργαστεί λογικά το νόημα των μηνυμάτων στα οποία εκτίθεται μέσω αυτών των δράσεων, αναπτύσσει έναν ισχυρό δεσμό προς το έθνος, ο οποίος εκλαμβάνεται ως δεδομένος και φυσικός. Επομένως, ήδη έχει συντελεστεί μια αποφασιστική εθνικιστική προπαρασκευή πριν ακόμη ξεκινήσει η τυπική εκπαίδευση, οπότε ο μελλοντικός μαθητής έχει ήδη καταστεί υποδεκτικός σε περιεχόμενα εθνικής παιδείας, κατεξοχήν σε μαθήματα Ιστορίας και γλώσσας.
Πράγματι, ήταν πλέον στην Α’ Δημοτικού, και πάλι παραμονές εθνικής εορτής, όταν αυτή τη φορά ο γιος ανέμιζε το ξίφος (που υποτίθεται κρατούσε) εναντίον των φανταστικών Τούρκων με τις ανάλογες ιαχές. Τον ρώτησα, λοιπόν, τι θα έκανε εάν τυχόν στην παιδική χαρά συναντούσε κάποιο Τουρκάκι. «Μπουνιά και κλωτσιά!» με κεραυνοβόλησε. Ως υπεύθυνος πατέρας και καλός πατριώτης τον επιδοκίμασα: «Μπράβο! Έτσι, σε θέλω γενναίο μου αγόρι!». Ψέματα. Του εξήγησα γιατί αυτή η στάση ήταν προβληματική. Ωστόσο, μπορούμε να υποθέσουμε ότι σε ανάλογη περίσταση κάποιοι άλλοι πατεράδες θα ενθάρρυναν μια τέτοια συμπεριφορά. Και δεν πρέπει καθόλου να υποτιμηθεί ότι, τουλάχιστον στις μικρές ηλικίες, η επενέργεια της πατρικής αυθεντίας (ιδίως όταν κατευθύνεται προς αγόρι) μπορεί να έχει διαμορφωτικά αποτελέσματα. Με άλλα λόγια, εδώ θα μπορούσαμε να έχουμε τη δημιουργία ενός μικρού (και κατόπιν, ίσως, μεγάλου) νταή που δε σηκώνει μύγα (στο εθνικό) σπαθί του.
Όμως εδώ πρέπει να κάνουμε ορισμένες διευκρινίσεις. Κατά πρώτον, προς αποφυγή παρεξήγησης, όταν μιλάμε για κατασκευή της ταυτότητας δεν εννοούμε κάτι το ψευδές, απατηλό ή δόλιο. Πρόκειται για την καθιερωμένη στις κοινωνικές επιστήμες έννοια με την οποία δηλώνεται ότι η (κάθε) ταυτότητα δεν είναι «φυσική» ή «αντικειμενική», αλλά προκύπτει μέσω κοινωνικών πρακτικών και διαδικασιών με τη συνδρομή ψυχολογικών μηχανισμών. Το ίδιο ισχύει και για τις εθνικές ταυτότητες. Αντίθετα προς την εθνικιστική ιδεολογία, η οποία ισχυρίζεται ακριβώς το αντίθετο, το (κάθε) έθνος κατασκευάστηκε από αυτή την ίδια. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για αυθύπαρκτη ή προαιώνια οντότητα. Αυτό, από την άλλη, δεν σημαίνει ότι συνιστά εντελώς αυθαίρετη κατασκευή και πάντως όχι κατασκευή ex nihilo. Η εθνικιστική ιδεολογία αξιοποιεί το παρελθόν ως πρώτη ύλη προκειμένου να το ανασημασιοδοτήσει επιλεκτικά, να ενοποιήσει και να κάνει γραμμικό τον ιστορικό χρόνο, και να δώσει ενιαία κατεύθυνση και προοπτική στην εθνική αφήγηση (ιστορία), η οποία περιλαμβάνει στιγμές μεγαλείου, αλλά και παρακμής, ηρωικές και τραυματικές εμπειρίες, το λίκνο και το πεπρωμένο του έθνους (B. Anderson, Φαντασιακές κοινότητες). Αυτή, ωστόσο, η αφήγηση αυτοσυστήνεται ως αυτονόητη κι ακαταμάχητη.
Η δεύτερη παρατήρηση που οφείλουμε να κάνουμε είναι ότι τα περιεχόμενα της εθνικής αφήγησης, τα «υλικά» από τα οποία απαρτίζεται και, κυρίως, η διάταξη και η δοσολογία τους διαφέρουν από περίπτωση σε περίπτωση. Έτσι, ενώ π.χ. δεν υπάρχει έθνος που να μην αισθάνεται υπερηφάνεια για την ιστορία του, δεν αντιμετωπίζουν όλα τα έθνη την ιστορία τους ως εξαιρετικά σημαντική για την ταυτότητά τους, όπως το ελληνικό. Για παράδειγμα, στην αμερικανική περίπτωση αυτό που τονίζεται είναι το πνεύμα καινοτομίας και δημιουργικότητας που καθιστά σημείο αναφοράς το μέλλον και όχι το παρελθόν. Ξέρω, θα αντιτείνετε πως αυτό συμβαίνει για αντικειμενικούς λόγους, αφού οι Αμερικανοί δεν διαθέτουν τη δική μας μακραίωνη ιστορία κτλ. Δεν πρόκειται όμως περί αυτού.
