ΤΟ ΑΠΟΛΩΛΟΣ ΠΡΟΒΑΤΟ συλλογή διηγημάτων

Μια απολαυστική συλλογή διηγημάτων, μωσαϊκό μιας 40ετίας.

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2018

«Το όνομά μας είναι η ψυχή μας»


Αρχή φόρμας
Τέλος φόρμας


ΤΡΙΤΗ, 30 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2018 00:00

Κατασκευάζοντας το έθνος

Του Σωτήρη Βανδώρου

Σημαία!... Να, ελληνική σημαία!... Κι άλλη σημαία!Επί τρεις-τεσσερις μέρες μας είχε «τρελάνει». Είτε από το μπαλκόνι να ψάχνει στις απέναντι πολυκατοικίες, είτε σε διαδρομές με το αυτοκίνητο να κοιτά αριστερά και δεξιά, όπου στεκόμασταν κι όπου βρισκόμασταν, διαρκώς επιχειρούσε να εντοπίσει σημαίες και σημαιάκια. Και μόλις έβρισκε μία έσκαγε το χαμόγελο κι έμπηγε τη φωνή: «Σημαία!» Ήταν πριν μερικά χρόνια, λίγο πριν από την 25η Μαρτίου, όταν ο τότε 2,5 ετών γιος μου κατασκεύασε με τα άλλα παιδάκια στον παιδικό σταθμό ελληνικές σημαίες από χαρτόνι, ως ταιριαστή στο κλίμα των ημερών χειροτεχνία. Ενθουσιασμός!
Αυτή η εμπειρία ήταν πολύ διδακτική για… εμένα. Διότι κατανόησα με τον πιο παραστατικό τρόπο αυτό που ο Ernest Gellner λέει για την εποχή των εθνικισμών· δηλαδή ότι οι άνθρωποι δεν διαμορφώνονται πλέον στη μητρική αγκαλιά, αλλά στα νηπιαγωγεία (Έθνη και Εθνικισμός). Μικρή διόρθωση: ακόμη νωρίτερα! Προφανώς, σε τόσο μικρή ηλικία το παιδί δεν μπορεί να αντιληφθεί τι ακριβώς συμβολίζει η σημαία, δεν μπορεί να γνωρίζει τι είναι έθνος, δεν μπορεί να δείξει την Ελλάδα στο χάρτη. Αυτό όμως καμία σημασία δεν έχει. Γιατί το ουσιώδες είναι ότι κατασκευάζεται μια ταυτότητα. Και στο μηχανισμό αυτής της διαδικασίας κατασκευής η γνωστική διάσταση παίζει δευτερεύοντα ρόλο. Αποφασιστική είναι η ψυχική σύνδεση με αυτό το «κάτι» με το οποίο ταυτιζόμαστε.
Από ψυχαναλυτική άποψη, αυτό θα πει ότι τα άτομα συγκροτούνται ως υποκείμενα με την εισαγωγή τους στη συμβολική τάξη και με την επενέργεια ενός κύριου σημαίνοντος, το οποίο ως δομή ιεραρχεί, οργανώνει και καθηλώνει τα υπόλοιπα σημαίνοντα, παράγοντας έτσι νόημα και σημασία. Εν προκειμένω, το κύριο σημαίνον του έθνους παίζει αυτόν τον ρόλο και επιτρέπει στο νήπιο να αποκτήσει μια ταυτότητα, βάσει της οποίας θα τοποθετηθεί στον κόσμο και θα δομήσει τον ψυχισμό του. Είναι εξίσου σημαντικό ότι τα ίχνη αυτού του μηχανισμού εξαφανίζονται από τη μνήμη του υποκειμένου μέσω της λήθης και της απώθησης, έτσι ώστε εκ των υστέρων να θεωρεί πως αυτά τα στοιχεία ήταν ανέκαθεν παρόντα (Ν. Δεμερτζής, Ο λόγος του εθνικισμού).
Το νήπιο, ή ακόμη και το βρέφος, επενδύει συναισθηματικά στη σημαία, στον εθνικό ύμνο, σε πλείστες εκδοχές της εθνικότητας, κατά τρόπο ασυνείδητο, εξ αυτού όμως και καθοριστικό. Διότι, χωρίς να είναι σε θέση να επεξεργαστεί λογικά το νόημα των μηνυμάτων στα οποία εκτίθεται μέσω αυτών των δράσεων, αναπτύσσει έναν ισχυρό δεσμό προς το έθνος, ο οποίος εκλαμβάνεται ως δεδομένος και φυσικός. Επομένως, ήδη έχει συντελεστεί μια αποφασιστική εθνικιστική προπαρασκευή πριν ακόμη ξεκινήσει η τυπική εκπαίδευση, οπότε ο μελλοντικός μαθητής έχει ήδη καταστεί υποδεκτικός σε περιεχόμενα εθνικής παιδείας, κατεξοχήν σε μαθήματα Ιστορίας και γλώσσας.
