ΤΟ ΑΠΟΛΩΛΟΣ ΠΡΟΒΑΤΟ συλλογή διηγημάτων
Μια απολαυστική συλλογή διηγημάτων, μωσαϊκό μιας 40ετίας.
Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018
Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018
ΠΕΡΙ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΕΚΔΡΟΜΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ
Η άποψη
διατυπώνεται περίπου ως εξής: οι εκδρομές των σχολείων στο εξωτερικό πρέπει να
περιοριστούν ή και να σταματήσουν διότι χωρίζουν τους μαθητές σε 2 κατηγορίες,
τους προνομιούχους και μη. Ως αποτέλεσμα δημιουργούνται ψυχολογικά
συμπλέγματα όπως αισθήματα μειονεξίας,
περιθωριοποίησης, υποτίμησης.
Απαντώ : κατ’
αρχάς, κατανοητές οι αντιδράσεις κι έχουν τη συμπάθειά μου. Ειλικρινά, με
στενοχωρεί το γεγονός ότι μια οικογένεια
δυσκολεύεται ή αδυνατεί να υποστηρίξει οικονομικά τη συμμετοχή του παιδιού της
σε μια τόσο σημαντική εκδήλωση του
σχολείου. Προέρχομαι από τέτοια οικογένεια και δεν ξεχνώ.
Όμως.Ο ρόλος του
σχολείου δεν εξαντλείται αυστηρά στις ώρες διδασκαλίας. Κάθε δραστηριότητα,
οποιασδήποτε φύσεως και χαρακτήρα, έχει
παιδαγωγική αξία για τους μαθητές (ακόμη, και για τους καθηγητές). Οι
εκπαιδευτικές εκδρομές , και οι μη εκπαιδευτικές, είναι μοναδική ευκαιρία οι
μαθητές , έξω απ’ το αυστηρό πλαίσιο του μαθήματος να αφομοιώσουν εμπειρίες και
παραστάσεις με πολύ πιο ευχερή τρόπο. Να έρθουν πιο κοντά με τους καθηγητές τους
ως άνθρωπος με άνθρωπο πια. Να συνάψουν σχέσεις. Να κοινωνικοποιηθούν. Να
έρθουν πρόσωπο με πρόσωπο με την εμπειρία που μόνο θεωρητικά γνωρίζουν. Να
μάθουν, να οργανώσουν και να οργανωθούν. Να αισθανθούν ευθύνη. Να εκφράσουν
ευχαριστώ στους γονείς τους που τους πρόσφεραν την ευκαιρία σε δύσκολες
οικονομικές συνθήκες. Να θυμούνται σπουδαία πράγματα και να είναι υπερήφανοι : «πήγα κι εγώ», «ήμουνα κι εγώ
εκεί».
Ειδικά οι
εκδρομές εξωτερικού παρέχουν μια σπάνια ευκαιρία στα παιδιά να γνωρίσουν τους
ανθρώπους , τη ζωή , τον πολιτισμό , τα επιτεύγματα των συμπολιτών μας
Ευρωπαίων. Να βγουν απ’ τα σύνορα, να δουν πώς ζει ο άλλος κόσμος, να ανεβάσουν
τον πήχυ, να δουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη, να νιώσουν πολίτες του κόσμου,
του πολιτισμένου κόσμου. Σπουδαία ευκαιρία και για πολλά παιδιά μοναδική. Είναι
δύσκολο έως αδύνατο τα μέλη μιας οικογένειας να ταξιδέψουν μαζί στις παρούσες
συνθήκες. Είναι σαφώς πιο εύκολο να γίνει για ένα μέλος της και μάλιστα όταν το
οικονομικό της μέρος είναι γνωστό απ’ την αρχή της σχολικής χρονιάς. Και με
δυνατότητα σταδιακής αποπληρωμής.
Οι οικονομικές
ανισότητες είναι μέσα στη ζωή και οφείλουμε να παλεύουμε ατομικά και συλλογικά
για να τις εξομαλύνουμε.