Εν πάση περιπτώσει, η διένεξη με την πΓΔΜ για την ονομασία της σχετίζεται (και) με τα περιεχόμενα που προσλαμβάνει ο ελληνικός εθνικισμός. Εάν η Μακεδονία και ο Μέγας Αλέξανδρος εντάσσονται ως απαραμείωτη και διακεκριμένη αναφορά στην τιμημένη εθνική ιστορία, εάν αυτή η εθνική ιστορία (υποτίθεται ότι) έχει τρόπον τινά καταχωρημένα αποκλειστικά «πνευματικά δικαιώματα» επί τούτων, εάν επιπλέον η ιστορία, ιδίως δε η ένδοξη αρχαιότητα, αναβιβάζεται σε κριτήριο υπεροχής του ελληνικού έθνους, τότε… Τότε, τι; Εδώ ακριβώς υπάρχει μια εγγενής απροσδιοριστία στο πώς μπορεί να τοποθετηθεί και να αντιδράσει το κάθε μέλος του έθνους σε αυτά τα συμφραζόμενα. Κι αυτό διότι δεν αφομοιώνουν και δεν επεξεργάζονται οι πάντες με τον ίδιο τρόπο τη μετάδοση της εθνικιστικής ιδεολογίας. Ας πούμε, ορισμένοι που ανησυχούσαν τη δεκαετία του ’90 στην προοπτική αναγνώρισης με το όνομα Μακεδονία (σκέτο ή ως μέρος σύνθετης ονομασίας) της ακατανόμαστης χώρας του βορρά, εικοσιπέντε και πλέον χρόνια μετά κάνουν ορισμένες διαπιστώσεις: ότι το «όχημα» του ονόματος (όπως λεγόταν τότε) δεν οδήγησε σε εδαφικές διεκδικήσεις σε βάρος της Ελλάδας και κανένα σχέδιο μεγάλων δυνάμεων σε βάρος μας δεν τέθηκε σε εφαρμογή. Είναι οι Έλληνες Μακεδόνες που πρώτοι μπορούν να βεβαιώσουν ότι οι «γυφτοσκοπιανοί», όπως τους αποκαλούσαμε τότε (προφανώς λόγω των πολιτισμικών μας περγαμηνών), δεν έχουν κέρατα και ουρά. Όταν πάνε στην πΓΔΜ για ψώνια, για τουρισμό, για να φτιάξουν τα δόντια τους ή ακόμη και για να βάλουν βενζίνη συναντούν κανονικούς ανθρώπους. Και γνωρίζουν ότι η μεγαλύτερη απειλή από δαύτους είναι μήπως έχουν καπαρώσει κάποιο δίκλινο σε θέρετρο της Χαλκιδικής στην peak season.
Υπάρχει, ωστόσο, και ο λαός των σημερινών συλλαλητηρίων ο οποίος δεν διανοείται να συγκατατεθούμε σε οποιαδήποτε «παραχώρηση» επί του ονόματος. Απέναντί του ορθολογικά επιχειρήματα είναι μάλλον μάταια. Είναι δε πιθανότερο όσο πιο πειστικά παρουσιάζονται τόσο μεγαλύτερη αντίδραση να προκαλέσουν. Διότι σε αυτή την περίπτωση το όνομα έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά φετίχ: «Το όνομα μας είναι η ψυχή μας» (και αντιστρόφως: η ψυχή μας είναι το όνομά μας), όπως ήταν ο τίτλος και η κατάληξη της περιβόητης ανοικτής επιστολής του 1992 που απευθυνόταν προς τους ηγέτες της τότε ΕΟΚ (η οποία έφερε μεταξύ άλλων «βαριών» υπογραφών, αυτές του Οδυσσέα Ελύτη και της Μελίνας Μερκούρη).
Ορισμένοι απορούν. «Μα, καλά, όλοι αυτοί δεν αντιδρούν για τα μνημόνια που θίγουν τα υλικά τους συμφέροντα και κάνουν έτσι για ένα όνομα;» Ναι, είναι η απάντηση. Γιατί με τα συμφέροντά μας, όσο σημαντικά κι αν είναι, έχουμε μια εξωτερική σχέση. Ενώ εάν η λέξη –ναι, μια λέξη– είναι χαραγμένη «εντός» μας, δηλαδή την εντοπίζουμε σε ένα βαθύτερο στρώμα της ύπαρξής μας, εάν έχει να κάνει όχι με το τι επιδιώκουμε αλλά με το ποιοι είμαστε, τότε η μετατόπισή της, η αλλαγή χρήσης της, η «οικειοποίησή» της από τρίτους κλονίζει και αποσταθεροποιεί ολόκληρο το είναι μας. Να το πούμε αλλιώς: το πατρικό μας μπορούμε να το πουλήσουμε, την ψυχή μας ποτέ. Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι ότι πολλοί συμπολίτες μας νιώθουν και τώρα αυτόν τον οίστρο που τους κάνει να ανεμίζουν ξανά το σπαθί της παιδικής τους ηλικίας. Mπροστά σ’ αυτό το φοβερό θέαμα βλέπουμε άλλους πολιτικούς να λακίζουν υπό το φόβο του πολιτικού κόστους και άλλους να δικαιώνουν τον αφορισμό ότι ο εθνικισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο κάθε απατεώνα. Κι αναρωτιέμαι αν απομένει στους υπόλοιπους από εμάς κάτι άλλο από το να σηκώνουμε απλώς τα (άδεια) χέρια ψηλά.
* Ο ΣΩΤΗΡΗΣ ΒΑΝΔΩΡΟΣ είναι λέκτορας Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου


Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2018

Στο έλεος των αμετανόητων


ΣΤΑΘΗΣ Ν. ΚΑΛΥΒΑΣ*

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 23.09.2018
«Υ​​​​πάρχουν πολλοί δρόμοι για τον σοσιαλισμό», παρατηρεί πρόσφατα ο Παύλος Παπαδόπουλος, και προσθέτει με τον χαρακτηριστικά προκλητικό του τρόπο «πως η κυβέρνηση των κομμουνιστών καθοδηγεί συνειδητά την Ελλάδα σε έναν από αυτούς». Oμως, τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά των κομμουνιστικών χωρών ήταν ο κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας, η κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και ο πολιτικός αυταρχισμός. Τίποτε από αυτά δεν ισχύει και δύσκολα μπορεί να υποστηρίξει κανείς πως έχουμε πάρει τέτοιο δρόμο.
Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η παρατήρηση αυτή είναι άτοπη. Ο Παπαδόπουλος παραπέμπει στον Νίκο Αλιβιζάτο, ο οποίος πρόσφατα σημείωσε πως η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα της Δυτικής Ευρώπης όπου για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η συντριπτική πλειονότητα των μελών του υπουργικού συμβουλίου έχουν κομμουνιστική προέλευση. Από τα 90 μέλη του υπουργικού συμβουλίου από το 2015 έως σήμερα, 50 προέρχονται από το ΚΚΕ, το ΚΚΕ Εσωτερικού και την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, ενώ 22 από τους υπολοίπους (νεότεροι και πασοκογενείς) έχουν παρεμφερείς καταβολές. Οι αριθμοί αυτοί ξαφνιάζουν, αν και δεν θα έπρεπε, αφού είναι γνωστό πως ένα πολύ σημαντικό ποσοστό των ανθρώπων που συγκρότησαν την ελίτ της χώρας μετά τη Μεταπολίτευση διαπαιδαγωγήθηκε μέσα στις διάφορες κομμουνιστικές νεολαίες. Εδώ προκύπτουν δύο ερωτήματα.
Το πρώτο: Πόσο κομμουνιστές είναι οι πρώην κομμουνιστές; Η πλειονότητα άφησε την εμπειρία αυτή πίσω της όπως ξεπερνάμε τις παιδικές ασθένειες – συναντά μάλιστα κάποιος αρκετούς ακόμη και στη Ν.Δ.! Κάποιοι όμως, και ανάμεσά τους εκείνοι που κυριαρχούν στα υπουργικά συμβούλια του ΣΥΡΙΖΑ, είναι «αμετανόητοι» με την έννοια πως δεν την ξεπέρασαν, κάνοντας την προσωπική τους αυτοκριτική. Oπως δείχνει ο λόγος τους, π.χ., σε συμβολικά ζητήματα στο Ευρωκοινοβούλιο, πιστεύουν ακόμη πως λίγο-πολύ ο κομμουνισμός βρίσκεται στη σωστή πλευρά της Ιστορίας. Προφανώς δεν αυτοσυστήνονται ως κομμουνιστές, αφού μετά την εμπειρία του υπαρκτού σοσιαλισμού η έννοια αυτή είναι τόσο απαξιωμένη, που μόνο λίγοι φανατικοί τη διεκδικούν ανοιχτά. Διέπονται όμως από ένα βαθύτερο ιδεολογικό ένστικτο, από το οποίο πηγάζουν η απέχθεια για αριστεία, η έλξη της κοινωνικής ισοπέδωσης, η αποστροφή προς την οικονομική ελευθερία, η ροπή προς τον αυταρχισμό και η επιθυμία για τον έλεγχο της κοινωνίας.
Εδώ προκύπτει το δεύτερο ερώτημα που θέτει και ο ίδιος ο Παπαδόπουλος: «Και τι σημασία έχουν όλα αυτά όταν ο Τσίπρας συμμορφώθηκε με την Ευρώπη;». Την απάντηση μας δίνει έμμεσα ο Αριστείδης Μπαλτάς, ο κατεξοχήν ιδεολογικός γκουρού του ΣΥΡΙΖΑ. Μιλώντας στην παρουσίαση του βιβλίου του («Ονόματα του Κομμουνισμού») σε μια αίθουσα γεμάτη υπουργούς και κυβερνητικά στελέχη (μαζί και ο πρωθυπουργός), χαρακτήρισε την κυβερνητική πρακτική του ΣΥΡΙΖΑ ως «μεταμφίεση», κάτω από την οποία υποτίθεται πως κρύβεται (ή θα έπρεπε να κρύβεται) η αληθινή του ιδεολογία και στόχοι.
«Γραφικότητες» θα σκεφτούν οι περισσότεροι. «Να μια άλλη θλιβερή απόπειρα συμβιβασμού της παλιάς φλόγας του νεανικού ρομαντισμού με την πεζή πραγματικότητα του καθημερινού οπορτουνισμού». Αυτό εν μέρει ισχύει – πρόκειται για το κλασικό σύνδρομο της απόπειρας συμβιβασμού δύο αντιφατικών ροπών. Oμως, παρά τον εξευτελιστικό συμβιβασμό του 2015, που τους ανάγκασε να εφαρμόσουν «νεοφιλελεύθερες» πολιτικές σε κάποιους τομείς και μια απογοητευτική διαχείριση της εξουσίας που τους ανέδειξε σε μικροπρεπείς και ενίοτε αποκρουστικούς πολιτικάντηδες, οι άνθρωποι αυτοί εξακολουθούν να γραπώνονται από τα ψήγματα μιας ιδεολογίας που εντέλει διαμόρφωσε καθοριστικά την προσωπική τους ταυτότητα.
Αυτό είναι επικίνδυνο. Oχι επειδή κάποια στιγμή ο κομμουνισμός θα ξεπροβάλλει μπροστά μας μέσα από τον ΣΥΡΙΖΑ, όπως ο κακός λύκος στην Κοκκινοσκουφίτσα, αλλά γιατί ακόμη και ευνουχισμένα τα ιδεολογικά του αντανακλαστικά θα τον οδηγούν αναπόφευκτα, όπως άλλωστε διαπιστώνουμε καθημερινά, σε πολιτικές που εγγυώνται τη μακροπρόθεσμη μιζέρια, το τέλμα και την παρακμή της χώρας.
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.