Πράγματι, ήταν πλέον στην Α’ Δημοτικού, και πάλι παραμονές εθνικής εορτής, όταν αυτή τη φορά ο γιος ανέμιζε το ξίφος (που υποτίθεται κρατούσε) εναντίον των φανταστικών Τούρκων με τις ανάλογες ιαχές. Τον ρώτησα, λοιπόν, τι θα έκανε εάν τυχόν στην παιδική χαρά συναντούσε κάποιο Τουρκάκι. «Μπουνιά και κλωτσιά!» με κεραυνοβόλησε. Ως υπεύθυνος πατέρας και καλός πατριώτης τον επιδοκίμασα: «Μπράβο! Έτσι, σε θέλω γενναίο μου αγόρι!». Ψέματα. Του εξήγησα γιατί αυτή η στάση ήταν προβληματική. Ωστόσο, μπορούμε να υποθέσουμε ότι σε ανάλογη περίσταση κάποιοι άλλοι πατεράδες θα ενθάρρυναν μια τέτοια συμπεριφορά. Και δεν πρέπει καθόλου να υποτιμηθεί ότι, τουλάχιστον στις μικρές ηλικίες, η επενέργεια της πατρικής αυθεντίας (ιδίως όταν κατευθύνεται προς αγόρι) μπορεί να έχει διαμορφωτικά αποτελέσματα. Με άλλα λόγια, εδώ θα μπορούσαμε να έχουμε τη δημιουργία ενός μικρού (και κατόπιν, ίσως, μεγάλου) νταή που δε σηκώνει μύγα (στο εθνικό) σπαθί του.
Όμως εδώ πρέπει να κάνουμε ορισμένες διευκρινίσεις. Κατά πρώτον, προς αποφυγή παρεξήγησης, όταν μιλάμε για κατασκευή της ταυτότητας δεν εννοούμε κάτι το ψευδές, απατηλό ή δόλιο. Πρόκειται για την καθιερωμένη στις κοινωνικές επιστήμες έννοια με την οποία δηλώνεται ότι η (κάθε) ταυτότητα δεν είναι «φυσική» ή «αντικειμενική», αλλά προκύπτει μέσω κοινωνικών πρακτικών και διαδικασιών με τη συνδρομή ψυχολογικών μηχανισμών. Το ίδιο ισχύει και για τις εθνικές ταυτότητες. Αντίθετα προς την εθνικιστική ιδεολογία, η οποία ισχυρίζεται ακριβώς το αντίθετο, το (κάθε) έθνος κατασκευάστηκε από αυτή την ίδια. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για αυθύπαρκτη ή προαιώνια οντότητα. Αυτό, από την άλλη, δεν σημαίνει ότι συνιστά εντελώς αυθαίρετη κατασκευή και πάντως όχι κατασκευή ex nihilo. Η εθνικιστική ιδεολογία αξιοποιεί το παρελθόν ως πρώτη ύλη προκειμένου να το ανασημασιοδοτήσει επιλεκτικά, να ενοποιήσει και να κάνει γραμμικό τον ιστορικό χρόνο, και να δώσει ενιαία κατεύθυνση και προοπτική στην εθνική αφήγηση (ιστορία), η οποία περιλαμβάνει στιγμές μεγαλείου, αλλά και παρακμής, ηρωικές και τραυματικές εμπειρίες, το λίκνο και το πεπρωμένο του έθνους (B. Anderson, Φαντασιακές κοινότητες). Αυτή, ωστόσο, η αφήγηση αυτοσυστήνεται ως αυτονόητη κι ακαταμάχητη.
Η δεύτερη παρατήρηση που οφείλουμε να κάνουμε είναι ότι τα περιεχόμενα της εθνικής αφήγησης, τα «υλικά» από τα οποία απαρτίζεται και, κυρίως, η διάταξη και η δοσολογία τους διαφέρουν από περίπτωση σε περίπτωση. Έτσι, ενώ π.χ. δεν υπάρχει έθνος που να μην αισθάνεται υπερηφάνεια για την ιστορία του, δεν αντιμετωπίζουν όλα τα έθνη την ιστορία τους ως εξαιρετικά σημαντική για την ταυτότητά τους, όπως το ελληνικό. Για παράδειγμα, στην αμερικανική περίπτωση αυτό που τονίζεται είναι το πνεύμα καινοτομίας και δημιουργικότητας που καθιστά σημείο αναφοράς το μέλλον και όχι το παρελθόν. Ξέρω, θα αντιτείνετε πως αυτό συμβαίνει για αντικειμενικούς λόγους, αφού οι Αμερικανοί δεν διαθέτουν τη δική μας μακραίωνη ιστορία κτλ. Δεν πρόκειται όμως περί αυτού.