Θα στερηθούν οι γονείς; Να
στερηθούν.
Τη δική τους εκδρομή; Τη δική
τους εκδρομή.
Δε θα μπορέσουν κάποια παιδιά ν’
ακολουθήσουν. Δεν πειράζει. Θα τους δοθεί άλλη ευκαιρία. Είναι αυτό επαρκής
λόγος για να πούμε όχι σε όλους; Θέλουμε την ισοπέδωση προς τα κάτω; Τη δική
μας προσωρινή αδυναμία θέλουμε να την επιβάλουμε και στους άλλους. Ψόφησε η
δική μας κατσίκα; Να ψοφήσει κι η κατσίκα του γείτονα.
Να κλειστούμε τότε στο σχολείο
και να περιοριστούμε στα τυπικά. Να κλείσουμε και τα σύνορα και να βράσουμε στο
ζουμί μας. Να γυρίσουμε στις παλιές «καλές
και αγνές» εποχές. Που τα παιδιά μάθαιναν «γράμματα», όχι όπως σήμερα. Που ο
καθηγητής κι ο δάσκαλος δέρνανε που και που αλλά τα παιδιά μάθαιναν να
σέβονται. Στο παλιό καλό σχολείο, δηλαδή, απ’ το οποίο αποφοίτησαν οι φωστήρες
που έφτασαν την Ελλάδα σ’ αυτό το χάλι.
Η εφηβεία όμως με τις
ανεπανάληπτες εμπειρίες της δε θα επαναληφθεί. Στους νέους οφείλουμε να δίνουμε
αισιόδοξη προοπτική, να τους ανοίγουμε τα φτερά και όχι να τους καταπλακώνουμε
με τη μιζέρια ενός κόσμου για τον οποίον είναι οι μόνοι που δεν ευθύνονται.
Η πρότασή μου
λοιπόν είναι όχι μόνο να περιοριστούν αλλά να γίνουν υποχρεωτικές οι εκδρομές
εξωτερικού. Να γενικευθούν τα προγράμματα ανταλλαγής μαθητών με άλλα ευρωπαϊκά
σχολεία. Η πολιτεία να επιδοτεί μια ετήσια πολυήμερη εκπαιδευτική εκδρομή για
την γ΄ γυμνασίου και μια για το λύκειο αντί να υποκρίνεται πως θλίβεται τάαχα
για το δράμα των παιδιών που δε συμμετέχουν, νίπτοντας τας χείρας της και πετώντας για άλλη μια φορά το μπαλάκι στους
καθηγητές και στους γονείς. Ας φροντίσει να θεσπίσει διαφανείς , απλές και όχι
πολύπλοκες γραφειοκρατικές διαδικασίες που να διασφαλίζουν επιτυχία και
αποτελεσματικότητα στο εγχείρημα.
Η Ευρώπη είναι
το σπίτι μας.
Ας γνωριστούμε τα μέλη μεταξύ μας
κι ας μην υψώνουμε τείχη.
ΥΓ1 : δεν αγνοώ τις παρατυπίες και τις
συμφωνίες κάτω απ’ το τραπέζι μεταξύ (ορισμένων) καθηγητών και (ορισμένων) ταξιδιωτικών γραφείων με αμοιβαίο όφελος. Αν το
πλαίσιο είναι καλά οργανωμένο και ελέγξιμο, τα φαινόμενα αυτά θα περιοριστούν.
ΥΓ2 : το παιδί του πλούσιου θα
έχει πολλές ευκαιρίες να δει και να ξαναδεί την Ευρώπη. Το παιδί του φτωχού έχει
αυτή τη μια ευκαιρία του σχολείου. Και αυτή τη μία του την κόβουν. Και του την
κόβουν στο όνομα της φτώχειας του.
ΥΓ3: στα περί «μπορντέλων» του υφυπουργού παιδείας Ζουράρη απαντώ: δεν
υπάρχει χυδαία γλώσσα, υπάρχουν χυδαίοι άνθρωποι.