Η χοληστερίνη της δημοκρατίας


ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ*

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 23.09.2018 ΕΦΗΜ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:IΔEEΣ
Η ​δημοκρατία παράγει δημαγωγούς όπως το σώμα χοληστερίνη – είναι αναπόφευκτο. Υπάρχει εξήγηση. Σε συνθήκες ομαλότητας, η δημοκρατία είναι το πολίτευμα στο οποίο ο ψηφοφόρος ελπίζει ότι, με την ψήφο του, θα συμβάλει να γίνουν τα πράγματα καλύτερα – και για τον εαυτό του και για τη χώρα. Δίχως την προοπτική της ελπίδας, η ψήφος δεν έχει νόημα. Οι δημαγωγοί εκμεταλλεύονται την ελπίδα – πουλάνε ελπίδα. Ανταποκρίνονται στην επιθυμία του ψηφοφόρου για ένα καλύτερο αύριο.
Οταν ο Καραμανλής το 2009 μιλούσε για «πάγωμα» των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων (το λιγότερο που μπορούσε να κάνει μετά τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό που προκάλεσε), ο Παπανδρέου υποσχόταν αυτάρεσκα «λεφτά υπάρχουν». Οταν ο Παπανδρέου εφάρμοζε τη μνημονιακή λιτότητα, ο Σαμαράς βροντοφώναζε «θα επαναδιαπραγματευθούμε τους όρους του μνημονίου». Οταν ο Σαμαράς εφάρμοζε το δεύτερο μνημόνιο, ο Τσίπρας ωρυόταν «θα σκίσω τα μνημόνια». Οσο ο Τσίπρας υλοποιούσε το τρίτο μνημόνιο, ο Μητσοτάκης υποσχόταν «θα επαναδιαπραγματευθώ τα πρωτογενή πλεονάσματα». Στη μεταμνημονιακή πολιτική αγορά δε, όλοι κάνουν προσφορές!
Συμπέρασμα: στη δημοκρατία, σε συνθήκες πόλωσης, ανέχειας και μειωμένης αίσθησης αξιακών-θεσμικών περιορισμών όπως η ελληνική, υπάρχουν ισχυρά κίνητρα υπερθεματισμού – να υπερκεράσεις τον αντίπαλό σου προσφέροντας περισσότερη ελπίδα. Ο πλειοδότης κερδίζει.
Οι δημαγωγοί
Γιατί «άγεται» ο «δήμος» από τους δημαγωγούς; Διάφοροι λόγοι:
Πρώτον, η ελπίδα είναι μια επιταγή που θα εξοφληθεί αργότερα – έχει δυνητική αξία. Καλύτερα να πιστέψω μια υπόσχεση που ίσως υλοποιηθεί στο μέλλον, παρά να διαιωνίσω ένα παρόν που βιώνω ή κρίνω ως ανεπιθύμητο.
Δεύτερον, οι ψηφοφόροι πάσχουν από πολιτική άγνοια και περιορισμένο πολιτικό ορθολογισμό. Τα θέματα της σύγχρονης διακυβέρνησης είναι πολλά και σύνθετα. Οι πολίτες συχνά αγνοούν βασικές πληροφορίες και γεγονότα, ενώ δεν είναι ενημερωμένοι για το υπόβαθρο επιμέρους πεδίων αποφάσεων. Οκτώ στους δέκα Ελληνες αγρότες πιστεύουν ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στην Ε.Ε. ωφέλησε περισσότερο την Ε.Ε. παρά την Ελλάδα! Ερευνες δείχνουν ότι οι ψηφοφόροι αξιολογούν την πολιτική ενημέρωση όπως οι φίλαθλοι αποτιμούν τις πληροφορίες για την ομάδα τους: μεροληπτικά. Η άγνοια και η μεροληψία των ψηφοφόρων είναι πρώτη ύλη για τους δημαγωγούς.
Τρίτον, ο δημαγωγός επιτελεί ένα γνωστικό έργο για τον ψηφοφόρο: απλοποιεί σύνθετα θέματα και προτείνει εύπεπτες λύσεις. Δημιουργεί στον πολίτη την ψευδαίσθηση της γνώσης. Σύνθετα φαινόμενα ερμηνεύονται με μονοαιτιακές εξηγήσεις. Απεχθάνεσαι τη λιτότητα; Να καταργηθεί το μνημόνιο. Θέλεις να έχουν δουλειές οι νέοι μας;
Εξω οι μετανάστες. Πιστεύεις στην εθνική κυριαρχία; Οχι στην Ε.Ε. Τόσο απλά!
Τέταρτον, οι δημαγωγοί δεν έχουν αναστολές να ψεύδονται, να καλλιεργούν την εχθροπάθεια, να θυματοποιούν τον «δήμο» και να εξάπτουν τον φόβο. Ο Θουκυδίδης και ο Αριστοφάνης περιγράφουν τον Κλέωνα ως έναν τραχύ, φιλοκατήγορο και αδίστακτο λαοπλάνο, ο οποίος, κινητοποιώντας τα πιο ταπεινά ένστικτα των συμπολιτών του, εκχυδάισε τον πολιτικό λόγο της αρχαίας Αθήνας. Ο δημαγωγός θριαμβεύει όταν καταφέρνει να μετακινήσει τον δημόσιο διάλογο στο γήπεδό του – στην επικράτεια του ακατέργαστου αρνητικού συναισθήματος.
Ο δημαγωγικός λόγος πουλάει ελπίδα για το μέλλον αλλά θεμελιώνεται σε νοσταλγικά χρωματισμένες φαντασιώσεις για το παρελθόν. Η πραγματικότητα προσεγγίζεται με βάση όχι ένα όραμα ρεαλιστικής προοπτικής, αλλά την ανακατασκευή εθνικών μύθων. Οσο πιο χαρισματικός είναι ο δημαγωγός, τόσο μεγαλύτερη προσοχή προσελκύει, ιδιαίτερα σε συνθήκες επικοινωνιακής αφθονίας και αμεσότητας.
Δημοκρατία και ελίτ
Η νοσταλγία του παλαιού μεγαλείου της Βρετανίας έδωσε πνοή στο σύνθημα του Τζόνσον «θέλουμε να πάρουμε πίσω τον έλεγχο της χώρας». Η αγωνία για τον ρόλο της Αμερικής σε έναν πολυπολικό κόσμο εμπνέει την αντίληψη του Τραμπ «να κάνουμε την Αμερική μεγάλη ξανά». Η ελκυστική αυτοεικόνα του αντιστεκόμενου έθνους (ιδιαίτερα απέναντι στους Γερμανούς!) έδωσε τη δυνατότητα στον Τσίπρα να υπόσχεται «θα σκίσω το μνημόνιο». Οταν οι φαντασιώσεις συντονίζονται με το λαϊκό θυμικό, σε συγκεκριμένες συγκυρίες, παράγουν ένα είδος «μαγικής σκέψης» που παρακάμπτει τη σύνθετη πραγματικότητα.
Η δημοκρατία παράγει καλά αποτελέσματα για την ποιότητα ζωής των πολιτών στο μέτρο που η βούληση του κυρίαρχου λαού διηθείται από τη θεσμική λογική. Οι λαϊκές επιθυμίες τείνουν να είναι συγκυριακές, αντιφατικές και ευμετάβολες· πρέπει να εξισορροπούνται από τη στρατηγική οπτική γωνία των πολιτικών-θεσμικών ελίτ. Aν αυτή η οπτική έχει εξασθενήσει (π.χ. Συντηρητικό Κόμμα στη Βρετανία) ή χρονίως απουσιάζει (π.χ. Ελλάδα), η δημοκρατία είτε κυριεύεται από ναρκισσιστές τύπου Τζόνσον είτε απολιθώνεται και χάνει την ικανότητα διαχείρισης συλλογικών προβλημάτων, δίνοντας έτσι την ευκαιρία ανάδειξης σε νεοδημαγωγούς τύπου Τσίπρα.
Η δημοκρατία δεν είναι ο Κήπος της Εδέμ, αλλά ένα εργαλείο διαχείρισης της συλλογικής αβεβαιότητας. Οταν δεν δουλεύει καλά (όταν, δηλαδή, δεν προστατεύει τους πολίτες από την εξαθλίωση και την αδικία), ο «δήμος» έλκεται από δημαγωγούς που υπόσχονται να την κάνουν να δουλέψει καλύτερα. Στις καλές της στιγμές εξισορροπεί το βραχυχρόνιο με το μακροχρόνιο, το επιμέρους με το καθολικό, την άμεση με τη στρατηγική ικανοποίηση αναγκών. Από γνωστικής απόψεως, η δημοκρατία έχει το πλεονέκτημα της σοφίας του πλήθους (γνωστική ποικιλότητα), αλλά πάσχει από το μειονέκτημα της πολιτικής άγνοιας (γνωστική ανεπάρκεια των ατόμων). Η εξουσία του «δήμου» ενισχύει το πλεονέκτημα, ενώ η εξουσία των πολιτικών-θεσμικών ελίτ, στο πλαίσιο του κράτους δικαίου, αποδυναμώνει το μειονέκτημα.
Οι δημαγωγοί, προσεγγίζοντας απλοϊκά, φαντασιωσικά και με ακατέργαστα συναισθηματικό τρόπο τα λαϊκά παράπονα, υποσκάπτουν το κύρος των πολιτικών-θεσμικών ελίτ. Οι τελευταίες, στο μέτρο που κατοικούν σε ένα αυτοαναφερόμενο σύμπαν, αποκόπτονται από τον «κοινό λόγο» και τείνουν να αγνοούν τις ανάγκες του «δήμου».
Η δημοκρατία παραμένει αυτό που πάντοτε ήταν – μια δύσκολη, διαρκής και επισφαλής άσκηση ισορροπίας, δηλαδή ένα κατόρθωμα!
* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.