Εν πάση περιπτώσει, η διένεξη με την πΓΔΜ για την ονομασία της σχετίζεται (και) με τα περιεχόμενα που προσλαμβάνει ο ελληνικός εθνικισμός. Εάν η Μακεδονία και ο Μέγας Αλέξανδρος εντάσσονται ως απαραμείωτη και διακεκριμένη αναφορά στην τιμημένη εθνική ιστορία, εάν αυτή η εθνική ιστορία (υποτίθεται ότι) έχει τρόπον τινά καταχωρημένα αποκλειστικά «πνευματικά δικαιώματα» επί τούτων, εάν επιπλέον η ιστορία, ιδίως δε η ένδοξη αρχαιότητα, αναβιβάζεται σε κριτήριο υπεροχής του ελληνικού έθνους, τότε… Τότε, τι; Εδώ ακριβώς υπάρχει μια εγγενής απροσδιοριστία στο πώς μπορεί να τοποθετηθεί και να αντιδράσει το κάθε μέλος του έθνους σε αυτά τα συμφραζόμενα. Κι αυτό διότι δεν αφομοιώνουν και δεν επεξεργάζονται οι πάντες με τον ίδιο τρόπο τη μετάδοση της εθνικιστικής ιδεολογίας. Ας πούμε, ορισμένοι που ανησυχούσαν τη δεκαετία του ’90 στην προοπτική αναγνώρισης με το όνομα Μακεδονία (σκέτο ή ως μέρος σύνθετης ονομασίας) της ακατανόμαστης χώρας του βορρά, εικοσιπέντε και πλέον χρόνια μετά κάνουν ορισμένες διαπιστώσεις: ότι το «όχημα» του ονόματος (όπως λεγόταν τότε) δεν οδήγησε σε εδαφικές διεκδικήσεις σε βάρος της Ελλάδας και κανένα σχέδιο μεγάλων δυνάμεων σε βάρος μας δεν τέθηκε σε εφαρμογή. Είναι οι Έλληνες Μακεδόνες που πρώτοι μπορούν να βεβαιώσουν ότι οι «γυφτοσκοπιανοί», όπως τους αποκαλούσαμε τότε (προφανώς λόγω των πολιτισμικών μας περγαμηνών), δεν έχουν κέρατα και ουρά. Όταν πάνε στην πΓΔΜ για ψώνια, για τουρισμό, για να φτιάξουν τα δόντια τους ή ακόμη και για να βάλουν βενζίνη συναντούν κανονικούς ανθρώπους. Και γνωρίζουν ότι η μεγαλύτερη απειλή από δαύτους είναι μήπως έχουν καπαρώσει κάποιο δίκλινο σε θέρετρο της Χαλκιδικής στην peak season.
Υπάρχει, ωστόσο, και ο λαός των σημερινών συλλαλητηρίων ο οποίος δεν διανοείται να συγκατατεθούμε σε οποιαδήποτε «παραχώρηση» επί του ονόματος. Απέναντί του ορθολογικά επιχειρήματα είναι μάλλον μάταια. Είναι δε πιθανότερο όσο πιο πειστικά παρουσιάζονται τόσο μεγαλύτερη αντίδραση να προκαλέσουν. Διότι σε αυτή την περίπτωση το όνομα έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά φετίχ: «Το όνομα μας είναι η ψυχή μας» (και αντιστρόφως: η ψυχή μας είναι το όνομά μας), όπως ήταν ο τίτλος και η κατάληξη της περιβόητης ανοικτής επιστολής του 1992 που απευθυνόταν προς τους ηγέτες της τότε ΕΟΚ (η οποία έφερε μεταξύ άλλων «βαριών» υπογραφών, αυτές του Οδυσσέα Ελύτη και της Μελίνας Μερκούρη).
Ορισμένοι απορούν. «Μα, καλά, όλοι αυτοί δεν αντιδρούν για τα μνημόνια που θίγουν τα υλικά τους συμφέροντα και κάνουν έτσι για ένα όνομα;» Ναι, είναι η απάντηση. Γιατί με τα συμφέροντά μας, όσο σημαντικά κι αν είναι, έχουμε μια εξωτερική σχέση. Ενώ εάν η λέξη –ναι, μια λέξη– είναι χαραγμένη «εντός» μας, δηλαδή την εντοπίζουμε σε ένα βαθύτερο στρώμα της ύπαρξής μας, εάν έχει να κάνει όχι με το τι επιδιώκουμε αλλά με το ποιοι είμαστε, τότε η μετατόπισή της, η αλλαγή χρήσης της, η «οικειοποίησή» της από τρίτους κλονίζει και αποσταθεροποιεί ολόκληρο το είναι μας. Να το πούμε αλλιώς: το πατρικό μας μπορούμε να το πουλήσουμε, την ψυχή μας ποτέ. Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι ότι πολλοί συμπολίτες μας νιώθουν και τώρα αυτόν τον οίστρο που τους κάνει να ανεμίζουν ξανά το σπαθί της παιδικής τους ηλικίας. Mπροστά σ’ αυτό το φοβερό θέαμα βλέπουμε άλλους πολιτικούς να λακίζουν υπό το φόβο του πολιτικού κόστους και άλλους να δικαιώνουν τον αφορισμό ότι ο εθνικισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο κάθε απατεώνα. Κι αναρωτιέμαι αν απομένει στους υπόλοιπους από εμάς κάτι άλλο από το να σηκώνουμε απλώς τα (άδεια) χέρια ψηλά.
* Ο ΣΩΤΗΡΗΣ ΒΑΝΔΩΡΟΣ είναι λέκτορας Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου


Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2018

Στο έλεος των αμετανόητων


ΣΤΑΘΗΣ Ν. ΚΑΛΥΒΑΣ*

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 23.09.2018
«Υ​​​​πάρχουν πολλοί δρόμοι για τον σοσιαλισμό», παρατηρεί πρόσφατα ο Παύλος Παπαδόπουλος, και προσθέτει με τον χαρακτηριστικά προκλητικό του τρόπο «πως η κυβέρνηση των κομμουνιστών καθοδηγεί συνειδητά την Ελλάδα σε έναν από αυτούς». Oμως, τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά των κομμουνιστικών χωρών ήταν ο κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας, η κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και ο πολιτικός αυταρχισμός. Τίποτε από αυτά δεν ισχύει και δύσκολα μπορεί να υποστηρίξει κανείς πως έχουμε πάρει τέτοιο δρόμο.
Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η παρατήρηση αυτή είναι άτοπη. Ο Παπαδόπουλος παραπέμπει στον Νίκο Αλιβιζάτο, ο οποίος πρόσφατα σημείωσε πως η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα της Δυτικής Ευρώπης όπου για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η συντριπτική πλειονότητα των μελών του υπουργικού συμβουλίου έχουν κομμουνιστική προέλευση. Από τα 90 μέλη του υπουργικού συμβουλίου από το 2015 έως σήμερα, 50 προέρχονται από το ΚΚΕ, το ΚΚΕ Εσωτερικού και την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, ενώ 22 από τους υπολοίπους (νεότεροι και πασοκογενείς) έχουν παρεμφερείς καταβολές. Οι αριθμοί αυτοί ξαφνιάζουν, αν και δεν θα έπρεπε, αφού είναι γνωστό πως ένα πολύ σημαντικό ποσοστό των ανθρώπων που συγκρότησαν την ελίτ της χώρας μετά τη Μεταπολίτευση διαπαιδαγωγήθηκε μέσα στις διάφορες κομμουνιστικές νεολαίες. Εδώ προκύπτουν δύο ερωτήματα.
Το πρώτο: Πόσο κομμουνιστές είναι οι πρώην κομμουνιστές; Η πλειονότητα άφησε την εμπειρία αυτή πίσω της όπως ξεπερνάμε τις παιδικές ασθένειες – συναντά μάλιστα κάποιος αρκετούς ακόμη και στη Ν.Δ.! Κάποιοι όμως, και ανάμεσά τους εκείνοι που κυριαρχούν στα υπουργικά συμβούλια του ΣΥΡΙΖΑ, είναι «αμετανόητοι» με την έννοια πως δεν την ξεπέρασαν, κάνοντας την προσωπική τους αυτοκριτική. Oπως δείχνει ο λόγος τους, π.χ., σε συμβολικά ζητήματα στο Ευρωκοινοβούλιο, πιστεύουν ακόμη πως λίγο-πολύ ο κομμουνισμός βρίσκεται στη σωστή πλευρά της Ιστορίας. Προφανώς δεν αυτοσυστήνονται ως κομμουνιστές, αφού μετά την εμπειρία του υπαρκτού σοσιαλισμού η έννοια αυτή είναι τόσο απαξιωμένη, που μόνο λίγοι φανατικοί τη διεκδικούν ανοιχτά. Διέπονται όμως από ένα βαθύτερο ιδεολογικό ένστικτο, από το οποίο πηγάζουν η απέχθεια για αριστεία, η έλξη της κοινωνικής ισοπέδωσης, η αποστροφή προς την οικονομική ελευθερία, η ροπή προς τον αυταρχισμό και η επιθυμία για τον έλεγχο της κοινωνίας.
Εδώ προκύπτει το δεύτερο ερώτημα που θέτει και ο ίδιος ο Παπαδόπουλος: «Και τι σημασία έχουν όλα αυτά όταν ο Τσίπρας συμμορφώθηκε με την Ευρώπη;». Την απάντηση μας δίνει έμμεσα ο Αριστείδης Μπαλτάς, ο κατεξοχήν ιδεολογικός γκουρού του ΣΥΡΙΖΑ. Μιλώντας στην παρουσίαση του βιβλίου του («Ονόματα του Κομμουνισμού») σε μια αίθουσα γεμάτη υπουργούς και κυβερνητικά στελέχη (μαζί και ο πρωθυπουργός), χαρακτήρισε την κυβερνητική πρακτική του ΣΥΡΙΖΑ ως «μεταμφίεση», κάτω από την οποία υποτίθεται πως κρύβεται (ή θα έπρεπε να κρύβεται) η αληθινή του ιδεολογία και στόχοι.
«Γραφικότητες» θα σκεφτούν οι περισσότεροι. «Να μια άλλη θλιβερή απόπειρα συμβιβασμού της παλιάς φλόγας του νεανικού ρομαντισμού με την πεζή πραγματικότητα του καθημερινού οπορτουνισμού». Αυτό εν μέρει ισχύει – πρόκειται για το κλασικό σύνδρομο της απόπειρας συμβιβασμού δύο αντιφατικών ροπών. Oμως, παρά τον εξευτελιστικό συμβιβασμό του 2015, που τους ανάγκασε να εφαρμόσουν «νεοφιλελεύθερες» πολιτικές σε κάποιους τομείς και μια απογοητευτική διαχείριση της εξουσίας που τους ανέδειξε σε μικροπρεπείς και ενίοτε αποκρουστικούς πολιτικάντηδες, οι άνθρωποι αυτοί εξακολουθούν να γραπώνονται από τα ψήγματα μιας ιδεολογίας που εντέλει διαμόρφωσε καθοριστικά την προσωπική τους ταυτότητα.
Αυτό είναι επικίνδυνο. Oχι επειδή κάποια στιγμή ο κομμουνισμός θα ξεπροβάλλει μπροστά μας μέσα από τον ΣΥΡΙΖΑ, όπως ο κακός λύκος στην Κοκκινοσκουφίτσα, αλλά γιατί ακόμη και ευνουχισμένα τα ιδεολογικά του αντανακλαστικά θα τον οδηγούν αναπόφευκτα, όπως άλλωστε διαπιστώνουμε καθημερινά, σε πολιτικές που εγγυώνται τη μακροπρόθεσμη μιζέρια, το τέλμα και την παρακμή της χώρας.
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.