Κι όχι τίποτε άλλο, στεγαζόμαστε
και στον ίδιο εκδοτικό οίκο. Shame.
ΥΓ4 : τα ταξίδια στο εξωτερικό
ξεκίνησαν μετά την είσοδο της Ελλάδας στο ευρώ, όταν τα αεροπορικά ταξίδια
έγιναν φθηνότερα ίσως κι από ένα αντίστοιχο ταξίδι στην Ελλάδα (κάτι που
παραβλέπουν οι οπαδοί της δραχμής). Στην Ελλάδα όμως περισσεύουν οι ακραίες
λογικές: ή χρεωνόμαστε ως το λαιμό με διακοποδάνεια ή κλείνουμε τα πόρτες και
ψοφάμε στη μιζέρια.
Π.Κ.
6/1/2018
Μενουμευρωπαίος.
Τρίτη 2 Ιανουαρίου 2018
Πόθεν το κοινόν άσμα «Μακεδονία ξακουστή»
ΤΙΚΕΕπειδή γνώση δίχως ανάγνωση, στον κόσμο της γραφής όπου κατοικούμε, δεν
γίνεται, ξανακοιτάζω την «Ιστορία της Μακεδονίας 1354-1833» του Απόστολου
Βακαλόπουλου (Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1988). Εισαγωγή, παράγραφος πρώτη:
«Με τον όρο “Μακεδονία” δεν εννοώ μόνο την ελληνική (Νότια) Μακεδονία ή την
αυτόνομη (βόρεια) γιουγκοσλαβική, αλλά την “μείζονα” έκταση που είχε περίπου η
χώρα αυτή κατά την αρχαιότητα, έκταση που συμπίπτει σχεδόν με την αντίστοιχη
της εποχής των τελευταίων χρόνων της τουρκοκρατίας. Αν λαμβάνω υπ’ όψη μου τις
ακραίες αυτές χρονικά εποχές, το κάνω γιατί κατά τους μέσους χρόνους ο
γεωγραφικός όρος Μακεδονία είναι αόριστος, και στους βυζαντινούς συγγραφείς
γενικά –χωρίς να μνημονεύουμε βέβαια τις εξαιρέσεις– σημαίνει συχνά το
μεγαλύτερο τμήμα της Αλβανίας, την Βόρεια Θράκη (Ανατολική Ρουμελία της
τουρκοκρατίας) ή την σημερινή Νότια Βουλγαρία, συχνά και την σημερινή Θράκη».
Μύλος; Οπως και να ’χει, με το «περίπου», το «σχεδόν» και το «αόριστος
γεωγραφικός όρος» ο ιστορικός προειδοποιεί ότι κινούμαστε σε επισφαλές έδαφος.
Και με την υποσημείωσή του για τη λέξη «γιουγκοσλαβική» του κειμένου του μας
δείχνει καθαρά ότι το ίδιο όνομα μπορεί να αλλάζει νόημα κατά τον χρήστη του:
«Από νωρίς πολλοί Σλάβοι χρησιμοποιώντας τον όρο “Μακεδονία” αναφέρονται κυρίως
στην Βόρεια Μακεδονία, την πέρα από την σημερινή ελληνική Μακεδονία, από την
οποία χωρίζεται με υψηλούς βορεινούς όγκους. (Βλ. π.χ. τον C. Jirecek,
Geschichte der Bulgaren, Prag 1876, σ. 510, 577, όπου χρησιμοποιεί τον όρο
“Μακεδονία” με την έννοια Βόρεια Μακεδονία)».