Τα λάθη και η λήθη της Αριστεράς


ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΡΕΒΕΛΑΚΗΣ*

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 23.09.2018 ΕΦΗΜ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Ε​​ίθισται να παραλληλίζονται οι πολιτικές εξελίξεις στη Γαλλία και στην Ελλάδα. Οι κοινές πορείες, όμως, αποκλίνουν σαφώς κατά την κρίσιμη περίοδο μετά τη γερμανική κατοχή, παρά τις αναλογίες στα ιστορικά και πολιτικά δεδομένα. Η απόκλιση οφείλεται στην εκ διαμέτρου αντίθετη στάση τής εκατέρωθεν Αριστεράς.
Το γαλλικό κομμουνιστικό κόμμα δέχθηκε να ενταχθεί στο πολιτικό σύστημα. Συνέβαλε, έτσι, στη δημοκρατική ομαλότητα και την αναδιοργάνωση της χώρας. Η Γαλλία κατόρθωσε να ξεπεράσει την κρίση της απο-αποικιοποίησης και να διεκδικήσει πρωτεύοντα ευρωπαϊκό και διεθνή ρόλο. Η επακόλουθη πνευματική ακτινοβολία της έχει ως αφετηρία την ατμόσφαιρα ιδεολογικής ελευθερίας, η οποία δημιουργήθηκε και εξαπλώθηκε χάρη στη συνεννόηση Αριστεράς και Δεξιάς κατά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων.
Στην Ελλάδα, αντιθέτως, το ΚΚΕ, χωρίς στρατηγική σκέψη, αντί για συμβιβασμό, επεδίωξε τη ρήξη, τη σύγκρουση. Ως συνέπεια, το κόμμα όδευσε στην καταστροφή και η χώρα οπισθοδρόμησε κοινωνικά και πολιτικά. Η βαριά σκιά του Εμφυλίου ελάφρυνε μετά τη δικτατορία και την κυπριακή ήττα. Η ad hoc εθνική συμφιλίωση λειτούργησε χάρη στην ανανεωμένη ηγεσία στα δύο ΚΚΕ, όπου πρωτεύοντα ρόλο διαδραμάτισε ο πρωτεργάτης της κομμουνιστικής αυτοκριτικής, ο Λεωνίδας Κύρκος: «Επρεπε να δούμε το χάος που σπέρναμε», είπε σχολιάζοντας τα Δεκεμβριανά στην τελευταία του συνέντευξη. «Περιτρίμματα», «άνθρωποι γελοίοι, χωρίς καμιά προπαιδεία», χαρακτήρισε τα τότε ηγετικά στελέχη τα οποία, με τις αποφάσεις τους, οδήγησαν τη χώρα στην άβυσσο του Εμφυλίου και τους οπαδούς τους σε φυλακές, εξορίες και εκτελεστικά αποσπάσματα.
Μετά την Κατοχή, η ελληνική Αριστερά βρέθηκε μπροστά σε μιαν ανέλπιστη ευκαιρία να επηρεάσει αποφασιστικά την οικονομική και κοινωνική εξέλιξη της χώρας. Καλώς ή κακώς, η πολιτική ηγεσία της χώρας ήταν απαξιωμένη. Είναι αλήθεια ότι η Ελλάδα, με τη συμφωνία της Γιάλτας, είχε ενταχθεί στην επιρροή της Δύσης. Ομως, το 1944 ο Ψυχρός Πόλεμος δεν είχε καν ξεκινήσει. Η συμμετοχή της κομμουνιστικής Αριστεράς στη νέα πολιτική αρχιτεκτονική ήταν απολύτως εφικτή. Το σπάνιο αυτό παράθυρο ευκαιρίας έκλεισε, καθώς επεκράτησαν ο τακτικισμός και ο τυχοδιωκτισμός.
Εβδομήντα χρόνια αργότερα προέκυψαν και πάλι συνθήκες οι οποίες επέτρεψαν στην Αριστερά να πρωτοστατήσει στην ελληνική πολιτική ζωή. Η κρίση που ξέσπασε το 2010, αν και μη συγκρίσιμη με την εμπειρία της Κατοχής, οδήγησε επίσης στην απαξίωση του πολιτικού συστήματος. Στη συντριπτική πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας διαμορφώθηκε ένα ισχυρό αίτημα για αλλαγή. Η Αριστερά διέθετε έντονη παρουσία και επιρροή στα πάσης φύσεως πολιτικο-κοινωνικά δίκτυα· ταυτοχρόνως, όμως, η περιορισμένη κοινοβουλευτική της ισχύς τής επέτρεπε να καλλιεργεί μια εικόνα αντισυστημικότητας. Ετσι, για πρώτη φορά έπειτα από επτά δεκαετίες, της δόθηκε η δυνατότητα να διεκδικήσει την πολιτική ηγεμονία. Με κατάλληλες συμμαχίες, είχε το έδαφος να εισαγάγει ριζικές τομές στη νοσούσα ελληνική κοινωνία.
Η Αριστερά επανέλαβε, όμως, τις παλαιές συμπεριφορές. Τα στρατηγικά λάθη της τρέχουσας ηγεσίας έχουν επισημανθεί, έσωθεν και έξωθεν – είναι ανάλογα με τις αστοχίες της ηγεσίας του ΚΚΕ τη δεκαετία του 1940: κακή εκτίμηση των διεθνών συσχετισμών, υπεροπτική αντιμετώπιση των υπολοίπων πολιτικών δυνάμεων, διχαστικός λόγος, πολιτική βουλησιαρχία, τυχοδιωκτισμός, αυταρχισμός.
Καθώς η θητεία της παρούσας διακυβέρνησης λήγει, η αποτυχία της είναι πανταχόθεν ορατή. Η ελληνική Αριστερά απεδείχθη κατωτέρα των περιστάσεων. Εχασε την ευκαιρία να καταστεί δομικός παράγων για τον εκπολιτισμό της ελληνικής κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Εάν οι επόμενες εκλογές οδηγήσουν σε σταθεροποιητικό αποτέλεσμα, η κυβερνώσα Αριστερά πολιτικά θα ξαναβρεθεί, λίγο πολύ, στη θέση την οποία κατείχε πριν από τη μεγάλη ευκαιρία – και μάλιστα με σημαντικά μειωμένη πνευματική και ιδεολογική επιρροή. Στην αντίθετη περίπτωση πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής αστάθειας, θα επιφορτιστεί με βαριές ευθύνες, όπως η ηγεσία του ΚΚΕ τη δεκαετία του 1940. Η Ιστορία διαδραματίζεται αρχικά ως τραγωδία και, κατόπιν, επαναλαμβάνεται ως φάρσα. Η σύγκριση του 1944 με το 2015 μοιάζει να επιβεβαιώνει το απόφθεγμα του Μαρξ· δεν μπορούμε, πάντως, ακόμη να είμαστε βέβαιοι ότι θα αποφευχθεί η «περιπέτεια» – μια τραγική κατάληξη.
Αφανείς ενέργειες στην πολιτική αρένα μπορούν να οδηγήσουν σε αλληλουχία εξελίξεων οι οποίες, στην κατάλληλη συγκυρία, καθίστανται καθοριστικές. Πόσοι εκτός αριστερού «γκέτο» έδωσαν σημασία στον μεταπολιτευτικό οξύ ανταγωνισμό ανάμεσα στα στελέχη τού πάλαι ποτέ ΚΚΕ Εσωτερικού; Πόσοι διεπίστωσαν ότι απέβη εις βάρος των ανανεωτικών και πεπαιδευμένων; Στους επικρατήσαντες έλαχε ο κλήρος να διαχειριστούν τη δεύτερη ιστορική ευκαιρία της Αριστεράς. Ασυγκρίτως διαφορετικές θα ήταν σήμερα οι προοπτικές της χώρας, αν είχαν επιβιώσει, αν δεν είχαν εξοντωθεί πολιτικά, ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης και ο Γρηγόρης Γιάνναρος· στελέχη με στρατηγική σκέψη, ευρωπαϊκό άνοιγμα, γενική παιδεία και, μην το υποτιμούμε, χιούμορ… – εν δυνάμει, οι συνεχιστές του Λεωνίδα Κύρκου.
* Ο κ. Γιώργος Πρεβελάκης είναι καθηγητής Γεωπολιτικής στη Σορβόννη (Paris I).