Η χοληστερίνη της δημοκρατίας


ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ*

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 23.09.2018 ΕΦΗΜ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:IΔEEΣ
Η ​δημοκρατία παράγει δημαγωγούς όπως το σώμα χοληστερίνη – είναι αναπόφευκτο. Υπάρχει εξήγηση. Σε συνθήκες ομαλότητας, η δημοκρατία είναι το πολίτευμα στο οποίο ο ψηφοφόρος ελπίζει ότι, με την ψήφο του, θα συμβάλει να γίνουν τα πράγματα καλύτερα – και για τον εαυτό του και για τη χώρα. Δίχως την προοπτική της ελπίδας, η ψήφος δεν έχει νόημα. Οι δημαγωγοί εκμεταλλεύονται την ελπίδα – πουλάνε ελπίδα. Ανταποκρίνονται στην επιθυμία του ψηφοφόρου για ένα καλύτερο αύριο.
Οταν ο Καραμανλής το 2009 μιλούσε για «πάγωμα» των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων (το λιγότερο που μπορούσε να κάνει μετά τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό που προκάλεσε), ο Παπανδρέου υποσχόταν αυτάρεσκα «λεφτά υπάρχουν». Οταν ο Παπανδρέου εφάρμοζε τη μνημονιακή λιτότητα, ο Σαμαράς βροντοφώναζε «θα επαναδιαπραγματευθούμε τους όρους του μνημονίου». Οταν ο Σαμαράς εφάρμοζε το δεύτερο μνημόνιο, ο Τσίπρας ωρυόταν «θα σκίσω τα μνημόνια». Οσο ο Τσίπρας υλοποιούσε το τρίτο μνημόνιο, ο Μητσοτάκης υποσχόταν «θα επαναδιαπραγματευθώ τα πρωτογενή πλεονάσματα». Στη μεταμνημονιακή πολιτική αγορά δε, όλοι κάνουν προσφορές!
Συμπέρασμα: στη δημοκρατία, σε συνθήκες πόλωσης, ανέχειας και μειωμένης αίσθησης αξιακών-θεσμικών περιορισμών όπως η ελληνική, υπάρχουν ισχυρά κίνητρα υπερθεματισμού – να υπερκεράσεις τον αντίπαλό σου προσφέροντας περισσότερη ελπίδα. Ο πλειοδότης κερδίζει.
Οι δημαγωγοί
Γιατί «άγεται» ο «δήμος» από τους δημαγωγούς; Διάφοροι λόγοι:
Πρώτον, η ελπίδα είναι μια επιταγή που θα εξοφληθεί αργότερα – έχει δυνητική αξία. Καλύτερα να πιστέψω μια υπόσχεση που ίσως υλοποιηθεί στο μέλλον, παρά να διαιωνίσω ένα παρόν που βιώνω ή κρίνω ως ανεπιθύμητο.
Δεύτερον, οι ψηφοφόροι πάσχουν από πολιτική άγνοια και περιορισμένο πολιτικό ορθολογισμό. Τα θέματα της σύγχρονης διακυβέρνησης είναι πολλά και σύνθετα. Οι πολίτες συχνά αγνοούν βασικές πληροφορίες και γεγονότα, ενώ δεν είναι ενημερωμένοι για το υπόβαθρο επιμέρους πεδίων αποφάσεων. Οκτώ στους δέκα Ελληνες αγρότες πιστεύουν ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στην Ε.Ε. ωφέλησε περισσότερο την Ε.Ε. παρά την Ελλάδα! Ερευνες δείχνουν ότι οι ψηφοφόροι αξιολογούν την πολιτική ενημέρωση όπως οι φίλαθλοι αποτιμούν τις πληροφορίες για την ομάδα τους: μεροληπτικά. Η άγνοια και η μεροληψία των ψηφοφόρων είναι πρώτη ύλη για τους δημαγωγούς.
Τρίτον, ο δημαγωγός επιτελεί ένα γνωστικό έργο για τον ψηφοφόρο: απλοποιεί σύνθετα θέματα και προτείνει εύπεπτες λύσεις. Δημιουργεί στον πολίτη την ψευδαίσθηση της γνώσης. Σύνθετα φαινόμενα ερμηνεύονται με μονοαιτιακές εξηγήσεις. Απεχθάνεσαι τη λιτότητα; Να καταργηθεί το μνημόνιο. Θέλεις να έχουν δουλειές οι νέοι μας;
Εξω οι μετανάστες. Πιστεύεις στην εθνική κυριαρχία; Οχι στην Ε.Ε. Τόσο απλά!