Το 1988 λοιπόν, τέσσερα χρόνια πριν συλλαλητηρίων, ο Απόστολος Βακαλόπουλος
(1909-2000), συγγραφέας και της εξάτομης «Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού», που
οδήγησε αρκετούς να τον αποκαλούν «νέο Παπαρρηγόπουλο» ή «εθνικό ιστοριογράφο»,
γράφει και υπογράφει ένα αυτονόητο που η αμάθεια, η λαϊκιστική προπαγάνδα και ο
καπηλικός εθνικισμός το εκτόπισαν από τα αυτονόητα και το κατέταξαν στα εθνικώς
αδιανόητα, ανάρμοστα και ανήθικα. Οτι δηλαδή η Μακεδονία, επιστημονικά,
γεωγραφικά, ιστοριογραφικά, δεν είναι μία και δεν είναι όλη ελληνική, κι ας
επιμένουν τα συνθήματα σε γήπεδα, ναούς και συλλαλητήρια. Υπάρχει η Νότια
Μακεδονία, η ελληνική, και η Βόρεια. Η Κάτω και η Ανω, όπως επίσης τις αποκαλεί
ο Βακαλόπουλος.
«Τα μέρη αυτά της Μακεδονίας», διαβάζουμε αράδες γραμμένες όταν η
Γιουγκοσλαβία ήταν ενιαία, «κατέχονται σήμερα από την Ελλάδα, την Γιουγκοσλαβία
και την Βουλγαρία. Με την έκταση σχεδόν αυτή περιγράφεται η Μακεδονία στα
βιβλία των ευρωπαίων περιηγητών κατά τους τελευταίους αιώνες. Οι περιοχές των
Σκοπίων (Skopje) και Τέτοβο δεν αποτελούν στην πραγματικότητα μέρη της
Μακεδονίας, αλλά της παλαιάς Σερβίας, όπως παρατηρούσε κιόλας στα 1907 ο
επιφανής Σέρβος ανθρωπογεωγράφος και πατριώτης J. Cvijic». Παρ’ όλ’ αυτά,
εξηγεί ο ιστορικός, «στον βορειοδυτικό χώρο της “μείζονος” Μακεδονίας
περιλαμβάνω –ακολουθώντας τη σύγχρονη πραγματικότητα– και τα Σκόπια, που
ουσιαστικά βρίσκονται έξω από αυτήν». Τα Σκόπια που, όπως έγραφε ο Τούρκος
γραμματικός του 17ου αιώνα Χατζή Κάλφα και μνημονεύει ο Βακαλόπουλος, «στην
αρχαιότητα ονομάζονταν η “νύφη της Ελλάδος”!»
Ανω και Κάτω Μακεδονία λοιπόν. Βόρεια και Νότια. Που σημαίνει το πολύ απλό:
Η ελλαδική Μακεδονία είναι οπωσδήποτε ελληνική, αλλά μόνο η ελλαδική. Δεν
συντρέχει λοιπόν κανένας άλλος λόγος πλην της υποκρισίας να λένε «η Μακεδονία
ΜΑΣ» οι πολιτικοί, οι πολιτικάντηδες, οι πολιτευόμενοι ιεράρχες και οι
«διοργανωτές μαχητικών events» και –αίφνης– συλλαλητηρίων. Ακριβώς όπως δεν
συντρέχει λόγος να λένε «η Πελοπόννησός ΜΑΣ» ή «η Στερεά Ελλάδα ΜΑΣ».
Εχει πάντως τεράστιο ενδιαφέρον για την ιστορική μας αυτογνωσία, αν την
αντέχουμε, το πώς έγινε ελληνική η ελλαδική Μακεδονία: με πολέμους, ανταλλαγές
πληθυσμών, ρητές ή άρρητες απαγορεύσεις όσον αφορά τη χρήση άλλων γλωσσών, πέρα
από την ελληνική, απαγόρευση ακόμα και μουσικών οργάνων, λ.χ. της γκάιντας.
Γιατί; Μα επειδή, σύμφωνα με την εθνικώς ορθή αδαημοσύνη και μικρότητα, η
γκάιντα υποδήλωνε ανθελληνισμό και φιλοβουλγαρισμό. Γι’ αυτό και την τσάκιζαν
οι χωροφύλακες, εισβάλλοντας σε σπίτια «υπόπτων για εθνική μειοδοσία» ή
διαλύοντας πανηγύρια. Πράγμα που μάλλον δεν το θυμάται, ή δεν το αξιολογεί σαν
σοβαρό, ο Μίκης Θεοδωράκης, παρότι άνθρωπος της μουσικής, εκτός από πατέρας της
εσβεσμένης «Σπίθας».