Τετάρτη 14 Μαρτίου 2018

Το μισογεμάτο ποτήρι...


 25.03.2018
Ο ​​μεγάλος Σουηδός στατιστικολόγος Hans Rosling, μερικά χρόνια πριν πεθάνει (2017), έφτιαξε μια δεξαμενή σκέψης που την ονόμασε «Ignorance Project», ένα ερευνητικό σχέδιο για την άγνοια. Στο λογότυπο έχει μια μαϊμού κι αυτό για συγκεκριμένους λόγους. Αν πάει κάποιος σε ζωολογικό κήπο και ζητήσει από τους χιμπατζήδες να επιλέξουν σε μια multiple choice ερώτηση τριών απαντήσεων, η τυχαιότητα θα οδηγήσει 33% αυτών να «βρουν» τη σωστή απάντηση. Αν, όμως, κάνει μια δημοσκόπηση για την κατάσταση των ανθρώπινων κοινωνιών σήμερα, οι σωστές απαντήσεις θα είναι πολύ λιγότερες από το 33%.
Για παράδειγμα, ο ίδιος παρήγγειλε έρευνα στη Σουηδία με ερωτήσεις όπως: «Πώς άλλαξε τον τελευταίο αιώνα ο αριθμός θανάτων ανά έτος από φυσικές καταστροφές (ηφαίστεια, πλημμύρες, τσουνάμι κ.λπ.); α) Διπλασιάστηκε; β) Εμεινε περίπου στα ίδια γενικά στον κόσμο; γ) Μειώθηκε σε λιγότερο από μισό;». Μόνο το 12% των Σουηδών απάντησε σωστά: Το γ). Στις αρχές του αιώνα περί τις 500.000 άνθρωποι πέθαιναν από φυσικές καταστροφές, ενώ στο τέλος περίπου 100.000. «Οι χιμπατζήδες δεν βλέπουν τις ειδήσεις το βράδυ, έτσι οι χιμπατζήδες επέλεξαν τυχαία, άρα οι Σουηδοί απάντησαν χειρότερα από τυχαία», σχολίασε ο Rosling.
Πολλά καλά νέα
Σε αυτό συμφωνούν πολλοί. Ο Economist σάρκαζε ότι θα ήταν πολύ βαρετή η δημοσιογραφία αν τα δελτία ειδήσεων είχαν θέμα με τίτλο «100.000 αεροπλάνα δεν έπεσαν χθες», ή αν οι εφημερίδες επί 25 χρόνια επαναλάμβαναν κάθε μέρα τον τίτλο: «Ο αριθμός των ανθρώπων σε ακραία φτώχεια μειώθηκε κατά 177.000 σε σχέση με χθες». «Τα καλά νέα δεν είναι νέα» διαπιστώνει και ο καθηγητής γνωσιακής ψυχολογίας Steven Pinker στο τελευταίο του βιβλίο «Enlightenment Now: The Case for Reason, Science, Humanism and Progress», ίσως επειδή είναι πολλά: το προσδόκιμο ζωής ανεβαίνει σε ολόκληρη την υφήλιο, κάνει άλματα και στην Αφρική· η παιδική θνησιμότητα κατακρημνίζεται ακόμη και στην Αιθιοπία· οι θάνατοι από πείνα έχουν σχεδόν εξαλειφθεί· η παιδική εργασία μειώνεται σε ολόκληρο τον πλανήτη· ο αναλφαβητισμός εξαλείφεται κ.λπ.
Παρά το δόγμα των ΜΜΕ στην ιεράρχηση των ειδήσεων «ό,τι ματώνει προηγείται» (if it bleeds it leads), ο Steven Pinker δεν ρίχνει όλο το φταίξιμο στα μέσα ενημέρωσης. Χρησιμοποιεί την εργασία των Amos Tversky και Daniel Kahneman για τις προκαταλήψεις και τις αποτυχίες στη διαδικασία λήψης (ανορθολογικών) αποφάσεων. Ανάμεσα στις 11 παρακάμψεις που κάνει ο νους κατά τη διαδικασία λήψης μιας απόφασης είναι το «availability heuristic»: όσο πιο εύκολο είναι να φανταστεί ή θυμηθεί κάτι κάποιος τόσο περισσότερο θεωρεί πιθανόν ότι θα συμβεί. Και τα ΜΜΕ, ειδικώς η τηλεόραση, δίνει κάθε μέρα πράγματα να θυμάται κάποιος, ασχέτως αν αυτά είναι πολύ σπάνια.
Ετσι, ενώ ο κόσμος προοδεύει ταχύτατα, οι άνθρωποι γίνονται όλο και πιο απαισιόδοξοι. Αυτό οφείλεται και στη διανόηση. «Οσο πιο προοδευτικός θεωρείται ένας διανοούμενος τόσο περισσότερο μισεί την πρόοδο», σχολιάζει ο Steven Pinker. Βεβαίως και στην αγορά της διανόησης ισχύει το δημοσιογραφικό δόγμα «ό,τι ματώνει προηγείται». Οι θεωρίες για τα δεινά της ανθρωπότητας είναι πιο ευπώλητες από εκείνες για τα καλά της. «Σοφός θεωρείται από πολλούς ο άνθρωπος που απελπίζεται όταν οι άλλοι ελπίζουν, και όχι εκείνος που ελπίζει όταν οι άλλοι απελπίζονται», είχε γράψει ο John Stewart Mill και ο φιλόσοφος της νέας εποχής και συγγραφέας Stewart Brand το έκανε πιο λιανά: «Ο απαισιόδοξος μοιάζει σαν να θέλει να σε βοηθήσει. Ο αισιόδοξος μοιάζει σαν να θέλει να σου πουλήσει κάτι».
Ανάμεσα στους εχθρούς της προόδου ο Steven Pinker βλέπει και την «Οικο-απαισιοδοξία» που κυριάρχησε μετά τα κινήματα της δεκαετίας του ’70. Το κήρυγμά τους ενάντια στην πρόοδο έχει τους εξής άξονες: 1. Η γη είναι παρθένα που τη βιάζει η ανθρώπινη απληστία. 2. Η ζημιά γίνεται κάθε μέρα μεγαλύτερη. 3. Η ρίζα του κακού βρίσκεται στην Αναγέννηση και στην κυριαρχία του Λόγου της επιστήμης και της προόδου. 4. Η λύση βρίσκεται στην πνευματική αναγέννηση και στη μείωση της ανάπτυξης, της βιομηχανίας, ακόμη και του πληθυσμού. 5. Αλλιώς θα τιμωρηθούμε για τα αμαρτήματά μας την Ημέρα της Οικολογικής Κρίσεως.
Διαφωτισμός
Ο Steven Pinker δεν είναι ενάντια στην ακτιβιστική οικολογία –τη θεωρεί στοιχείο προόδου– αλλά αντιτίθεται στη θεολογική οικολογία και στα συμφραζόμενά της. Προτείνει την «οικολογία του Διαφωτισμού» ξεκινώντας από την παραδοχή ότι η βιομηχανική επανάσταση προσέφερε πολλά δώρα στην ανθρωπότητα: τάισε εκατομμύρια ανθρώπους, διπλασίασε το προσδόκιμο ζωής, εξάλειψε την ακραία φτώχεια, αντικατέστησε τη μυϊκή δύναμη με τις μηχανές (κι έτσι βοήθησε στην κατάργηση της δουλείας, χειραφέτησε τις γυναίκες, έστειλε τα παιδιά στο σχολείο), βελτίωσε τη ζωή μας· τώρα μπορούμε να διαβάζουμε τη νύχτα, να μένουμε όπου θέλουμε, να ζεσταινόμαστε τον χειμώνα, να δούμε τον κόσμο, να έχουμε περισσότερη ανθρώπινη επαφή. Και δυστυχώς, κάποιος βαθμός ρύπανσης είναι αναπόφευκτος.
Το στοίχημα τώρα είναι να παίρνουμε περισσότερες θερμίδες, περισσότερο φως και θερμότητα, να διανύουμε περισσότερα χιλιόμετρα με λιγότερη ρύπανση και μικρότερο οικολογικό αποτύπωμα. Κι αυτό μπορούμε να το κάνουμε μόνο με την πρόοδο, την τεχνολογία: τις αντιρρυπαντικές τεχνολογίες, την «πύκνωση» (π.χ. να χρησιμοποιούμε όλο και λιγότερη γη για όλο και μεγαλύτερη παραγωγή), και την «αποϋλοποίηση». Για όλες αυτές τις τεχνολογίες όμως χρειάζονται λεφτά και ο πλούτος των δυτικών κοινωνιών τους επέτρεψε να έχουν την «πολυτέλεια» της οικολογικής ευαισθησίας.
Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ είχε πει πως «ο απαισιόδοξος βλέπει δυσκολίες σε κάθε ευκαιρία και ο αισιόδοξος βλέπει ευκαιρίες σε κάθε δυσκολία». Από την άλλη, μπορεί οι κήρυκες της αισιοδοξίας να βλέπουν ευκαιρίες σε κάθε δυσκολία, αλλά και οι κήρυκες της απαισιοδοξίας βλέπουν προσωπικές ευκαιρίες στις δυσκολίες των ανθρώπων.
Οι τελευταίοι είναι οι λαϊκιστές παντός είδους. Διογκώνουν τις πραγματικές δυσκολίες των ανθρώπων για να εμφανιστούν ως αυτοί που έχουν όλες τις λύσεις στο χέρι τους. Αυτό είναι το μικρότερο κακό. Διότι, όπως είχε πει ο επιστήμονας Arthur Kantrowitz, «η δουλειά μου είναι να σας εξηγήσω δύο πράγματα. Πρώτον: η απαισιοδοξία είναι αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Δεύτερον: η αισιοδοξία είναι αυτοεκπληρούμενη προφητεία». Και η απαισιοδοξία για τη Δύση που πολλοί καλλιεργούν στις μέρες μας, δεν θα μας βγει σε καλό...
Έντυπη