Τέταρτον, οι δημαγωγοί δεν έχουν αναστολές να ψεύδονται, να καλλιεργούν την εχθροπάθεια, να θυματοποιούν τον «δήμο» και να εξάπτουν τον φόβο. Ο Θουκυδίδης και ο Αριστοφάνης περιγράφουν τον Κλέωνα ως έναν τραχύ, φιλοκατήγορο και αδίστακτο λαοπλάνο, ο οποίος, κινητοποιώντας τα πιο ταπεινά ένστικτα των συμπολιτών του, εκχυδάισε τον πολιτικό λόγο της αρχαίας Αθήνας. Ο δημαγωγός θριαμβεύει όταν καταφέρνει να μετακινήσει τον δημόσιο διάλογο στο γήπεδό του – στην επικράτεια του ακατέργαστου αρνητικού συναισθήματος.
Ο δημαγωγικός λόγος πουλάει ελπίδα για το μέλλον αλλά θεμελιώνεται σε νοσταλγικά χρωματισμένες φαντασιώσεις για το παρελθόν. Η πραγματικότητα προσεγγίζεται με βάση όχι ένα όραμα ρεαλιστικής προοπτικής, αλλά την ανακατασκευή εθνικών μύθων. Οσο πιο χαρισματικός είναι ο δημαγωγός, τόσο μεγαλύτερη προσοχή προσελκύει, ιδιαίτερα σε συνθήκες επικοινωνιακής αφθονίας και αμεσότητας.
Δημοκρατία και ελίτ
Η νοσταλγία του παλαιού μεγαλείου της Βρετανίας έδωσε πνοή στο σύνθημα του Τζόνσον «θέλουμε να πάρουμε πίσω τον έλεγχο της χώρας». Η αγωνία για τον ρόλο της Αμερικής σε έναν πολυπολικό κόσμο εμπνέει την αντίληψη του Τραμπ «να κάνουμε την Αμερική μεγάλη ξανά». Η ελκυστική αυτοεικόνα του αντιστεκόμενου έθνους (ιδιαίτερα απέναντι στους Γερμανούς!) έδωσε τη δυνατότητα στον Τσίπρα να υπόσχεται «θα σκίσω το μνημόνιο». Οταν οι φαντασιώσεις συντονίζονται με το λαϊκό θυμικό, σε συγκεκριμένες συγκυρίες, παράγουν ένα είδος «μαγικής σκέψης» που παρακάμπτει τη σύνθετη πραγματικότητα.
Η δημοκρατία παράγει καλά αποτελέσματα για την ποιότητα ζωής των πολιτών στο μέτρο που η βούληση του κυρίαρχου λαού διηθείται από τη θεσμική λογική. Οι λαϊκές επιθυμίες τείνουν να είναι συγκυριακές, αντιφατικές και ευμετάβολες· πρέπει να εξισορροπούνται από τη στρατηγική οπτική γωνία των πολιτικών-θεσμικών ελίτ. Aν αυτή η οπτική έχει εξασθενήσει (π.χ. Συντηρητικό Κόμμα στη Βρετανία) ή χρονίως απουσιάζει (π.χ. Ελλάδα), η δημοκρατία είτε κυριεύεται από ναρκισσιστές τύπου Τζόνσον είτε απολιθώνεται και χάνει την ικανότητα διαχείρισης συλλογικών προβλημάτων, δίνοντας έτσι την ευκαιρία ανάδειξης σε νεοδημαγωγούς τύπου Τσίπρα.
Η δημοκρατία δεν είναι ο Κήπος της Εδέμ, αλλά ένα εργαλείο διαχείρισης της συλλογικής αβεβαιότητας. Οταν δεν δουλεύει καλά (όταν, δηλαδή, δεν προστατεύει τους πολίτες από την εξαθλίωση και την αδικία), ο «δήμος» έλκεται από δημαγωγούς που υπόσχονται να την κάνουν να δουλέψει καλύτερα. Στις καλές της στιγμές εξισορροπεί το βραχυχρόνιο με το μακροχρόνιο, το επιμέρους με το καθολικό, την άμεση με τη στρατηγική ικανοποίηση αναγκών. Από γνωστικής απόψεως, η δημοκρατία έχει το πλεονέκτημα της σοφίας του πλήθους (γνωστική ποικιλότητα), αλλά πάσχει από το μειονέκτημα της πολιτικής άγνοιας (γνωστική ανεπάρκεια των ατόμων). Η εξουσία του «δήμου» ενισχύει το πλεονέκτημα, ενώ η εξουσία των πολιτικών-θεσμικών ελίτ, στο πλαίσιο του κράτους δικαίου, αποδυναμώνει το μειονέκτημα.
Οι δημαγωγοί, προσεγγίζοντας απλοϊκά, φαντασιωσικά και με ακατέργαστα συναισθηματικό τρόπο τα λαϊκά παράπονα, υποσκάπτουν το κύρος των πολιτικών-θεσμικών ελίτ. Οι τελευταίες, στο μέτρο που κατοικούν σε ένα αυτοαναφερόμενο σύμπαν, αποκόπτονται από τον «κοινό λόγο» και τείνουν να αγνοούν τις ανάγκες του «δήμου».
Η δημοκρατία παραμένει αυτό που πάντοτε ήταν – μια δύσκολη, διαρκής και επισφαλής άσκηση ισορροπίας, δηλαδή ένα κατόρθωμα!
* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.