Και επειδή ο λόγος περί μουσικής, για να μάθω για το «Μακεδονία ξακουστή»,
που εκπαίδευσε στο βλακώδες μίσος σειρές και σειρές φαντάρων μας, ανοίγω άλλο
βιβλίο, του 2016, μάλλον «ανθελληνικό», αφού μιλάει για πράγματα που το εθνικώς
φρόνιμο θα ήταν να τα περιλάβει η σιωπή στη δικαιοδοσία της, ας πούμε για την
επινόηση παράδοσης. Παραθέτω από το βιβλίο της Μαρίκας Ρόμπου-Λεβίδη
«Επιτηρούμενες ζωές: Μουσική, χορός και διαμόρφωση της υποκειμενικότητας στη
Μακεδονία» (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια): «Στις μέρες μας, οι περισσότερες παραστάσεις
ή ανεπίσημες παρουσιάσεις μακεδονικών χορών που πραγματοποιούνται στη Μακεδονία
ή σε υπερτοπικό επίπεδο συμπεριλαμβάνουν –και συχνά ανοίγουν– με το καθιερωμένο
πια τραγούδι και χορό “Μακεδονία ξακουστή”. [...]
Σε εθνικό πλαίσιο, αυτό το τραγούδι έχει λάβει διαστάσεις ύμνου της
μακεδονικότητας. [...] η διερεύνηση του συγκεκριμένου μουσικού και χορευτικού
συνόλου έδειξε ότι πρόκειται για το πιο ηχηρό παράδειγμα πολιτισμικής
κατασκευής. [...] Πρώτον, μουσικολογικά δεν πρόκειται για “παραδοσιακή”
μελωδία. Δεύτερον, κινησιολογικά, το χορευτικό βήμα παρουσιάζει έλλειμμα
εντοπιότητας, δημιουργικής φαντασίας και “αυθεντικότητας”. Τρίτον, μορφολογικά,
ο στίχος δεν παραπέμπει στις συμβάσεις του δημοτικού τραγουδιού. Τέλος,
τέταρτον, το περιεχόμενο του στίχου επίσης διαφέρει από αυτό των δημοτικών
τραγουδιών και είναι καθαρά εθνικιστικού χαρακτήρα».
Αν τους κακότεχνους στίχους του τραγουδιού τους έφτιαξε όντως κάποιος
δάσκαλος (σαν μετωνυμία του εκπαιδευτικού συστήματος), δεν έχει αποδειχθεί. Η
μουσική του πάντως, κατά τον μουσικολόγο Μάρκο Δραγούμη, αντλεί από σεφαραδίτικο
τραγούδι, που δημιουργήθηκε για τα εγκαίνια του πρώτου εβραϊκού σχολείου της
Θεσσαλονίκης, το 1873. Η προσέγγιση του Δραγούμη, τονίζει η Ρόμπου-Λεβίδη,
«δείχνει ότι μια μελωδία που πρωτοακούστηκε στην πολυεθνοτική Θεσσαλονίκη του
τέλους του 19ου αιώνα επικράτησε σταδιακά στο συγκεκριμένο αστικό κέντρο της
Μακεδονίας και παρείχε το βασικό υλικό για τη διαμόρφωση ενός μουσικού,
στιχουργικού και χορευτικού συνόλου που αντιμετωπίστηκε από τα πάνω σαν
υποσχόμενο σύμβολο της φαντασιακής μακεδονικότητας και ελληνικότητας». Και αυτή
η μουσική πτυχή θα μπορούσε να ενδιαφέρει τον Μίκη Θεοδωράκη. Κάποιον από τους
πολλούς πολιτικούς εαυτούς του τέλος πάντων.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)