Επαναστατικός και συντηρητικός ο νέος λαϊκισμός


26.03.2018


ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Ο καθηγητής Κοινωνιολογίας στην έδρα Musgrave του πανεπιστημίου του Princeton, Μιγκέλ Σεντένο, βρέθηκε στην Αθήνα την περασμένη εβδομάδα ως καλεσμένος του Princeton Athens Center for Research and Hellenic Studies. Στη διάλεξη που έδωσε το βράδυ της Δευτέρας, ανέλυσε –εστιάζοντας ιδιαίτερα στις ΗΠΑ και στο Ηνωμένο Βασίλειο– την πίεση που δέχονται τα δημοκρατικά πολιτεύματα, καθώς επιχειρούν να πλοηγήσουν μεταξύ της Σκύλας του λαϊκισμού και της Χάρυβδης της τεχνοκρατίας. Η «Κ» είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει μαζί του γι’ αυτά και άλλα κεφαλαιώδη ζητήματα της εποχής μας.
Ξεκινάμε την κουβέντα από το φαινόμενο –δύσκολο να οριστεί αλλά εύκολα ανιχνεύσιμo– που έχει δώσει τον τόνο στην πολιτική του δυτικού κόσμου στα χρόνια μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008-09. Ο σύγχρονος λαϊκισμός, εξηγεί ο Σεντένο, έχει πολλά κοινά στοιχεία με τις παλαιότερες εκδοχές: είναι κατά του κατεστημένου και υιοθετείται από αυτούς που νιώθουν ότι το σύστημα τους έχει προδώσει. «Η μεγαλύτερη διαφορά είναι ότι, ενώ στο παρελθόν εκφραζόταν κυρίως με ταξικούς όρους –σίγουρα στη Λατινική Αμερική, ίσως λιγότερο στην Ευρώπη στη δεκαετία του ’30– σήμερα εστιάζει κυρίως στην ταυτότητα, στον αυτοπροσδιορισμό κάποιων ομάδων πληθυσμού που είναι μέλη μιας εθνότητας ή φυλής».
Στο επίκεντρο της ρητορικής του νέου λαϊκισμού είναι οι αναφορές στην ανάκτηση του ελέγχου του έθνους – από τους μετανάστες και από τις δυνάμεις της οικονομικής παγκοσμιοποίησης που υπονομεύουν την εθνική κυριαρχία. Πώς συνδέεται αυτό με τις ανατρεπτικές επιδιώξεις των λαϊκιστών; Ο νέος λαϊκισμός, σημειώνει ο καθηγητής Σεντένο, είναι «επαναστατικός γιατί θέλει να ανατρέψει το κατεστημένο, αλλά είναι συντηρητικός στην προσπάθειά του να επαναφέρει ένα ένδοξο παρελθόν το οποίο κάποιοι θεωρείται ότι έχουν προδώσει».
Η πολιτική ταυτότητα
Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης είναι αναπόφευκτη η ένταση μεταξύ της δημοκρατίας και της τεχνοκρατίας; «Με την παγκοσμιοποίηση, το πλαίσιο δράσης, είτε μιλάμε για κεφαλαιακές ροές, είτε για τη μετανάστευση, είτε για τις αλυσίδες παραγωγής, είναι πλέον πλανητικό. Τα έθνη-κράτη πλέον δεν τα ελέγχουν όλα αυτά. Η αίσθηση πολιτικής ταυτότητας που έχουμε, όμως, παραμένει εδαφικά καθορισμένη. Το κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο δράσης, συνεπώς, εκτείνεται πέρα από το πολιτικό. Και η δημοκρατία είναι πολύ στενά συνδεδεμένη με το έθνος-κράτος. Ηδη από τη γέννησή της, στην Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ., συνδεόταν με την πόλη και με το ποιος ανήκει στην πόλη». Η αδυναμία του έθνους-κράτους να ελέγξει πολλές από τις εξελίξεις που καθορίζουν την τύχη των πολιτών του, τονίζει ο ακαδημαϊκός του Princeton, αποτελεί «μείζονα πρόκληση» και «είναι σε σημαντικό βαθμό η πηγή της οργής των οπαδών του λαϊκισμού».
Μπορεί να αντιστραφεί ή να τεθεί υπό έλεγχο η παγκοσμιοποίηση, σε όλες τις εκδοχές εκείνες που είναι παράγοντες αποσταθεροποίησης; «Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι δεν μπορεί να αντιστραφεί. Ο βαθμός αλληλεξάρτησης είναι πια τόσο μεγάλος. Κάτι που θα ήθελα να ερευνήσω εις βάθος είναι ο βαθμός στον οποίο μία συγκεκριμένη χώρα είναι οικονομικά εξαρτημένη από το εξωτερικό. Πόσο από το φαγητό που καταναλώνεται στην Αθήνα παράγεται στην Ελλάδα; Ημουν για δύο μήνες στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Το 90% του εργατικού δυναμικού είναι αλλοδαποί. Η αποκαθήλωση αυτού του διεθνούς συστήματος παραγωγής και εμπορίου θα είχε ως αποτέλεσμα μαζικούς θανάτους».