Τα λάθη και η λήθη της Αριστεράς


ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΡΕΒΕΛΑΚΗΣ*

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 23.09.2018 ΕΦΗΜ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Ε​​ίθισται να παραλληλίζονται οι πολιτικές εξελίξεις στη Γαλλία και στην Ελλάδα. Οι κοινές πορείες, όμως, αποκλίνουν σαφώς κατά την κρίσιμη περίοδο μετά τη γερμανική κατοχή, παρά τις αναλογίες στα ιστορικά και πολιτικά δεδομένα. Η απόκλιση οφείλεται στην εκ διαμέτρου αντίθετη στάση τής εκατέρωθεν Αριστεράς.
Το γαλλικό κομμουνιστικό κόμμα δέχθηκε να ενταχθεί στο πολιτικό σύστημα. Συνέβαλε, έτσι, στη δημοκρατική ομαλότητα και την αναδιοργάνωση της χώρας. Η Γαλλία κατόρθωσε να ξεπεράσει την κρίση της απο-αποικιοποίησης και να διεκδικήσει πρωτεύοντα ευρωπαϊκό και διεθνή ρόλο. Η επακόλουθη πνευματική ακτινοβολία της έχει ως αφετηρία την ατμόσφαιρα ιδεολογικής ελευθερίας, η οποία δημιουργήθηκε και εξαπλώθηκε χάρη στη συνεννόηση Αριστεράς και Δεξιάς κατά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων.
Στην Ελλάδα, αντιθέτως, το ΚΚΕ, χωρίς στρατηγική σκέψη, αντί για συμβιβασμό, επεδίωξε τη ρήξη, τη σύγκρουση. Ως συνέπεια, το κόμμα όδευσε στην καταστροφή και η χώρα οπισθοδρόμησε κοινωνικά και πολιτικά. Η βαριά σκιά του Εμφυλίου ελάφρυνε μετά τη δικτατορία και την κυπριακή ήττα. Η ad hoc εθνική συμφιλίωση λειτούργησε χάρη στην ανανεωμένη ηγεσία στα δύο ΚΚΕ, όπου πρωτεύοντα ρόλο διαδραμάτισε ο πρωτεργάτης της κομμουνιστικής αυτοκριτικής, ο Λεωνίδας Κύρκος: «Επρεπε να δούμε το χάος που σπέρναμε», είπε σχολιάζοντας τα Δεκεμβριανά στην τελευταία του συνέντευξη. «Περιτρίμματα», «άνθρωποι γελοίοι, χωρίς καμιά προπαιδεία», χαρακτήρισε τα τότε ηγετικά στελέχη τα οποία, με τις αποφάσεις τους, οδήγησαν τη χώρα στην άβυσσο του Εμφυλίου και τους οπαδούς τους σε φυλακές, εξορίες και εκτελεστικά αποσπάσματα.
Μετά την Κατοχή, η ελληνική Αριστερά βρέθηκε μπροστά σε μιαν ανέλπιστη ευκαιρία να επηρεάσει αποφασιστικά την οικονομική και κοινωνική εξέλιξη της χώρας. Καλώς ή κακώς, η πολιτική ηγεσία της χώρας ήταν απαξιωμένη. Είναι αλήθεια ότι η Ελλάδα, με τη συμφωνία της Γιάλτας, είχε ενταχθεί στην επιρροή της Δύσης. Ομως, το 1944 ο Ψυχρός Πόλεμος δεν είχε καν ξεκινήσει. Η συμμετοχή της κομμουνιστικής Αριστεράς στη νέα πολιτική αρχιτεκτονική ήταν απολύτως εφικτή. Το σπάνιο αυτό παράθυρο ευκαιρίας έκλεισε, καθώς επεκράτησαν ο τακτικισμός και ο τυχοδιωκτισμός.
Εβδομήντα χρόνια αργότερα προέκυψαν και πάλι συνθήκες οι οποίες επέτρεψαν στην Αριστερά να πρωτοστατήσει στην ελληνική πολιτική ζωή. Η κρίση που ξέσπασε το 2010, αν και μη συγκρίσιμη με την εμπειρία της Κατοχής, οδήγησε επίσης στην απαξίωση του πολιτικού συστήματος. Στη συντριπτική πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας διαμορφώθηκε ένα ισχυρό αίτημα για αλλαγή. Η Αριστερά διέθετε έντονη παρουσία και επιρροή στα πάσης φύσεως πολιτικο-κοινωνικά δίκτυα· ταυτοχρόνως, όμως, η περιορισμένη κοινοβουλευτική της ισχύς τής επέτρεπε να καλλιεργεί μια εικόνα αντισυστημικότητας. Ετσι, για πρώτη φορά έπειτα από επτά δεκαετίες, της δόθηκε η δυνατότητα να διεκδικήσει την πολιτική ηγεμονία. Με κατάλληλες συμμαχίες, είχε το έδαφος να εισαγάγει ριζικές τομές στη νοσούσα ελληνική κοινωνία.
Η Αριστερά επανέλαβε, όμως, τις παλαιές συμπεριφορές. Τα στρατηγικά λάθη της τρέχουσας ηγεσίας έχουν επισημανθεί, έσωθεν και έξωθεν – είναι ανάλογα με τις αστοχίες της ηγεσίας του ΚΚΕ τη δεκαετία του 1940: κακή εκτίμηση των διεθνών συσχετισμών, υπεροπτική αντιμετώπιση των υπολοίπων πολιτικών δυνάμεων, διχαστικός λόγος, πολιτική βουλησιαρχία, τυχοδιωκτισμός, αυταρχισμός.
Καθώς η θητεία της παρούσας διακυβέρνησης λήγει, η αποτυχία της είναι πανταχόθεν ορατή. Η ελληνική Αριστερά απεδείχθη κατωτέρα των περιστάσεων. Εχασε την ευκαιρία να καταστεί δομικός παράγων για τον εκπολιτισμό της ελληνικής κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Εάν οι επόμενες εκλογές οδηγήσουν σε σταθεροποιητικό αποτέλεσμα, η κυβερνώσα Αριστερά πολιτικά θα ξαναβρεθεί, λίγο πολύ, στη θέση την οποία κατείχε πριν από τη μεγάλη ευκαιρία – και μάλιστα με σημαντικά μειωμένη πνευματική και ιδεολογική επιρροή. Στην αντίθετη περίπτωση πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής αστάθειας, θα επιφορτιστεί με βαριές ευθύνες, όπως η ηγεσία του ΚΚΕ τη δεκαετία του 1940. Η Ιστορία διαδραματίζεται αρχικά ως τραγωδία και, κατόπιν, επαναλαμβάνεται ως φάρσα. Η σύγκριση του 1944 με το 2015 μοιάζει να επιβεβαιώνει το απόφθεγμα του Μαρξ· δεν μπορούμε, πάντως, ακόμη να είμαστε βέβαιοι ότι θα αποφευχθεί η «περιπέτεια» – μια τραγική κατάληξη.
Αφανείς ενέργειες στην πολιτική αρένα μπορούν να οδηγήσουν σε αλληλουχία εξελίξεων οι οποίες, στην κατάλληλη συγκυρία, καθίστανται καθοριστικές. Πόσοι εκτός αριστερού «γκέτο» έδωσαν σημασία στον μεταπολιτευτικό οξύ ανταγωνισμό ανάμεσα στα στελέχη τού πάλαι ποτέ ΚΚΕ Εσωτερικού; Πόσοι διεπίστωσαν ότι απέβη εις βάρος των ανανεωτικών και πεπαιδευμένων; Στους επικρατήσαντες έλαχε ο κλήρος να διαχειριστούν τη δεύτερη ιστορική ευκαιρία της Αριστεράς. Ασυγκρίτως διαφορετικές θα ήταν σήμερα οι προοπτικές της χώρας, αν είχαν επιβιώσει, αν δεν είχαν εξοντωθεί πολιτικά, ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης και ο Γρηγόρης Γιάνναρος· στελέχη με στρατηγική σκέψη, ευρωπαϊκό άνοιγμα, γενική παιδεία και, μην το υποτιμούμε, χιούμορ… – εν δυνάμει, οι συνεχιστές του Λεωνίδα Κύρκου.
* Ο κ. Γιώργος Πρεβελάκης είναι καθηγητής Γεωπολιτικής στη Σορβόννη (Paris I).