Σε τι βαθμό έχει κατανοήσει η φιλελεύθερη ελίτ την ευθύνη της για το σημερινό κύμα λαϊκισμού; Είναι διατεθειμένη να ανταποκριθεί ουσιωδώς στα αιτήματα των «χαμένων της παγκοσμιοποίησης» ή επιμένει να τους προσεγγίζει με επιχειρήματα που δεν τους αγγίζουν ή να τους περιφρονεί ως εύπιστα υποχείρια των λαϊκιστών ηγετών; «Νομίζω ότι ένας συνδυασμός των δύο τελευταίων εξακολουθεί να είναι η επικρατούσα αντίδραση. Υπάρχουν προτάσεις αντιμετώπισης της αυξανόμενης έλλειψης θέσεων εργασίας με καλές αποδοχές, π.χ. το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Αλλά, πέρα από θέματα αξιοπρέπειας, που για τους άνδρες ιδιαίτερα έχουν συνδεθεί πολύ στενά με την εργασία, θα πρέπει να τεθεί το θέμα του ποιοι θα έχουν πρόσβαση στο εγγυημένο εισόδημα. Θα είναι για όλους όσοι διαμένουν σε μία χώρα; Μόνο για τους πολίτες; Επανερχόμαστε λοιπόν στο ζήτημα της ταυτότητας. Και αυτό είναι ένα ζήτημα που η Ευρώπη, όπως και οι ΗΠΑ, θα πρέπει να αντιμετωπίσουν στα επόμενα χρόνια».
Πόσο χειρότερα μπορούν να γίνουν τα πράγματα στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης; Πού θα στραφεί η οργή όσων χάσουν τις δουλειές τους από τα ρομπότ; Ο Σεντένο μιλάει για κλασική μαρξιστική διαδικασία αντικατάστασης εργασίας με κεφάλαιο – «η τεχνητή νοημοσύνη είναι μορφή κεφαλαίου»: οι ιδιοκτήτες του κεφαλαίου θα απολαμβάνουν όλα τα οφέλη της τεχνολογικής εξέλιξης, ενώ ολοένα και περισσότεροι θα βυθίζονται στην ανασφάλεια και στην αχρηστία. «Αλλά είναι πολύ δύσκολο να εξοργιστείς με μία μηχανή», παρατηρεί.
Τι σημαίνει αυτό; Οτι ο λαϊκισμός θα λάβει ξανά ταξικά χαρακτηριστικά; Οτι οι στρατιές των ανέργων θα εξεγερθούν κατά των καπετάνιων της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης; «Θα δούμε. Μέχρι στιγμής, δεν έχει συμβεί κάτι τέτοιο. Το πρόβλημα, όπως και με την κλιματική αλλαγή, είναι ότι δεν υπάρχει κάποιος που μπορεί εύκολα να παίξει τον ρόλο του κακού».
Παράλληλα, ο Σεντένο δηλώνει «ιδιαίτερα ανήσυχος» για το Διαδίκτυο των Πραγμάτων. Πέρα από τα «προφανή» ζητήματα που σχετίζονται με την ιδιωτικότητα σε έναν κόσμο διασυνδεδεμένων συσκευών, «μιλάμε για μία εξάρτηση από ένα εξαιρετικά σύνθετο και ευάλωτο σύστημα», που μπορεί να υποστεί «καταστροφικές βλάβες» ακόμα και χωρίς τις επιθέσεις κακόβουλων παικτών.
Η επέλαση Τραμπ
Ο αμερικανικός λαϊκισμός και ο εκπρόσωπός του στον Λευκό Οίκο έχουν προκαλέσει αντιδράσεις διεθνώς. Ποιες είναι, όμως, οι συνέπειές του στο εσωτερικό; Θα αντέξει την προεδρία Τραμπ το ιδεώδες ενός έθνους που το ενώνει η πίστη στο σύνταγμα και στους νόμους; «Ως το Βιετνάμ, οι Αμερικανοί μπορούσαν να πιστεύουν σε αυτού του είδους τον συνταγματικό εθνικισμό. Αλλά αυτός βασιζόταν σε μια εικαζόμενη αλλά σεβαστή εθνοτική και πολιτισμική ηγεμονία: οι ΗΠΑ ήταν ένα λευκό, γερμανικό-βρετανικό, προτεσταντικό έθνος. Τώρα, αυτή η εθνοτική ομάδα του πληθυσμού, που παλιά ήταν κυρίαρχη, δίνει μάχη για να ανακτήσει την ηγεμονία της. Με την εκλογή Ομπάμα, κάποιοι μίλησαν για υπέρβαση των φυλετικών διαφορών, για την έναρξη της μετα-φυλετικής εποχής. Αλλά αυτό ήταν απλά η αρχή της μάχης – όχι το τέλος. Κάθε έθνος χρειάζεται τους ιδρυτικούς του μύθους. Δεν μπορείς να οικοδομήσεις ένα έθνος μόνο στη βάση αφηρημένων εννοιών και του κράτους δικαίου».